Κύριε μου, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: Περὶ Ἀγάπης (Ἑκατοντὰς πρώτη)

1. Ἀγάπη εἶναι ἡ ἀγαθὴ διάθεση τῆς ψυχῆς, κατὰ τὴν ὁποία αὐτὴ κανένα ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα δὲν προτιμᾶ μπροστὰ στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀποκτήσει τὴν ἀγάπη αὐτὴ ἐκεῖνος ποὺ προσηλώνεται μὲ πάθος σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ ἐπίγεια ὑλικά.
2. Τὴν ἀγάπη γεννᾶ ἡ ἀπάθεια, τὴν ἀπάθεια γεννᾶ ἡ ἐλπίδα πρὸς τὸ Θεό, τὴν ἐλπίδα πρὸς τὸ θεὸ γεννᾶ ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ μακροθυμία, ὅλες αὐτὲς δὲ τὶς γέννα ἡ ἐγκράτεια ποὺ περιέχει αὐτές· τὴν ἐγκράτεια πάλι τὴν γεννᾶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, τὸν δὲ φόβο τοῦ Θεοῦ τὸν γεννᾶ ἡ πίστη πρὸς τὸν Κύριο.

3. Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο φοβᾶται τὴν κόλαση, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ φοβᾶται τὴν κόλαση δείχνει ἐγκράτεια πρὸς τὰ πάθη. Ἐκεῖνος ποὺ δείχνει ἐγκράτεια πρὸς τὰ πάθη ὑπομένει τὰ θλιβερά, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ὑπομένει τὰ θλιβερὰ θὰ ἔχει τὴν ἐλπίδα πρὸς τὸ Θεό. Ἡ ἐλπίδα πρὸς τὸ θεὸ ἀπομακρύνει τὸ νοῦ ἀπὸ κάθε προσήλωση στὰ γήινα, ἀφοῦ δὲ ἀπομακρυνθεῖ ὁ νοῦς ἀπὸ αὐτά, θὰ ἔχει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό.

4. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεὸ προτιμᾶ ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν γίνει ἀπ' αὐτὸν τὴ γνώση αὐτοῦ, καὶ εἶναι ἀδιάκοπα προσκολλημένος μὲ πόθο σ' αὐτήν.

5. Ἐὰν ὅλα τὰ ὄντα ἔγιναν ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ γιὰ τὸ Θεό, ὁ δὲ Θεὸς εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχουν γίνει ἀπ' αὐτόν, ἐκεῖνος ποὺ ἐγκαταλείπει τὸ Θεὸ τὸν ἀσύγκριτα ἀνώτερο καὶ ἀσχολεῖται μὲ τὰ κατὰ πολὺ κατώτερα, δείχνει τὸν ἑαυτό του νὰ προτιμᾶ περισσότερο ἀπὸ τὸ Θεὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔγιναν ἀπ' αὐτόν.

6. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει προσηλωμένο τὸ νοῦ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸ θεὸ περιφρονεῖ ὅλα τὰ ὁρατὰ καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα του σὰν ξένο.

7. Ἐὰν ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ἀσύγκριτα ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κόσμο εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ἔκτισε αὐτόν, ἐκεῖνος ποὺ προτιμᾶ τὸ σῶμα περισσότερο ἀπὸ τὴν ψυχή, καὶ τὸν κόσμο ποὺ κτίσθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ περισσότερο ἀπὸ τὸ Θεό, δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προσκυνοῦν τὰ εἴδωλα.

8. Ἐκεῖνος ποὺ ἀπομάκρυνε τὸ νοῦ του ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν ἔχει προσδεμένο σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ αἰσθητά, αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προτιμᾶ τὸ σῶμα περισσότερο ἀπὸ τὴν ψυχή, καὶ ἐκεῖνα ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τὸ Θεὸ περισσότερο ἀπὸ τὸ θεὸ ποὺ τὰ ἔκτισε.

9. Ἐὰν ἡ ζωὴ εἶναι ὁ φωτισμὸς τῆς γνώσεως τοῦ νοῦ, αὐτὸν δὲν τὸν γεννᾶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν θεό, πολὺ καλὰ ἔχει λεχθεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε μεγαλύτερο ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη.

10. Ὅταν ὁ νοῦς ζεῖ μὲ τὸν ἔρωτα τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ Θεό, τότε δὲν αἰσθάνεται οὔτε τὸν ἑαυτό του οὔτε κανένα ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Διότι, καταφωτιζόμενος ἀπὸ τὸ Θεῖο καὶ ἄπειρο φῶς, παραμένει ἀσυγκίνητος πρὸς ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἔγιναν ἀπ' αὐτόν, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ αἰσθητὸς ὀφθαλμὸς μένει ἀδιάφορος πρὸς τὰ ἀστέρια ὅταν ἀνατείλει ὁ ἥλιος.

11. Ὅλες οἱ ἀρετὲς βοηθοῦν τὸ νοῦ στὸν ἔρωτα πρὸς τὸ Θεό, περισσότερο ὅμως ἀπὸ ὅλες ἡ καθαρὴ προσευχή. Διότι, πετώντας κανεὶς μὲ αὐτὴν πρὸς τὸ Θεό, μεταφέρεται ἔξω ἀπὸ ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου.

12. Ὅταν ὁ νοῦς μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ ἁρπαχτεῖ ἀπὸ τὴ θεία γνώση καί, βρισκόμενος ἔξω ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, αἰσθάνεται τὸ ἄπειρο τοῦ θεοῦ, τότε ἐρχόμενος, σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ θεῖος Ἠσαΐας, ἀπὸ τὴν ἔκπληξή του αὐτὴ σὲ συναίσθηση τῆς ταπεινώσεώς του, μὲ ὅλη του τὴν ψυχικὴ προθυμία λέγει τὰ λόγια τοῦ προφήτη• «ἀλλοίμονο σ' ἐμένα τὸν ταλαίπωρο ἔχω κυριευθεῖ ἀπὸ τόση βαθειὰ συγκίνηση διότι, ἐνῶ εἶμαι ἄνθρωπος καὶ ἔχω ἀκάθαρτα χείλη, ἀξιώθηκα νὰ δῶ μὲ τὰ μάτια μου τὸν βασιλιὰ καὶ Κύριο τῶν οὐρανίων δυνάμεων».

13. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεὸ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν ἀγαπήσει καὶ κάθε ἄνθρωπο σὰν τὸν ἑαυτό του, ἂν καὶ δυσκολεύεται ἀπὸ τὰ πάθη ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμα καθαρισθεῖ. Γι' αὐτό, βλέποντας καὶ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ αὐτὰ καὶ τὴ διόρθωσή του, νιώθει ἀμέτρητη καὶ ἀπερίγραπτη χαρά.

14. Ἡ ψυχὴ ποὺ εἶναι κυριευμένη ἀπὸ πάθη εἶναι ἀκάθαρτη· διότι εἶναι γεμάτη ἀπὸ λογισμοὺς ἐπιθυμίας καὶ μίσους.

15. Ἐκεῖνος ποὺ βλέπει ἴχνος μίσους μέσα στὴν καρδιά του γιὰ ὁποιοδήποτε πταῖσμα πρὸς τὸν ὁποιοδήποτε ἄνθρωπο, εἶναι ξένος ἐξ ὁλοκλήρου τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ θεὸ διότι ἡ ἀγὰπη πρὸς τὸ Θεὸ δὲν ἀνέχεται τελείως τὸ μίσος πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

16. «Ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀγαπᾶ», λέγει ὁ Κύριος, «θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές μου». «Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντολὴ ἡ δική μου, τὸ ν' ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο». Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ δὲν ἀγαπᾶ τὸν πλησίον του, δὲν τηρεῖ τὴν ἐντολὴ αὐτή. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ δὲν τηρεῖ τὴν ἐντολὴ αὐτήν, δὲν εἶναι δυνατὸν ν' ἀγαπήσει οὔτε τὸν Κύριο.

17. Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ μπόρεσε ἐξ ἴσου ν' ἀγαπήσει τὸν κάθε ἄνθρωπο.

18. Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι προσηλωμένος σὲ κανένα πράγμα φθαρτὸ ἡ πρόσκαιρο.

19. Μακάριος εἶναι ὁ νοῦς ἐκεῖνος ποὺ ἀδιαφόρησε γιὰ ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ εἶναι βυθισμένος καὶ ἀπολαμβάνει ἀδιάκοπα τὴ θεία ὡραιότητα.

20. Ἐκεῖνος ποὺ φροντίζει γιὰ τὴ σάρκα θέλοντας νὰ ἱκανοποιήσει τὶς ἐπιθυμίες της, καὶ τρέφει μνησικακία πρὸς τὸν συνάνθρωπό του γιὰ τὰ πρόσκαιρα, αὐτὸς λατρεύει τὰ κτίσματα παρὰ τὸν κτίστη.

21. Ἐκεῖνος ποὺ διατηρεῖ τὸ σῶμα του ἀπαλλαγμένο ἀπὸ τὶς ἡδονὲς καὶ τὶς ἀσθένειες, ἔχει αὐτὸ βοηθό του στὴν ὑπηρεσία τῶν ὑψηλότερων πνευματικῶν ἔργων.

22. Ἐκεῖνος ποὺ ἀποφεύγει ὅλες τὶς κοσμικὲς ἐπιθυμίες, καθιστᾶ τὸν ἑαυτὸ του ἀνώτερο ἀπὸ κάθε κοσμικὴ λύπη.

23. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ θεό, ὁπωσδήποτε ἀγαπᾶ καὶ τὸν συνάνθρωπό του. Ὁ παρόμοιος ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ κρατᾶ χρήματα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ ξοδεύει αὐτὰ κατὰ τρόπο ἀρεστὸ στὸ θεό, δίνοντας αὐτὰ στὸν καθένα ποὺ ἔχει ἀνάγκη.

24. Ἐκεῖνος ποὺ ἀσκεῖ τὴν ἐλεημοσύνη μιμούμενος τὸ Θεό, δὲν γνωρίζει διαφορὰ μεταξὺ πονηροῦ καὶ ἀγαθοῦ, μεταξὺ δικαίου καὶ ἀδίκου στὰ πράγματα τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὸ σῶμα, ἀλλὰ σ' ὅλους μοιράζει ἐξ ἴσου ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη τους, ἂν καὶ προτιμᾶ, ἐξ αἰτίας τῆς ἀγαθῆς διαθέσεώς του, τὸν ἐνάρετο ἀπὸ τὸν κακό.

25. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Θεός, ποὺ ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι ἀγαθὸς καὶ ἀπαθής, ὅλους τοὺς ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου σὰν ἔργα του ποὺ εἶναι, ἄλλα τὸν μὲν ἐνάρετο τὸν δοξάζει, διότι τὸν θεωρεῖ δικό του καὶ ὡς πρὸς τὴ διάθεση, ἐνῶ τὸν κακὸ τὸν ἐλεεῖ ἐξ αἰτίας τῆς ἀγαθότητάς του, καί, διαπαιδαγωγώντας τον κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, τὸν ἐπιστρέφει κοντά του, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἀγαθὸς καὶ ἀπαθὴς ὡς πρὸς τὴ διάθεση, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου· τὸν ἐνάρετο τὸν ἀγαπᾶ καὶ ἐξ αἰτίας τῆς κοινῆς φύσεώς του καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀγαθῆς διαθέσεώς του, ἐνῶ τὸν κακὸ τὸν ἐλεεῖ καὶ ἐξ αἰτίας τῆς φύσεώς του καὶ ἀπὸ συμπάθεια, διότι τὸν βλέπει νὰ βαδίζει σὰν ἀνόητος μέσα στὸ σκοτάδι.

26. Ἡ διάθεση τῆς ἀγάπης δὲν γίνεται φανερὴ μόνο μὲ τὴ δόση χρημάτων, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μὲ τὴ μετάδοση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ σωματικὴ διακονία.

27. Ἐκεῖνος ποὺ πραγματικὰ ἀπαρνήθηκε τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ μὲ ὅλη τὴν ἀγάπη του καὶ χωρὶς ὑποκρισία προσφέρει τὴν ὑπηρεσία του στὸν συνάνθρωπό του, ἀμέσως ἐλευθερώνεται ἀπὸ κάθε πάθος καὶ γίνεται μέτοχος τῆς θείας ἀγὰπης καὶ γνώσεως.

28. Ἐκεῖνος ποὺ ἀπέκτησε μέσα του τὴ θεία ἀγάπη δὲν αἰσθάνθηκε κανένα κόπο ἀκολουθώντας ἀσταμάτητα πίσω ἀπὸ τὸν Κύριο τὸ Θεό του, ὅπως λέγει ὁ θεῖος Ἱερεμίας, ἀλλ' ὑποφέρει μὲ γενναιότητα κάθε κόπο, χλευασμὸ καὶ προσβολὴ ἐνώπιόν του, μὴ ἀποδίδοντας σὲ κανένα τὸ ὅλο κακό.

29. Ὅταν κακολογηθεῖς ἀπὸ κάποιον, ἡ περιφρονηθεῖς ἀπὸ κάποιον, τότε πρόσεχε ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τῆς ὀργῆς, μήπως ἐξ αἰτίας τῆς λύπης σὲ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ σὲ μεταφέρουν στὸ χῶρο τοῦ μίσους.

30. Ὅταν πονέσεις ἐξ αἰτίας κάποιας προσβολῆς ἡ περιφρονήσεως, γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι ὠφελήθηκε πάρα πολὺ ὁ ἐαυτός σου, ἀφοῦ κατὰ θεία παραχώρηση ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ σένα ἡ ματαιοδοξία ἐξ αἰτίας τῆς ταπεινώσεως ποὺ δέχθηκες.

31. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἀνάμνηση τῆς φωτιᾶς δὲν ζεσταίνει τὸ σῶμα, ἔτσι πίστη χωρὶς ἀγάπη δὲν ἐνεργεῖ στὴν ψυχὴ τὸ φωτισμὸ τῆς γνώσεως.

32. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου προσελκύει πρὸς τὸ μέρος του τὸν ὑγιὴ ὀφθαλμό, ἔτσι καὶ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀποσπᾶ πρὸς τὸν ἑαυτό της μὲ τὴν ἀγάπη τὸ καθαρὸ ἀπὸ τὴ φύση του νοῦ.

33. Νοῦς καθαρὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀποχωρίσθηκε τὴν ἄγνοια καὶ καταφωτίζεται ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς.

34. Ψυχὴ καθαρὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὰ πάθη καὶ νιώθει ἀδιάκοπα εὐφροσύνη ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη.

35. Ἕνα πάθος εἶναι ἀξιοκατάκριτο, ὅταν ἡ ψυχὴ ἐνεργεῖ παρὰ φύση.

36. Ἀπάθεια εἶναι ἡ εἰρηνικὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς κατὰ τὴν ὁποία ἡ ψυχὴ γίνεται δυσκίνητη πρὸς τὴν κακία.

37. Ἐκεῖνος ποὺ μὲ πολλὴ φροντίδα ἀπέκτησε τοὺς καρποὺς τῆς ἀγάπης δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ αὐτὴν καὶ ἂν ἀκόμα πάσχει ἀμέτρητα κακά. Καὶ ἂς σὲ πείθουν ὁ Στέφανος ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅλοι οἱ παρόμοιοί του. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Σωτὴρ προσεύχεται στὸν Πατέρα του γιὰ τοὺς φονευτές του καὶ ζητεῖ συγχώρηση ἀπ' αὐτὸν γι' αὐτούς, διότι τὸ ἔκαμναν ἀπὸ ἄγνοια.

38. Ἐὰν ἡ μακροθυμία καὶ ἡ καλωσύνη εἶναι γνώρισμα τῆς ἀγάπης, ἐκεῖνος ποὺ εἶναι κυριευμένος ἀπὸ ὀργὴ καὶ κακία καθίσταται ἀσφαλῶς ξένος της ἀγάπης, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ξένος της ἀγάπης, εἶναι ξένος του Θεοῦ, ἐφόσον ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη.

39. «Μὴ πεῖτε», λέγει ὁ θεῖος Ἱερεμίας, «ὅτι εἶστε ναὸς τοῦ Κυρίου». Καὶ σὺ μὴ πεῖς, ὅτι ἡ ἁπλὴ πίστη μου πρὸς τὸν Κύριό μας τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μπορεῖ νὰ μὲ σώσει. Διότι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, ἐὰν δὲν ἀποκτήσεις καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς αὐτὸν μὲ τὰ ἔργα. Καθόσον τὴν ἁπλὴ πίστη τὴν ἔχουν καὶ τὰ δαιμόνια• «καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουν καὶ φρίττουν».

40. Ἔργο τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ πρὸς τὸν πλησίον εὐεργεσία, μακροθυμία καὶ ὑπομονὴ μὲ ὅλη τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς καὶ ἡ χρησιμοποίηση τῶν πραγμάτων μὲ ὀρθὴ σκέψη

41. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεὸ δὲν λυπεῖ κάποιον γιὰ πρὸσκαιρα πράγματα οὔτε ὁ ἴδιος λυπεῖται· μία λύπη σωτήρια ὑπάρχει μὲ τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ λυπεῖ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ λυπεῖται ὁ ἴδιος, ἐκείνη μὲ τὴν ὁποία ὁ μακάριος Παῦλος καὶ λυπήθηκε καὶ λύπησε τοῦ Κορινθίους.

42. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεὸ κάμνει ἐπάνω στὴ γῆ ἀγγελικὴ ζωή, νηστεύοντας καὶ ἀγρυπνώντας, ψάλλοντας καὶ προσευχόμενος, καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο σκέπτεται πάντοτε καλά.

43. Ἐὰν κάποιος ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμεῖ, αὐτὸ ἀγωνίζεται καὶ νὰ ἐπιτύχει, ἀπὸ ὅλα δὲ τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ ἐπιθυμητὰ τὸ πιὸ ἀγαθὸ καὶ τὸ πιὸ ἐπιθυμητὸ ἀσύγκριτα εἶναι τὸ Θεῖο, πόση ἑπομένως φροντίδα ὀφείλουμε νὰ δείξουμε, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι ἀγαθὸ καὶ ἐπιθυμητό;

44. Μὴ μολύνεις τὴ σάρκα σου μὲ αἰσχρὲς πράξεις καὶ μὴ λερώνεις τὴν ψυχή σου μὲ πονηρὲς σκέψεις, καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ θὰ ἔρθει σὲ σένα, φέροντάς σου τὴν ἀγάπη.

45. Βασάνιζε τὴ σάρκα σου μὲ ἀσιτία καὶ ἀγρύπνια καὶ νὰ καταγίνεσαι μὲ ὅλη τὴν προθυμία σου καὶ ἀκούραστα μὲ τὴν ψαλμωδία καὶ τὴν προσευχὴ καὶ ὁ ἁγιασμὸς τῆς σωφροσύνης θὰ ρθεῖ σὲ σένα, φέροντάς σου τὴν ἀγάπη.

46. Ἐκεῖνος ποὺ ἀξιώθηκε νὰ λάβει τὴ θεία γνώση καὶ ἀπέκτησε τὸν φωτισμὸ αὐτῆς μὲ τὴν ἀγάπη δὲν θὰ ἐνοχληθεῖ ποτὲ ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς ματαιοδοξίας, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀξιώθηκε ἀκόμη νὰ λάβει αὐτὴν μὲ μεγάλη εὐκολία ὁδηγεῖται ἀπὸ τὴ ματαιοδοξία. Ἐὰν λοιπὸν αὐτὸς σ' ὅλα ὅσα κάμνει στρέφει τὸ βλέμμα του πρὸς τὸ Θεὸ σὰν νὰ τὰ κάμνει ὅλα γιὰ τὴ δόξα αὐτοῦ, εὔκολα μὲ τὴ βοήθεια τοῦ θεοῦ θ' ἀποφύγει αὐτήν.

47. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀπέκτησε ἀκόμα τὴ γνώση ποὺ ἐνεργεῖται μὲ τὴν ἀγάπη, μεγαλοφρονεῖ γιὰ ἐκεῖνα ποὺ κάμνει αὐτὸς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ἀξιώθηκε ν' ἀποκτήσει αὐτὴν μὲ ὅλη τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς του λέγει τὰ λόγια τοῦ πατριάρχη Ἀβραάμ, τὰ ὁποῖα εἶπε ὅταν ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸ Θεὸ «Ἐγὼ εἶμαι χῶμα καὶ στάχτη».

48. Ἐκεῖνος ποὺ φοβᾶται τὸν Κύριο ἔχει πάντοτε σύντροφο τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ μὲ τὶς σκέψεις ποὺ πηγάζουν ἀπ' αὐτὴν ὁδηγεῖται στὴ θεία ἀγάπη καὶ εὐχαριστία. Διότι θυμᾶται τὴν προηγούμενη κοσμικὴ ζωή του καὶ τὰ διάφορα παραπτώματά του, καθὼς καὶ τοὺς πειρασμοὺς ποὺ δέχθηκε κατὰ τὰ νεανικὰ του χρόνια, καὶ πῶς ὁ Κύριος τὸν ἐλευθέρωσε ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα καὶ τὸν μετέφερε ἀπὸ τὴ ζωὴ ἐκείνη τὴ γεμάτη ἀπὸ πάθη, στὴ ζωὴ τὴ σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· παράλληλα μὲ τὸ φόβο ἀποκτᾶ καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ εὐχαριστεῖ πάντοτε μὲ πολλὴ ταπεινοφροσύνη τὸν εὐεργέτη καὶ κυβερνήτη τῆς ζωῆς μας.

49. Μὴ λερώσεις τὸ νοῦ σου δείχνοντας ἀνοχὴ σὲ σκέψεις ἐπιθυμίας καὶ θυμοῦ, γιὰ νὰ μὴ συμβεῖ, ἀφοῦ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τὴν καθαρὴ προσευχή, νὰ ὑποπέσεις στὸ δαίμονα τῆς πνευματικῆς ἀδιαφορίας.

50. Τότε ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου χάνει τὴν παρρησία πρὸς τὸ θεό, ὅταν δηλαδὴ κυριευθεῖ ἀπὸ τὶς πονηρὲς καὶ ἀκάθαρτες σκέψεις.

51. Ὁ ἄφρονας ποὺ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὰ πάθη, ὅταν ταράσσεται κινούμενος ἀπὸ τὸ θυμό, ἐντελῶς παράλογα ἀπομακρύνεται ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς, ἐνῶ ὅταν πάλι κυριεύεται ἀπὸ θερμὴ ἐπιθυμία, μετανοώντας τότε τρέχει ἀμέσως καὶ συναντᾶ τοὺς ἀδελφούς. Ὁ φρόνιμος καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις ἐνεργεῖ ἀντίθετα. Διότι στὴν περίπτωση τοῦ θυμοῦ, ἀφοῦ ξερρίζωσε τὶς αἰτίες τῆς ταραχῆς, ἀπαλλάσσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴ λύπη πρὸς τοὺς ἀδελφούς, ἐνῶ στὴ περίπτωση τῆς ἐπιθυμίας δείχνει ἐγκράτεια πρὸς τὴν παράλογη ὁρμὴ καὶ τὰ δυσάρεστα γεγονότα.

52. Κατὰ τὸν καιρὸ τῶν πειρασμῶν νὰ μὴ ἐγκαταλείπεις τὸ μοναστήρι σου, ἀλλὰ νὰ ὑπομένεις μὲ γενναιότητα τὰ κύματα τῶν λογισμῶν, καὶ μάλιστα τῶν λογισμῶν τῆς λύπης καὶ τῆς πνευματικῆς ἀδιαφορίας. Διότι ἔτσι, ἀφοῦ δοκιμασθεῖς, κατὰ θεία παραχώρηση, μὲ τὶς θλίψεις, θ' ἀποκτήσεις σταθερὴ ἐλπίδα πρὸς τὸ Θεό. Ἐὰν ὅμως ἐγκαταλείπεις τὸ μοναστήρι σου θὰ βρεθεῖς ἀνάξιος καὶ ἄνανδρος.

53. Ἐὰν θέλεις νὰ μὴ ἐκπέσεις ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μὴ ἀφήσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ κοιμηθεῖ λυπημένος ἐναντίον σου. Οὔτε νὰ κοιμηθεῖς λυπημένος ἐναντίον αὐτοῦ, ἀλλά, «πήγαινε συμφιλιώσου μὲ τὸν ἀδελφό σου, καὶ τότε ἔλα καὶ πρόσφερε τὸ δῶρο» τῆς ἀγάπης σου στὸ Χριστὸ μὲ καθαρὴ συνείδηση καὶ ἐκτενὴ προσευχή.

54. Ἐὰν ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ὅλα τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματος, δὲν ἔχει ὅμως ἀγάπη, δὲν ὠφελεῖται σὲ τίποτε, σύμφωνα μὲ τὸν θεῖο Ἀπόστολο, πόση προσπάθεια ὀφείλουμε νὰ καταβάλουμε ἐμεῖς γιὰ ν' ἀποκτήσουμε αὐτήν;

55. Ἐὰν «ἡ ἀγάπη δὲν κάμνει κακὸ στὸν πλησίον», ἐκεῖνος ποὺ φθονεῖ τὸν ἀδελφό του καὶ στεναχωριέται γιὰ τὴν προκοπή του καὶ μὲ κακόλογα μολύνει τὴν ὑπόληψή του, ἤ τὸν συκοφαντεῖ μὲ κάποια αἰσχρὴ κατηγορία, πῶς δὲν καθιστᾶ τὸν ἑαυτὸ του ξένο τῆς ἀγάπης καὶ ἔνοχο τῆς αἰωνίας κρίσεως;

56. Ἐὰν ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου, ἐκεῖνος ποὺ τρέφει μνησικακία γιὰ τὸν ἀδελφό του, ἐπινοεῖ δόλους ἐναντίον αὐτοῦ, προσεύχεται γιὰ τὸ κακό του καὶ χαίρεται γιὰ τὴν πτώση του, πῶς δὲν εἶναι παράνομος καὶ ἄξιος τῆς αἰωνίας κολάσεως;

57. Ἐὰν «ἐκεῖνος ποὺ κακολογεῖ τὸν ἀδελφό του καὶ κατηγορεῖ αὐτόν, κακολογεῖ καὶ κατηγορεῖ τὸ νόμο», ὁ δὲ νόμος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, πῶς ὁ κακολόγος δὲν ἐκπίπτει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν γίνεται αἴτιος τῆς αἰωνίας κολάσεως γιὰ τὸν ἑαυτό του;

58. Μὴ ἀφήνεις τὰ αὐτιά σου ν' ἀκοῦν τὰ λόγια τοῦ κακολόγου, οὔτε τὰ λόγια σου νὰ φθάνουν στ' αὐτιὰ ἐκείνου ποὺ τοῦ ἀρέσει νὰ κατηγορεῖ, μιλώντας ἤ ἀκούοντας μὲ εὐχαρίστηση λόγια ἐναντίον τοῦ πλησίον σου, γιὰ νὰ μὴ ἐκπέσεις ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη καὶ βρεθεῖς ἔτσι ξένος της αἰώνιας ζωῆς.

59. Μὴ ἀνέχεσαι ν' ἀκοῦς κακόλογα ἐναντίον τοῦ πνευματικοῦ πατέρα σου, οὔτε νὰ κάνεις πιὸ πρόθυμο ἐκεῖνον ποὺ ὁμιλεῖ προσβλητικὰ γι' αὐτόν, γιὰ νὰ μὴ ὁργισθεῖ ὁ Κύριος γιὰ τὰ ἔργα σου καὶ σὲ ἐξαφανίσει ἀπὸ τὴ γῆ τῶν ζώντων.

60. Ἀποστόμωνε ἐκεῖνον ποὺ γεμίζει τ' αὐτιά σου μὲ κακόλογα, γιὰ νὰ μὴ προξενήσεις στὸν ἑαυτό σου μαζὶ μ' αὐτὸν διπλὴ ἁμαρτία καὶ συνηθίζοντας τὸν ἑαυτό σου στὸ ὀλέθριο αὐτὸ πάθος, καὶ μὴ σταματώντας ἐκεῖνον νὰ φλυαρεῖ ἐναντίον τοῦ πλησίον σου.

61. «Ἐγὼ ὅμως», λέγει ὁ Κύριος, «σᾶς λέγω ν' ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ εὐεργετεῖτε ἐκείνους πού σᾶς μισοῦν, καὶ νὰ προσεύχεσθε γιὰ ἐκείνους πού σᾶς βλάπτουν». Γιατί ἔδωσε αὐτὲς τὶς ἐντολές; Γιὰ νὰ σὲ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ μίσος, τὴ λύπη, τὴν ὀργὴ καὶ τὴ μνησικακία καὶ νὰ σὲ καταξιώσει ν' ἀποκτήσεις τὸ πιὸ μεγαλύτερο ἀπόκτημα τῆς τέλειας ἀγάπης, τὴν ὁποία εἶναι ἀδύνατο νὰ τὴν ἔχει ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου ὄλου τοὺς ἀνθρώπους κατὰ μίμηση τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ θέλει νὰ σωθοῦν καὶ νὰ γνωρὶσουν τὴν ἀλήθεια.

62. «Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω Μὴν ἀντιστέκεστε στὸ πονηρό, ἀλλ' ὅποιος σὲ χτυπήσει στὸ δεξὶ σαγόνι, στρέψε του καὶ τὸ ἄλλο καὶ σ' ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ σὲ πάει στὸ δικαστήριο καὶ νὰ σοῦ πάρει τὸ πουκάμισό σου, ἄφησέ του καὶ τὸ ἐπανωφόρι σου καὶ σ' ἐκεῖνον ποὺ σὲ ἀγγαρεύει γιὰ ἕνα μίλι, πήγαινε μαζί του δυό». Γιατί; Γιὰ νὰ διαφυλάξει ἐσένα χωρὶς ὀργή, ἀτάραχο καὶ χωρὶς λύπη, καὶ ἐκεῖνον νὰ τὸν διδάξει μὲ τὴ δική σου ἀνεξικακία, καὶ ἔτσι νὰ σᾶς ὁδηγήσει καὶ τοὺς δυό, σὰν ἀγαθὸς ποὺ εἶναι, κάτω ἀπὸ τὸ ζυγό της ἀγάπης.

63. Ὅσες κακὲς πράξεις κάναμε κάποτε, αὐτῶν τὶς ἐμπαθεῖς φαντασίες περιφέρομε στὴ σκέψη μας. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ νικᾶ τὶς ἐμπαθεῖς φαντασίες, ὁπωσδήποτε περιφρονεῖ καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς ἐκεῖνες πράξεις του στὶς ὁποῖες ἀναφέρονται οἱ φαντασίες του· διότι ὁ πόλεμος πρὸς τὶς ἐμπαθεῖς φαντασίες εἶναι τόσο πολὺ φοβερὸς ἀπὸ τὸν πόλεμο πρὸς τὶς ἴδιες τὶς ἁμαρτωλὲς πράξεις, ὅσο εὐκολότερο εἶναι τὸ ν' ἁμαρτάνει κανεὶς μὲ τὴ σκέψη παρὰ μὲ τὰ ἔργα του.

64. Ἀπὸ τὰ πάθη ἄλλα εἶναι σωματικά, καὶ ἄλλα ψυχικά. Τὰ σωματικὰ ἔχουν τὶς ἀφορμὲς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἐνῶ τὰ ψυχικὰ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα. Καὶ τὰ δυὸ ὅμως τὰ ἀφαιρεῖ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐγκράτεια· ἡ ἀγάπη ἀφαιρεῖ τὰ ψυχικά, ἐνῶ ἡ ἐγκράτεια τὰ σωματικά.

65. Ἄλλὰ ἀπὸ τὰ πάθη συμβαίνει ν' ἀνήκουν στὸ θυμικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, καὶ ἄλλα στὸ ἐπιθυμητικό, καὶ τὰ δυὸ ὅμως τίθενται σὲ ἐνέργεια μὲ τὶς αἰσθήσεις. Ἀλλὰ τότε τίθενται σὲ ἐνέργεια, ὅταν ἡ ψυχὴ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐγκράτεια.

66. Πολὺ περισσότερο δυσκολονίκητα συμβαίνει νὰ εἶναι τὰ πάθη τοῦ θυμικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, παρὰ τὰ πάθη τοῦ ἐπιθυμητικοῦ μέρους αὐτῆς. Γι' αὐτὸ καὶ δόθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο σὰν μεγαλύτερο φάρμακο γι' αὐτὰ ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης.

67. Ὅλα τὰ ἄλλα πάθη προσβάλλουν ἤ τὸ θυμικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἤ μόνο τὸ ἐπιθυμητικό, ἤ ἀκόμα καὶ τὸ λογιστικὸ μέρος αὐτῆς, ὅπως εἶναι ἡ λησμοσύνη καὶ ἡ ἄγνοια, ἀλλὰ τὸ πάθος τῆς πνευματικῆς ἀδιαφορίας, κυριεύοντας ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, θέτει σὲ ἐνέργεια ὅλα σχεδὸν τὰ πάθη μαζί. Γι' αὐτὸ καὶ εἶναι βαρύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα. Πολὺ καλὰ λοιπὸν ὁ Κύριος ἔδωσε τὸ φάρμακο ἐναντίον αὐτῆς, λέγοντας• «μὲ τὴν ὑπομονή σας θὰ κερδίσετε καὶ θὰ σώσετε τὶς ψυχές σας».

68. Μὴ πληγώσεις ποτὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς σου καὶ μάλιστα παράλογα, γιὰ νὰ μὴ συμβεῖ κάποτε, μὴ ὑποφέροντας τὴ θλίψη, νὰ ἐγκαταλείψει τὴν προσπάθεια, ἀλλὰ καὶ σὺ δὲν θ' ἀποφύγεις ποτὲ τὸν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως, ποὺ θὰ σοῦ προξενεῖ πάντοτε λύπη κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ θ' ἀπομακρύνει τὸ νοῦ σου ἀπὸ τὴν παρρησία ἀπέναντι στὸ Θεό.

69. Νὰ μὴ ἀνέχεσαι τὶς ὑπόνοιές σου ἤ καὶ ἄλλων ἀνθρώπων γιὰ σκάνδαλα σὲ βάρος ὡρισμένων ἄλλων. Διότι ἐκεῖνοι ποὺ παραδέχονται σκάνδαλα ποὺ συμβαίνουν μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο ἤ μὲ τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς ἤ χωρὶς αὐτήν, δὲν γνωρίζουν τὴν ὁδὸ τῆς εἰρήνης ποὺ ὁδηγεῖ μὲ τὴν ἀγάπη τοὺς ἐραστὲς αὐτῆς στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.

70. Δὲν ἔχει ἀκόμα τέλεια ἀγάπη ἐκεῖνος ποὺ ἐπηρεάζεται καὶ συμφωνεῖ μὲ τὶς γνῶμες τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως γιὰ παράδειγμα, τὸν ἕνα τὸν ἀγαπᾶ, καὶ τὸν ἄλλο τὸν μισεῖ γι' αὐτὸ τὸ λόγο ἤ γιὰ ἐκεῖνον, ἤ καὶ τὸν ἴδιο ἄνθρωπο ἄλλοτε τὸν ἀγαπᾶ, καὶ ἂλλοτε τὸν μισεῖ γιὰ τὶς ἴδιες αἴτιες.

71. Ἡ τέλεια ἀγάπη δὲν διαχωρίζει τὴ μία ἀνθρώπινη φύση ἀνάλογα μὲ τὶς διάφορες γνῶμες τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ' ἀποβλέποντας πάντοτε σ' αὐτήν, ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Τοὺς ἐνάρετους τοὺς ἀγαπᾶ σὰν φίλους, ἐνῶ τοὺς κακούς τοὺς ἀγαπᾶ σὰν ἐχθρούς, εὐεργετώντας αὐτούς, δείχνοντας μακροθυμία πρὸς αὐτοὺς καὶ ὑπομένοντας ὅλες τὶς κατηγορίες καὶ τὶς κακίες ποὺ δέχεται ἀπ' αὐτούς. Δὲν σκέπτεται γενικὰ τὸ κακὸ ποὺ τῆς γίνεται ἀπ' αὐτούς, ἀλλὰ καὶ πάσχει γι' αὐτούς, ἐὰν τὸ καλέσουν οἱ περιστάσεις, γιὰ νὰ κάνει καὶ αὐτούς, ἂν εἶναι δυνατό, φίλους, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀντίθετη περίπτωση καὶ ἂν ἀκόμα ἀποτύχει νὰ τοὺς κάνει φίλους, δὲν ἀλλάζει τὴ διάθεσή της πρὸς αὐτούς, παρουσιάζοντας πάντοτε ἐξ ἴσου πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοὺς καρποὺς τῆς ἀγάπης. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Κύριός μας καὶ Θεός μας Ἰησοῦς Χριστός, δείχνοντας τὴν ἀγάπη του πρὸς ἐμᾶς, ἔπαθε πρὸς χάρη ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας καὶ χάρισε ἐξ ἴσου πρὸς ὅλους τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, ἄσχετα βέβαια ἐὰν ὁ καθένας καθιστᾶ τὸν ἑαυτὸ του ἄξιο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ ἤ τῆς τιμωρίας.

72. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν περιφρονεῖ τὴ δόξα καὶ τὴν ἀτιμία, τὸν πλοῦτο καὶ τὴ φτώχεια, τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς καὶ τὶς λύπες, δὲν ἀπέκτησε ἀκόμα τέλεια ἀγάπη. Διότι ἡ τέλεια ἀγάπη ὄχι μόνο περιφρονεῖ αὐτά, ἀλλὰ περιφρονεῖ καὶ τὴν ἴδια τὴν πρόσκαιρη ζωὴ καὶ τὸ θάνατο.

73. Ἄκου ἐκείνους ποῦ ἀξιώθηκαν νὰ ἐπιτύχουν τὴν τέλεια ἀγάπη τί λένε «ποιὸς θὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν τέλεια ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Θλίψη ἡ στενοχώρια; Ὁ διωγμὸς ἤ ἡ πείνα; Ἡ γυμνότητα ἤ ὁ κίνδυνος καὶ ἡ μάχαιρα; Ὅπως ἔχει γραφεῖ ἐξ αἰτίας σου θανατωνόμαστε καθημερινά, θεωρηθήκαμε σὰν πρόβατα σφαγῆς. Ὅμως σὲ ὅλα αὐτὰ βγαίνομε μὲ τὸ παραπάνω νικητὲς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ πού μᾶς ἀγάπησε. Διότι εἶμαι ἀπόλυτα πεπεισμένος, ὅτι οὔτε ὁ θάνατος, οὔτε ἡ ζωή, οὔτε οἱ ἄγγελοι, οὔτε οἱ ἀρχὲς, οὔτε οἱ δυνάμεις, οὔτε τίποτα ἀπὸ τὰ παρόντα, οὔτε ἀπὸ τὰ μέλλοντα, οὔτε ὕψος, οὔτε βάθος, οὔτε κανένα ἄλλο ἀπὸ τὰ κτίσματα θὰ μπορέσει νὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς τὴν ἔδειξε μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ τὸν Κύριό μας».

74. Γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπό μας ἄκου πάλι ποιὰ λόγια λένε: « τὴν ἀλήθεια λέγω ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, δὲν λέγω ψέματα, καὶ μοῦ τὸ ἐπιβεβαιώνει αὐτὸ ἡ συνείδησή μου μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει μέσα στὴν καρδιά μου μεγάλη λύπη καὶ ἀδιάκοπος πόνος. Θὰ εὐχόμουν πράγματι ν’ ἀποχωριστῶ ἐγὼ τὸν Χριστὸ γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν μου τῶν κατὰ φύση συγγενῶν μου, ποὺ εἶναι οἱ Ἰσραηλίτες», καὶ τὰ ἑξῆς. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μίλησε καὶ ὁ Μωυσῆς καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι.

75. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν περιφρονεῖ τὴν κοσμικὴ δόξα καὶ τὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις καθὼς καὶ τὴ φιλαργυρία ποὺ αὐξάνει αὐτὲς καὶ παρέχει ὅλη τὴ βοήθειά της πρὸς αὐτές, δὲν μπορεῖ νὰ ξερριζώσει τὶς ἀφορμὲς τοῦ θυμοῦ, καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ξερριζώνει αυτές, δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει τὴν τέλεια ἀγάπη.

76. Ἡ ταπείνωση καὶ ἡ κακοπάθεια ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Ἡ ταπείνωση ξερριζώνει τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, ἐνῶ ἡ κακοπάθεια ἀφαιρεῖ τὰ πάθη τοῦ σώματος. Αὐτὸ λοιπὸν φαίνεται νὰ κάμνει καὶ ὁ μακάριος Δαβίδ, μὲ ἐκεῖνες τὶς εὐχὲς ποὺ ἀπευθύνει πρὸς τὸ Θεό, λέγοντας• «πρόσεξε τὴν ταπείνωσή μου καὶ τὸν κόπο μου καὶ συγχώρησε ὅλες τὶς ἁμαρτίες μου».

77. Μὲ τὶς ἐντολὲς του ὁ Κύριος καθιστᾶ ἀπαθεῖς ἐκείνους ποὺ τὶς ἐφαρμόζουν, ἐνῶ μὲ τὰ θεῖα δόγματα χαρίζει σ' αὐτοὺς τὸ φωτισμὸ τῆς γνώσεως.

78. Ὅλα τὰ δόγματα ἤ ἀναφέρονται στὸ Θεό, ἤ στὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, ἤ στὴν πρόνοιά του γι' αὐτὰ καὶ στὴ κρίση.

79. Ἡ ἐλεημοσύνη θεραπεύει τὸ θυμικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἡ νηστεία μαραίνει τὴν ἐπιθυμία, καὶ ἡ προσευχὴ καθαρίζει τὸ νοῦ καὶ προετοιμάζει γιὰ τὴ θεωρία τῶν ὄντων. Διότι ὁ Κύριος μᾶς χάρισε τὶς ἐντολὲς του ἀνάλογα μὲ τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς.

80. «Μάθετε ἀπὸ ἐμένα», λέγει ὁ Κύριος, «ὅτι εἶμαι πράος καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιά», καὶ τὰ ἑξῆς. Ἡ πραότητα διαφυλάσσει τὸ θυμὸ ἀτάραχο, ἐνῶ ἡ ταπείνωση ἐλευθερώνει τὸ νοῦ ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία καὶ τὴ ματαιοδοξία

81. Διπλὸς εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ· ὁ ἕνας γεννιέται μέσα μας ἀπὸ τὶς ἀπειλὲς τῆς κολάσεως, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου ἀναπτὺσσονται μέσα μας μὲ τὴ σειρὰ ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ ὑπομονή, ἡ ἐλπίδα πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ἡ ἀπάθεια, ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζει ἡ ἀγάπη· ὁ ἄλλος φόβος εἶναι στενὰ ἑνωμένος μὲ τὴν ἀγάπη, δημιουργώντας πάντοτε εὐλάβεια στὴν ψυχή, ὥστε νὰ μὴ φθάσει ἡ ψυχή, μὲ τὸ θάρρος ποὺ τῆς δίνει ἡ ἀγάπη, νὰ περιφρονήσει τὸ Θεό.

82. Τὸν πρῶτο «φόβο τὸν διώχνει ἡ τέλεια ἀγάπη» τῆς ψυχῆς ποὺ ἔχει ἀποκτήσει αὐτήν, καὶ δὲν φοβᾶται πλέον τὴν κόλαση, ἐνῶ τὸν δεύτερο φόβο τὸν ἔχει πάντοτε, ὅπως ἔχει λεχθεῖ προηγουμένως, στενὰ ἑνωμένο μὲ τὸν ἑαυτό της. Στὸν πρῶτο φόβο ταιριάζει τό, «μὲ τὸν φόβο τοῦ Κυρίου ἀποφεύγει ὁ καθένας τὸ κακό», καί, «ἀρχὴ τῆς σοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου», ἐνῶ στὸν δεύτερο τό, «ὁ φόβος τοῦ Κυρίου ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ νόμο του εἶναι ἁγνὸς καὶ παραμένει αἰώνια», καὶ τό, «ὅσοι φοβοῦνται τὸν Κύριο καμιὰ στέρηση δὲν θὰ δοκιμάσουν».

83. «Νεκρώσατε τὰ μέλη σας ἐκεῖνα ποὺ ρέπουν πρὸς τὰ γήινα, δηλαδὴ τὴν πορνεία, τὴν ἀκαθαρσία, τὸ πάθος, τὴν κακὴ ἐπιθυμία καὶ τὴν πλεονεξία», καὶ τὰ ἑξῆς. Γῆ ὀνόμασε τὸ φρὸνημα τῆς σάρκας· πορνεία εἶπε τὸν ἔμπρακτη ἁμαρτία· ἀκαθαρσία κάλεσε τὴ συγκατάθεση τοῦ νοῦ· πάθος ὀνόμασε τὸν ἐμπαθὴ λογισμὸ· ἐπιθυμία κακὴ χαρακτήρισε τὴν ἁπλὴ ἀποδοχὴ τοῦ λογισμοῦ τῆς ἐπιθυμίας, καὶ τέλος πλεονεξία ὀνόμασε τὴν ὕλη ποὺ γεννᾶ καὶ αὐξάνει τὸ πάθος. Ὅλα αὐτὰ λοιπόν, σὰν μέλη ποὺ εἶναι τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, ἔδωσε ἐντολὴ ὁ θεῖος Ἀπόστολος νὰ τὰ νεκρώσουμε.

84. Στὴν ἀρχὴ ἡ μνήμη εἰσάγει στὸ νοῦ λογισμὸ ἁπλό, ἐφόσον ὅμως αὐτὸ διαρκεῖ γιὰ πολὺ χρόνο, τότε ἀρχίζει νὰ ἐκδηλώνεται τὸ πάθος, καὶ ἂν αὐτὸ δὲν νικηθεῖ καὶ ἀπομακρυνθεῖ, λυγίζει ὁ νοῦς καὶ δίνει τὴ συγκατάθεσή του, καὶ ἀφοῦ δοθεῖ ἡ συγκατάθεση αὐτή, τότε πλέον προχωρεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. Ὁ πάνσοφος λοιπὸν Ἀπόστολος γράφοντας πρὸς τοὺς προερχομένους ἀπὸ τοὺς Ἐθνικοὺς Χριστιανοὺς δίνει ἐντολὴ νὰ καταστρέφεται πρῶτα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας, καὶ μετά, ἀντιστρέφοντας τὴ σειρὰ τῶν πραγμάτων, καταλήγει στὴν αἰτία. Καὶ ἡ αἰτία, ὅπως προαναφέρθηκε, εἶναι ἡ πλεονεξία ποὺ γεννᾶ καὶ αὐξάνει τὸ πάθος. Νομίζω ἐδῶ ὅτι ἐννοεῖ τὴ γαστριμαργία, ποὺ εἶναι μητέρα καὶ τροφὸς τῆς πορνείας. Διότι ἡ πλεονεξία εἶναι κακὴ ὄχι μόνο στὴν περίπτωση τῶν χρημὰτων, ἀλλὰ καὶ στὴν περίπτωση τῶν τροφῶν. Ὅπως πάλι καὶ ἡ ἐγκράτεια εἶναι καλὴ ὄχι μόνο στὴν περίπτωση τῶν τροφῶν, ἀλλὰ καὶ στὴν περίπτωση τῶν χρημάτων.

85. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ σπουργιτάκι, ποὺ εἶναι δεμένο ἀπὸ τὸ πόδι του, ἐπιχειρώντας νὰ πετάξει, σύρεται πρὸς τὴ γῆ ἐπειδὴ ἕλκεται ἀπὸ τὸ σχοινί, ἔτσι καὶ ὁ νοῦς ποὺ δὲν ἀπέκτησε ἀκόμα ἀπάθεια, πετώντας πρὸς τὰ ἐπάνω στὴν προσπάθειά του νὰ γνωρίσει τὰ οὐράνια, συρόμενος ἀπὸ τὰ πάθη, πέφτει πρὸς τὰ γήινα.

86. Ὅταν ὁ νοῦς ἐλευθερωθεῖ τέλεια ἀπὸ τὰ πάθη, τότε χωρὶς μεταστροφὴ προχωρεῖ στὴ θεωρία τῶν ὄντων καὶ ἡ πορεία αὐτὴ τὸν ὁδηγεῖ στὴ γνώση τῆς ἁγίας Τριάδος.

87. Ὅταν ὁ νοῦς εἶναι καθαρὸς προσλαμβάνει τὰ νοήματα τῶν πραγμάτων καὶ προχωρεῖ στὴν πνευματικὴ θεωρία αὐτῶν, ὅταν ὅμως ἀπὸ πνευματικὴ ἀδιαφορία καταστεῖ ἀκάθαρτος, τότε τὶς ἔννοιες τῶν πνευματικῶν πραγμάτων τὶς θεωρεῖ σὰν ἁπλὲς καὶ χωρὶς σημασία ἔννοιες, ἐνῶ, δεχόμενος τὶς ἀνθρώπινες ἔννοιες, τὶς μετατρέπει σὲ αἰσχροὺς ἤ πονηροὺς λογισμούς.

88. Ὅταν φθάσεις, ὥστε πάντοτε κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς νὰ μὴν ἐνοχλεῖ τὸ νοῦ σου καμιὰ ἀπὸ τὶς ἔννοιες τοῦ κόσμου, τότε γνώριζε ὅτι δὲν βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς ἀπάθειας.

89. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἀρχίζει νὰ αἰσθάνεται τὴν ὑγεία της, τότε ἀρχίζει νὰ βλέπει καὶ τὶς φαντασίες τῶν ὀνείρων σὰν ἁπλὲς φαντασίες καὶ χωρὶς νὰ νιώθει καμιὰ ταραχή.

90. Ὅπως ἀκριβῶς τὸν αἰσθητὸ ὀφθαλμὸ τὸν προσελκύει τὸ κάλλος τῶν ὁρατῶν πραγμάτων, ἔτσι καὶ τὸν καθαρὸ νοῦ τὸν ἀποσπᾶ ἡ γνώση τῶν ἀόρατων πραγμάτων. Ἀόρατα ὀνομάζω τὰ ἀσώματα.

91. Εἶναι πάρα πολὺ σπουδαῖο πράγμα τὸ νὰ παραμένει ὁ νοῦς ἀπαθὴς ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, πολὺ περισσότερο ὅμως τὸ νὰ παραμένει ἀπαθὴς ἀπὸ τὶς φαντασίες αὐτῶν. Διότι ὁ πόλεμος τῶν δαιμόνων πρὸς ἐμᾶς μὲ τοὺς λογισμοὺς εἶναι πολὺ πιὸ φοβερὸς ἀπὸ τὸν πόλεμο μέσω τῶν πραγμάτων.

92. Ἐκεῖνος ποὺ κατόρθωσε τὶς ἀρετὲς καὶ ἀπέκτησε τὸν πλοῦτο τῆς γνώσεως, θεωρώντας πλέον τὰ πράγματα μὲ τὴ φυσική τους ἔννοια, ὅλα τὰ κάμνει καὶ γιὰ ὅλα ὁμιλεῖ σύμφωνα μὲ τὸν ὀρθὸ λόγο, χωρὶς νὰ διαστρέφει κανένα ἀπ' αὐτά. Διότι ἀνάλογα μὲ τὴ λογικὴ ἤ παράλογη χρησιμοποίηση τῶν πραγμάτων γινόμαστε ἐνάρετοι ἤ κακοί.

93. Ἀπόδειξη τέλειας ἀπάθειας τῆς ψυχῆς εἶναι ὅταν οἱ ἔννοιες τῶν πραγμάτων ἀνεβαίνουν πάντοτε στὴν καρδιὰ σὰν ἁπλὲς ἔννοιες καὶ ὅταν τὸ σῶμα δὲν κοιμᾶται καὶ ὅταν κοιμᾶται.

94. Μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ ὁ νοῦς ἀποβάλλει τὰ πάθη, ἐνῶ μὲ τὴν πνευματικὴ θεωρία τῶν ὁρατῶν πραγμάτων ἀποβάλλει τὶς ἐμπαθεῖς ἔννοιες τῶν πραγμάτων· μὲ τὴ γνώση τῶν ὁρατῶν πραγμάτων ἀποβάλλει τὴ θεωρία τῶν ὁρατῶν, καὶ τέλος τὴ γνώση αὐτὴ τῶν ἀοράτων τὴν ἀποβάλλει μὲ τὴ γνώση τῆς ἁγίας Τριάδος.

95. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἥλιος ἀνατέλλοντας καὶ φωτίζοντας τὸν κόσμο, καὶ τὸν ἑαυτὸ του δείχνει καὶ τὰ πράγματα ποὺ φωτίζονται ἀπ' αὐτόν, ἔτσι καὶ ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ἀνατέλλοντα μέσα στὸν καθαρὸ νοῦ, καὶ τὸν ἑαυτὸ τουδείχνει, καὶ τὶς αἰτίες ὅλων ἐκείνων ποὺ ἔχουν γίνει ἀπ' αὐτὸν καὶ πρόκειται νὰ γίνουν.

96. Δὲν γνωρίζουμε τὸ Θεὸ ἀπὸ τὴν οὐσία του, ἀλλ' ἀπὸ τὰ μεγαλοπρεπὴ ἔργα αὐτοῦ καὶ ἀπὸ τὴν πρόνοιά του γιὰ τὰ ὄντα. Διότι μέσα ἀπ' αὐτά, σὰν μέσα ἀπὸ καθρέφτη, κατανοοῦμε τὴν ἄπειρη ἀγαθότητα καὶ σοφία καὶ δύναμη αὐτοῦ.

97. Ὁ καθαρὸς νοῦς κινεῖται ἤ μέσα στὶς ἁπλὲς ἔννοιες τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, ἤ μέσα στὴ φυσικὴ θεωρία τῶν ὁρατῶν πραγμάτων, ἤ μέσα στὴ θεωρία τῶν ἀοράτων, ἤ μέσα στὸ φῶς τῆς ἁγίας Τριάδος.

98. Κινούμενος ὁ νοῦς μέσα στὴ θεωρία τῶν ὁρατῶν πραγμάτων ἐρευνᾶ ἤ τὶς φυσικὲς αἰτίες αὐτῶν, ἤ τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ ὑποσημαίνεται ἀπ' αὐτά, ἤ ψάχνει νὰ βρεῖ τὴν αἰτία ποὺ ἔκανε αὐτά.

99. Ὁ νοῦς ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὴ θεωρία τῶν ἀοράτων πραγμάτων, ψάχνει νὰ βρεῖ καὶ τὶς φυσικὲς αἰτίες αὐτῶν, καὶ τὴν αἰτία τῆς δημιουργίας αὐτῶν καὶ τὰ ὅσα συνεπάγονται ἀπ' αὐτά, καὶ τέλος ποιὰ εἶναι ἡ πρόνοια καὶ ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ γι' αὐτά.

100. Ὅταν ὁ νοῦς βρεθεῖ μέσα στὸ χῶρο τοῦ Θεοῦ, φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο νὰ γνωρίσει αὐτόν, ψάχνει νὰ βρεῖ πρῶτα τοὺς λόγους τῆς οὐσίας αὐτοῦ, δὲν βρίσκει ὅμως τὴν ἐξήγηση αὐτὴ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὴν οὐσία αὐτοῦ (διότι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο καὶ ἐξ ἴσου ἀκατόρθωτο γιὰ κάθε γεννιτὴ φύση), ἀλλὰ παρηγορεῖται ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρονται σ' αὐτὸν· ἐννοῶ δηλαδὴ τὴν αἰωνιότητα αὐτοῦ, τὴν ἀπειρία καὶ τὴν ἀοριστία του, τὴν ἀγαθότητα καὶ σοφία του, καθὼς καὶ τὴ δύναμή του τόσο τὴ δημιουργική, ὅσο καὶ τὴν προνοητικὴ καὶ κριτικὴ τῶν ὄντων. Καὶ αὐτοῦ αὐτὸ μόνο εἶναι τελείως καταληπτό, ἡ ἀπειρία δηλαδὴ καὶ ἡ μὴ γνώση αὐτοῦ, διότι ἡ γνώση αὐτοῦ βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀκριβῶς εἶπαν οἱ θεολόγοι ἄνδρες Γρηγόριος ὁ θεολόγος καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρειοπαγίτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου