Κύριε Ιησού Χριστέ, Ελέησόν με ...

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Γέροντας Ευθύμιος Αγιορείτης (Ι.Μ. Κωσταμονίτου, Βίγλα, Ι.Μ. Μ. Λαύρας) [1915-2004]

Ἦταν γύρω στά 1990 ὅταν γιά πρώτη φορά συναντήθηκα μέ τόν Γέροντα Εὐθύμιο. Τόν θυμᾶμαι ὄρθιο πίσω ἀπό τό μαγειρεῖο τῆς Μ. Λαύρας. Εἴμαστε μαζί μέ τόν Γέροντά μας π. Μάξιμο.
Μοῦ λέει ὁ Γέροντας:
«Ἔλα νά δεῖς ἕναν διά Χριστόν σαλό».
Ἦταν ἕνας Μοναχός μικροκαμωμένος, ταπεινός. Εἶχε τά γένια του μαζεμένα μέ ἕνα λαστιχάκι καί τά μαλλιά του κομμένα. Φοροῦσε ἕνα φθαρμένο ζωστικό. Ἀργότερα ἔμαθα καί διαπίστωσα «ἰδίοις ὄμμασι» ὅτι πολλές φορές κυκλοφοροῦσε καί χωρίς αὐτό.
Ἦταν ἐξαιρετικά ἀδύνατος, μέ πολλή δυνατή φωνή καί ἔντονο δυναμισμό στόν τρόπο πού ἐκφραζόταν, στίς κινήσεις, στίς χειρονομίες του. Ὅλες του οἱ ἐκδηλώσεις ἀντανακλοῦσαν τήν ἅγια βία μέχρι «αὐτομίσους», πού - ὅπως ἔμαθα ἀργότερα- ἀσκοῦσε στόν ἑαυτό του. Τά ματάκια του ἔλαμπαν σάν τήν διάφανη ἁγιορείτικη θάλασσα. Φαινόντουσαν σάν δακρυσμένα.
Πίσω ἀπό μία ἐξωτερική «ἀγριότητα-τραχύτητα» διέκρινες μία φύση λεπτή, συναισθηματική, πολύ εὐαίσθητη. Πιό δύσκολα διέκρινες τήν ἁγιότητα... Συνήθως ὁ ἅγιος μόνο καταλαβαίνει τόν ἅγιο. Ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος τόν εἶχε «καταλάβει»... Μέ θαυμασμό ἀργότερα ἄκουσα ὅτι κάποιοι προσκυνητές εἶχαν ζητήσει ἀπό τόν Γέρο-Παΐσιο, τόν μεγάλο σύγχρονο ἀσκητή τῆς Παναγούδας, νά τούς δείξει ἕναν σύγχρονο ἁγιορείτη ἅγιο. Τότε ὁ μακαριστός Γέροντας τούς ἔστειλε νά δοῦν τό Γερο-Εὐθύμιο στή Βίγλα...
Ἀργότερα ἐπίσης συνειδητοποίησα τήν ἀταλάντευτη σταθερότητά του, τήν ἀκαμψία του - θά μπορούσαμε νά ποῦμε- στίς κατά Θεόν ἀποφάσεις του. Διαπίστωσα τήν ἀδιάπτωτη νηστεία του, τήν μοναχική του συνέπεια, τήν ἀπόλυτη αὐστηρότητα στόν ἑαυτό του. Μέ θαυμασμό ἔμαθα πώς ἔκανε «ἐννάτες», ἐδαφιαῖες μετάνοιες καί ἀμέτρητα κομβοσχοίνια σχεδόν μέχρι τά τελευταῖα 
του...Ὅταν ἔπεσε κατάκοιτος συνέχισε τίς «ἐννάτες» καί τήν προσευχή «ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου»...


Καταγωγή-πρώτα χρόνια
Γομάτι. Τό τάξιμο τῆς μάνας.

Ὁ Γέροντας Εὐθύμιος κατήγετο ἀπό τό χωριό Γομάτι τῆς Χαλκιδικῆς. Τό μικρό αὐτό χωριό[1] βρίσκεται κοντά στήν Ἱερισσό, στήν Οὐρανούπολη καί στό Ἅγιον Ὄρος. Τό βαπτιστικό (κοσμικό) του ὄνομα ἦταν Ἀστέριος (Στέργιος) καί τό ἐπώνυμό του Παπουτσῆς.
Γεννήθηκε στά 1915.
Κοιμήθηκε τά μεσάνυχτα τῆς 9ης Ἰουλίου 2004 στήν Ἱ.Μ. Μεγίστης Λαύρας.
Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἀθανάσιος καί ἡ μητέρα του Ἑλένη. Ἦταν ὁ τρίτος ἀπό τά ἑπτά ἀδέλφια τῆς οἰκογένειας, τά ὁποῖα ἀπέκτησε ὁ Ἀθανάσιος μέ τήν Ἑλένη[2].
Ὁ πατέρας[3] του εἶχε, σέ κάποια μεταξύ τους παρεξήγηση, καταραστεῖ τήν σύζυγό του. Εἶχε πεῖ στήν μητέρα τοῦ μικροῦ Στέργιου (καί μετέπειτα π. Εὐθυμίου Ἁγιορείτου) ὅταν αὐτή τόν εἶχε ἀκόμη στά σπλάχνα της:
-«Μ’ αὐτό, πού ἔχεις νά σκάσεις» (δηλ. ἐσύ καί τό ἔμβρυο). Κατά παραχώρηση Θεοῦ φαίνεται ἡ κατάρα «ἔπιασε»...
Στή γέννα ἡ μητέρα εἶχε μεγάλη δυσκολία. Μέσα στή μεγάλη της ἀγωνία, ἡ Ἑλένη «ἔταξε» τό παιδί:
-«Εἴτε ἀγόρι εἶναι, εἴτε κορίτσι, νά γίνει καλόγερος ἤ καλογριά ἀντίστοιχα».
Ὁ πατέρας, ἐν τῷ μεταξύ, μπροστά στή δυσκολία τῆς γέννας μετάνοιωσε καί ζήτησε συγγνώμη. Τό παιδί τελικά γεννήθηκε, μέ πολύ δυσκολία, «μαῦρο» (προφανῶς ἐξ αἰτίας τῆς ἔλλειψης ὀξυγόνου).
Μετά ἀπό χρόνια, ὁ πατέρας ἐκμυστηρεύτηκε στό Στέργιο, ὅτι ἡ μητέρα του τόν εἶχε «τάξει» νά γίνει καλόγερος. Μόλις τό ἄκουσε ὁ Στέργιος, τό ἀποφάσισε ἀμέσως: «Κάποτε, θά ἔφευγε γιά νά μονάσει στό Ἅγιο Ὄρος ἐκπληρώνοντας τό τάμα τῆς μητέρας του».
Ἡ μητέρα του Ἑλένη ἐκοιμήθη ὅταν ὁ Στέργιος ἦταν 13 ἐτῶν τό 1935.
Τοῦ ἄρεσε ἡ ἡσυχία, ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή.
Μικρός πῆγε στό σχολεῖο ὅπου ἀρίστευσε. Βοηθοῦσε καί τά ἄλλα παιδιά. Χαρακτηριστικά, θυμᾶται ἡ ἀδερφή του, ὅτι ἦταν πάντα πρόθυμος νά βοηθήσει τά ἄλλα παιδιά στήν ἀριθμητική καί ἰδιαίτερα στήν διαίρεση.
Τέλειωσε τό Δημοτικό. Μερικά χρόνια ἀργότερα ἄρχισαν τά «προξενειά». Τοῦ πρότειναν διάφορες νύφες, ἀλλά ἐκεῖνος ἀρνιόταν. Ὅλη τήν ἡμέρα ἔβοσκε τά γίδια στό βουνό καί εἶχε μεγάλη κλίση στά «θρησκευτικά», στίς νηστεῖες καί στίς προσευχές.
Παρ΄ ὅλο πού εἶχε γίδια, ἐργασία πάρα πολύ δύσκολη, - καί θά μποροῦσε ὅποτε ἤθελε νά τρώγει τυροκομικά - ποτέ δέν ἤπιε γάλα Τετάρτη ἤ Παρασκευή.
Ἦταν ἀκέραιος σάν χαρακτήρας καί πάντα συμβούλευε σωστά τους ἄλλους: Ὅπως θυμᾶται ἡ ἀδελφή του ἀνάμεσα στά ἄλλα τούς ἔλεγε:
-«Ὅταν ὑπάρχει κάπου φασαρία, τσακωμός, νά φεύγετε. Μετά θά σᾶς ρωτᾶνε «ποιός ἔφταιξε, τί ἔγινε;». Θά βρίσκεστε μπερδεμένοι».
Τοῦ ἄρεσε ἡ ἡσυχία, ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή.
Ὅλα αὐτά μᾶς θυμίζουν αὐτά πού γράφονται στόν βίο τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ Μεγάλου: «Ὁ Ἀρσένιος μισοῦσε τήν δόξα καί τήν θεωροῦσε σάν σκύβαλα. Ἀγαποῦσε τόν Θεό καί ποθοῦσε τήν μοναχική πολιτεία. Γι’ αὐτό καί παρακαλοῦσε κάθε ἡμέρα τόν Κύριο νά ἱκανοποιήσει τό αἴτημά του. Παρευθύς ἀκούει ἀπό ἄνω μία φωνή ἡ ὁποία ἔλεγε: «Ἀρσένιε φεῦγε ἀπό τούς ἀνθρώπους καί ἔτσι σώζεσαι»[4].
Τά μέλη τῆς οἰκογένειάς του εἶχαν εὐλάβεια. Κοινωνοῦσαν ἔπειτα ἀπό νηστεία. Γιά ἐξομολόγηση δέν ἤξεραν ὅπως καί οἱ περισσότεροι ἁπλοί ἄνθρωποι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς.
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: 
ΣΑΒΒΑ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ, «ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥΣ» ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (Ι.Μ. ΚΩΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ, ΒΙΓΛΑ, Ι.Μ. Μ. ΛΑΥΡΑΣ) 1915-2004.
[1] Σήμερα ἔχει γύρω στούς 600 κατοίκους καί βρίσκεται σέ ὑψόμετρο 120 μ. πάνω ἀπό τή θάλασσα.
[2] Πολλές ἀπό τίς πληροφορίες ἀντλήσαμε ἀπό τήν ἀδελφή τοῦ Γέροντα, Αἰκατερίνα Πασχαλᾶ, πού τώρα ζεῖ στή Μ. Παναγία καί εἶναι 87 ἐτῶν (γεννήθηκε τό 1922).
[3] Ὁ πατέρας του σύναψε δεύτερο γάμο (μετά τόν θάνατο τῆς συζύγου του Ἑλένης).
[4] Βλ. Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστής τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, Τόμος Γ΄, Συναξάρι τῆς 8ης Μαΐου, Ἐκδόσεις δόμος, 2005.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου