[…] Γι’ αὐτό, ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τοὺς συνανθρώπους, καὶ μάλιστα τοὺς ἁμαρτωλούς τώρα τὸ νὰ ἐσπλαχνίζεται καὶ τοὺς δαίμονες εἶναι πολυτέλεια, δὲν εἴμαστε ἐμεῖς γι αὐτά λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀρεστός στον Θεό.
Ὅπως οἱ γονεῖς, ἔχουν παιδιά, κι ἂν κάποιος τα φροντίζει, καὶ μάλιστα τὰ παλιόπαιδα, τὰ ἀτίθασα, τὰ φροντίζει περισσότερο, τί κάνουν οἱ γονεῖς; Εἶναι εὐγνώμονες σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ποὺ φροντίζει τὰ παιδιά τους. Καὶ τὰ ἀτίθασα. Τὰ παραστρατημένα.
Εἶναι εὐγνώμονες οἱ γονεῖς. Γιατὶ ὁ γονέας εἶναι γονέας πάντα. Κι ὅποιο δάκτυλο να κόψεις, ἔλεγε ἡ μάνα μου ἡ καημένη, πονάει.
Ἔτσι κι ὁ γονέας. Ὅποιο παιδί του καὶ νὰ δυσκολέψεις καὶ νὰ ὑποτιμήσεις, πονάει! Ἔτσι λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Καὶ ὁ Θεὸς χαίρεται, ὅταν ἐμεῖς φροντίζομε καὶ ἀγαπᾶμε τὰ πλάσματά Του.
Καὶ λέει ὁ Σολομών πάλι: «Ὅποιος περιγελᾶ τὸν ἀδύνατο καὶ τὸν εὐήθη».
«Ξέρετε τί θὰ πεῖ εὐήθης. Εἶναι κατὰ τὸ σχῆμα τῶν ἀρχαίων. — τί κάνει; Παροξύνει τὸν ποιήσαντα αὐτόν».
«Παροξύνει τον ποιήσαντα αὐτόν», δηλαδή, τον Θεό.
Ἄμα ἕνα χαζό, ἕνα ἀνθρωπάκι, καὶ τὸν τελευταῖο πειναλέο ἀνθρωπίσκο, τὸν βρίσκουμε καὶ κάνουμε πλάκα καὶ τὸν κοροϊδεύουμε, ὄχι γιὰ νὰ κάνουμε πλάκα ἁπλῶς, δὲν λέει τίποτα αὐτό, ἀλλὰ νὰ τὸ ζοῦμε αὐτό, νὰ τὸ πιστεύομε, νὰ τὸν λέμε «ρακά» καὶ «μωρέ».
Δὲν εἶναι οἱ λέξεις ποὺ θὰ ποῦμε. Εἶναι ἡ διάθεση, ποὺ θὰ ἔχομε. Εἶναι ὁ τρόπος ποὺ θὰ τὸ κάνομε. Εἶναι τὸ πῶς αἰσθανόμεθα.
Τὸ νὰ ποῦμε ἕναν για πλάκα «βλάκα», δὲν τρέχει τίποτα. Μπορεῖ νὰ θὲς νὰ τὸν πεῖς ἀλλοιῶς καὶ τὸ λὲς κατ’ εὐφημισμόν, ἀντίστροφα.
Λοιπόν.
Δὲν εἶναι ἐκεῖ τὸ θέμα. Εἶναι ἡ διάθεση. Γιατί;
«Υπάρχουν καὶ ἄνθρωποι», ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος Παντελεήμων Φωστίνης, ὁ μητροπολίτης Χίου, «ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι στὴ γῆ, τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἀνάσα σκοτώνει».
Τὸ καταλάβατε;
«Καὶ ἡ ἀνάσα σκοτώνει.»
Ὅπως τοῦ Ἡρώδη. Ὁ Ἡρώδης, ἀντὶ νὰ ἀναπνέει το φυσικό, τὴ φυσικὴ ἀναπνοή, τί ἔκανε, λέει ὁ Ρωμανὸς ὁ Μελωδός; Ἀνέπνεε φόνους!
Ὅπως καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, πριν τη μεταστροφή του, τί ἔκανε; Ἔπνεε μένα. Μένα. Μανία. Ἤθελε να σκοτώσει τοὺς Χριστιανούς.
Γι’ αὐτὸ πήγαινε, ὅπου ἦσαν, στους χώρους λατρείας κλπ., ἔμπαινε μέσα ἐκεῖ μὲ ἐπιτροπεία, δηλαδὴ μὲ στράτευμα καὶ μὲ ἄλλους ἀπὸ τὸ μέρος τῶν Φαρισαίων καὶ Γραμματέων, τοὺς ἔδενε καὶ τοὺς ἔφερνε στὴν Ἱερουσαλήμ.
Ξέρετε τί ζημιὰ καὶ θραύση είχε κάνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρὸ τῆς μεταστροφῆς του; Καὶ γι’ αὐτὸ μιὰ ζωὴ ἔκλαιγε γι’ αυτό. Μιὰ ζωὴ ἔκλαιγε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος! Ἔκλαιγε!
Διότι «ἐδίωκε καθ’ ὑπερβολὴν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ», λέει στους Γαλάτας, «καὶ ἐπόρθει αὐτήν». Τὴν πολιορκοῦσε. Ἐδίωκε.
Ἀλλά, λέει, αὐτὸ τὸ ἔκανα, γιατὶ δὲν ἤξερα. Καὶ τὸ ἔκανε γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ πίστευε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι μιὰ αἵρεση, ποὺ ἀντιμάχεται τη θρησκεία τῶν πατέρων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Είχε κίνητρο ἀγαθό.
Γι’ αὐτὸ κι ὁ Θεὸς τὸν φώτισε. Τὸν φώτισε.
Μπορεῖ νὰ δεῖς κάποιον νὰ πολεμᾶ. Δεν ξέρεις γιατί πολεμᾶ καὶ τὰ κάνει αὐτά. Μπορεῖ νὰ ἔχει κίνητρο ἀγαθό. Μπορεῖ μέσα στην ψυχή του αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχει μεγαλεῖο.
Ἀλλὰ εἶναι σὲ λάθος δρόμο. Καὶ τί κάνει ὁ Θεός; Τὸν φωτίζει τὸν ἄνθρωπο αὐτόν! Τον φωτίζει!
Κι ἔρχεται εἰς ἑαυτόν. Κι «ἄστραψε φῶς κι ἐγνώρισεν ὁ νιὸς τὸν ἑαυτό του».
Φῶς ἄστραψε στὴ Δαμασκὸ ἀπέξω. Τὸ περιαστράψαν αὐτὸν φῶς, αὐτὸ ἦταν ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸν αἰχμαλώτισε.
Πῆγε νὰ αἰχμαλωτίσει Χριστιανούς.
«Ἔλα δῶ ἐσύ, ἀφοῦ δὲν εἶσαι γι’ αὐτό. Δὲν εἶσαι γι’ αυτό! Τί κάνεις ἐκεῖ; Τί κάνεις ἐκεῖ; Ἔλα δῶ.»
Καὶ ἦλθε. Ἦλθε!
Κι ἦταν εὐγνώμων ὁ Ἀπόστολος Παῦλος! Κι ὕστερα, γιὰ νὰ δείξει τὴν εὐγνωμοσύνη του, έκανε τα πάντα γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία.
«Τις ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ;»
Τί ἔλεγε κεῖ πέρα!
Τα λένε ὡραῖα καὶ οἱ ὕμνοι του στις 29 Ἰουνίου, μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο.
Εκαμε τα πάντα!
Καὶ ἔγινε τί;
Ὑπὲρ λίαν Ἀπόστολος!…
Λόγοι για τα Χριστούγεννα, τομ. Α΄, π. Ανανίας Κουστένης, 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου