Κύριε μου, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Μοναχός Εὐάρεστος Γαβαλάς. Ὁσιακή Μορφή τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κουδουμᾶ Κρήτης

Είναι γνωστός στό πανελλήνιο, αλλά ιδιαίτερα σ’ ολόκληρη τήν Κρήτη, ό Ηγούμενος τής 'Ιεράς Μονής Προφήτη Ήλία Ρουστίκων Ρεθύμνης, Αρχιμανδρίτης Εύμένιος Λαμπάκης (2005). 
Είναι γνωστός γιά τήν αγιότητα του βίου του, γιά τίς αμέτρητες ψυχές πού βοήθησε μέ τίς θεοφώτιστες διδαχές του καί τό διορατικό του χάρισμα. Τή ζωή τού Γέροντος Εύμενίου σφράγισε πνευματικά ό Μοναχός άπό τόν Κουδουμά Εύάρεστος Γαβαλάς. Αύτόν είχε ως υπόδειγμα ένάρετης ζωής. Θεωρήσαμε, λοιπόν, σωστό νά συμπεριλάβουμε έδώ στό κεφάλαιο γιά τίς όσιακές μορφές, οί όποιες άναδείχθηκαν άπό τόν Κουδουμά μετά τούς Όσιους Κτίτορες καί τόν Μοναχό Εύάρεστο, διότι μάς είναι αρκετή ή μαρτυρία γιά τόν Εύάρεστο άπό τά όσιακά χείλη του Γέροντος Εύμενίου Λαμπάκη καί τήν όποια καί δανειζόμαστε άπό τό βιβλίο του θεολόγου καθηγητή κ. Αποστόλου Μπουρνέλη, «Ή Όρθόδοξος Μαρτυρία τής 'Ιεράς Μονής Προφήτου Ήλία Ρουστίκων Ρεθύμνης», Ρέθυμνο 1990, σελ. 34-35:

«Τό 1934, όταν ό Παντελεήμων (νυν καθηγούμενος της Ίεράς Μονής του Προφήτη Ήλία π. Εύμένιος) ήρθε στό Μοναστήρι, έντάχθηκε στήν τάξη των δοκίμων Μοναχών καί άνέλαβε άπό τόν τότε καθηγούμενο Διονύσιο Παπαδάκη τόν κανόνα του. Στό Μοναστήρι υπήρχε ένας ενάρετο Μοναχός, πού ονομαζόταν Εύάρεστος Γαβαλάς. Ό Μοναχός Εύάρεστος είχε καρεΐ στήν Ιερά Μονή Κουδουμά καί είχε συνασκητές τούς κτήτορες της Ιεράς Μονής τόν Παρθένιο καί Εύμένιο.

Κοντά τους μαθητέυσε γιά αρκετά χρόνια, μέχρι πού ήλθε στην Ιερά Μονή του Προφήτη Ήλία.

Ή ζωή του ήταν υπερβολικά ασκητική καί χαρακτηριζόταν από βαθιά καί άκλόνητη πίστη, ένθερμη προσευχή, υπέρμετρη νηστεία καί άγρυπνία. Σέ έρώτηση τού τότε δοκίμου Μοναχού Παντελεήμονα, γιατί φτάνει σέ υπερβολές, ό ευλαβής αυτός Μοναχός απάντησε, ότι έζησε τόσα πολλά στήν Ιερά Μονή Κουδουμά, ώστε ό άγώνας του είναι μηδαμινός μπροστά στήν άρετή των Πατέρων έκείνων. Μετά από λίγο καιρό καί αφού είχε προηγηθεί αυτή ή συζήτηση, ό δόκιμος Μοναχός Παντελεήμων αρρώστησε βαριά. Στό κρεβάτι του έφτασε μεταξύ των πρώτων καί ό άγωνιστής Μοναχός Εύάρεστος.Είδε ό ίδιος τήν κατάσταση τού άρρώστου καί ακούσε μέ προσοχή τά λόγια τού δοκίμου Μοναχού Παντελεήμονα: “Πατέρα Εύάρεστε, μπορείτε νά προσευχηθείτε ύπέρ υγείας καί ύπέρ άναρρώσεως τού δούλου τού Θεού Παντελεήμονα”; Ό π. Εύάρεστος απάντησε μέ τή Μοναχική φράση “νά ’ναι ευλογημένο, δόκιμε”. Τήν έπομένη τό πρωί ό δόκιμος Μοναχός αισθανόταν άρκετά καλά καί μόλις συνάντησε τόν εύλογημένο Μοναχό, έπεσε στά πόδια του καί ζήτησε τήν εύχή του.

“Αμήν γάρ λέγω ύμΐν, έάν έχητε πίστιν ως κόκκον συνάπεως, έρεΐτε τω δρει τούτω μετάβηθι έντεΰθεν έκεί καί μεταβήσεται καί ούδέν αδυνατήσει ύμίν»” (Ματθ. ιζ', 20)».
Ό Γέροντας Εύμένιος, αναπολώντας μέ συγκίνηση τίς ευλογημένες ημέρες πού ζουσε ό Γέρων Εύάρεστος, μάς διηγήθηκε τά παρακάτω γιά τήν ασκητική ζωή καί τήν άρετή του Κουδουμιανοϋ Μοναχού: «Δούλευε πολύ σκληρά στά κτήματα της Μονής μας, ενώ παράλληλα νήστευε καί σκληρά. 

Τού λέγαμε
- Γέροντα, είστε πιά μεγάλος στήν ηλικία μήν κάνετε τόσο σκληρή νηστεία, γιατί θά καταπέσετε.
Τότε έκεΐνος μέ δάκρυα στά μάτια καί κουνώντας τό κεφάλι του μάς άπαντούσε:
- Πατέρες μου, φέρω μεγάλη εύθύνη άπέναντι στόν Θεό γι` αυτά πού διδάχθηκα άπό τούς Όσιους γεροντάδες μου Παρθένιο καί Εύμένιο. δέν ξεχνώ ότι σ’ αυτό τό κεφάλι -καί έδειχνε τό κεφάλι του- άκούμπησαν τά άγιά τους χέρια, όταν μέ κάμανε καλόγερο. Ακόμα νοιώθω τή ζεστασιά τών χεριών τους στήν κεφαλή μου.

Ηταν τόσο μεγάλος νηστευτής καί κυρίως τίς ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ώστε δέν έτρωγε τίποτε επί πολλές ημέρες, ένώ παράλληλα έγκρατευόταν καί σ' αυτό ακόμη τό νερό. Ομως, έπειδή παράλληλα δούλευε σκληρά, τό σώμα του ατονούσε από την εργασία καί τη νηστεία καί δέν μπορούσε νά αποδώσει στη νυχτερινή πολύωρη προσευχή καί στόν προσωπικό του κανόνα. Τότε, καί αφού είχε περάσει τό πρώτο τριήμερο παντελούς αποχής από τροφή καί νερό, πήγαινε στόν οικονόμο της Μονής καί ζητούσε λίγο καφέ καί λίγη ζάχαρη, τά όποια ανακάτευε στό νερό καί έτσι άβραστα τά έπινε γιά νά τονωθεί λίγο τό σώμα του καί νά μπορεί νά κρατηθεί τίς ώρες της προσευχής.

Πεπειραμένος όπως ήταν στίς χειρωνακτικές έργασίες καί μάλιστα στά αμπέλια, έβγαζε πολύ γρήγορα τή δουλειά στό κομμάτι πού τού αναλογούσε. Αυτό τό έκανε διότι ήθελε νά βοηθα καί έμάς τούς νέους Μοναχούς πού δέν είχαμε ούτε τήν έμπειρία του ούτε τή δύναμή του. Εκεί πού κλάδευα καί φαινόταν ή κούραση μου, τότε μέ αίφνιδίαζε ό Γέρων Εύάρεστος έρχόμενος ξαφνικά από πίσω μου καί άρπάζοντάς μου από τό χέρι τό εργαλείο τού κλαδέματος. Τό έκανε μέ τρόπο πού νά φανεί σάν κάτι αστείο καί αμέσως μοΰ έλεγε μέ τρόπο χαμηλόφωνο καί βάζοντας τό δάκτυλό του στό στόμα του δπως κάνουμε τό σημάδι της σιωπής:
- Σσσσσσ! Γιά νά σέ ξεκουράσω λίγο παιδί μου...».
Τό όνομα του Γέροντα Ευάρεστου ύπάρχει σέ έγγραφα της μονής. ’Άλλα στοιχεία δέν θά είχαμε γιά τήν ένάρετη ζωή του, έάν δέν είχε πάει στή Μονή του Προφήτη Ήλία 
Ρουστίκων άπ’ όπου μάθαμε τά παραπάνω.

Μελετώντας γιά τήν παρούσα έκδοση τά στοιχεία πού δημοσιεύσαμε κατά τή σύνταξη του Μοναχολογίου της Μονής άπό σκόρπιες πηγές στήν α' έκδοση (2003), παρατηρήσαμε κάτι πού δέν μπορούμε νά τό θεωρήσουμε συμπτωματικό. Στόν κατάλογο πού καταρτίσαμε βάσει των πηγών (άναφέρουμε καί τά έγγραφα), υπάρχουν τά ονόματα: α) Εύάρεστος Γαβαλάς Μοναχός άπό τό Άρολίθι Ρεθύμνης καί 
β) Αρσένιος Γαβαλάκης Μοναχός άπό τό Άρολίθι Ρεθύμνης έπίσης. Οί χρονολογίες πού σημειώνονται, ό τόπος καταγωγής (Άρολίθι), τό έπίθετο μέ τή συνήθη κρητική κατάληξη (-άκης) κάτι πού καί σήμερα γίνεται, νά προφέρεται δηλαδή όχι ολόκληρο χάριν συντομίας. Απόδειξη, ότι σέ παλαίτυπο Αγίας Γραφής (Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης) τοΰ 1821 πού είχε εκδοθεί στή Μόσχα, ύπάρχει στό εξώφυλλο ή υπογραφή τοΰ Αρσενίου όχι μέ τό έπίθετο Γαβαλάκης, αλλά Γαβαλάς. Επίσης ότι έφυγε από τόν Κουδουμά στίς 17-3-1918 μέ τή σημείωση ότι έδειξε «διαγωγήν εξαίρετον» μάς οδηγούν στό σχεδόν βάσιμο συμπέρασμα ότι πρόκειται γιά τό ίδιο πρόσωπο. ’Άν εύσταθεΐ ή σκέψη μας, τότε τό όνομα Αρσένιος θά ήταν τό της ρασοφορίας καί τό Ευάρεστος πρός τιμήν ένός των Αγίων Δέκα Μαρτύρων των έν Γορτύνη μαρτυρησάντων (250 μ.Χ.) δόθηκε στή Μεγαλοσχημία, κάτι άλλωστε τό όποιο συνηθιζόταν νά γίνεται. Τό 1918, Ηγούμενος ήταν ό Οσιος Εύμένιος καί ό ίδιος ύπαγόρευσε καί ύπέγραψε τό άπολυτήριό του μέ τήν έγκωμιαστική σημείωση ότι έδειξε «διαγωγήν έξαίρετον», κάτι πού επιβεβαιώθηκε στά Ρούστικα όπως μαρτυρεί ό Γέροντας Εύμένιος ό όποιος μάς διέσωσε καί τή χρονολογία της κοιμήσεώς του, δηλαδή τό 1958. 

Έάν επίσης εύσταθεΐ ή σκέψη μας, στή Μονή Κουδουμά πήγε μετά τήν κοίμηση του Όσιου Παρθενίου, δηλαδή επί ήγουμενίας του Όσιου Εύμενίου, καθώς καί ότι έπί ήγουμενίας πάλι του ίδιου Όσιου άποχώρησε. Ή άρετή του άλλά καί ό χαρακτήρας του θά ήταν τέτοιος (όπως άποδείχθηκε στά Ρούστικα) πού δέν ήθελε εντάσεις. ’Ήθελε άληθινή μοναχική ζωή, ειρηνική, ασκητική, κάτι πού δέν υπήρχε πιά όπως τίς άρχές έξαιτίας των προβληματικών Μοναχών πού τυράννησαν τόν Οσιο Εύμένιο μέ τήν όλη τους συμπεριφορά. Έφυγε μέ εύλογία καί γραπτό έπαινο άπό τή Μονή της μετάνοιας του καί εύδοκίμησε στά Ρούστικα. Τόν φύλαξε έτσι ό Θεός, διότι δέν θά ζούσε τίς μεγάλες ταραχές καί τά σκάνδαλα άπό τό ήμερολογιακό ζήτημα, ούτε τίς ταλαιπωρίες άπό τή διάλυση της Μονής έξ αιτίας τών κατακτητών Γερμανών.

Φύλαξε αύτά πού παρέλαβε, πού ύποσχέθηκε καί κράτησε μέσα του όσα καλά καί εύσημα άπό τήν πρώτη του μετάνοια καί τό σεβασμό στή μνήμη τών άγιων Κτιτόρων της. Τό όνομα δέν άποδείχθηκε τυχαίο. Εύαρέστησε τόν Θεό καί τήν Παναγία καί τούς Όσιους της Μονής του, άλλά καί τούς άδελφούς της δεύτερης Μονής του μέ τήν ταπείνωσή του, τή φιλοπονία του, τή μεγάλη του νηστεία καί γενικά άσκηση, τήν άγάπη του καί τό σύνολο τών χριστιανικών άρετών του.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΚΑΙ ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΗ ΜΟΝΗ ΚΟΥΔΟΥΜΑ. 
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ
ΑΡΧΙΜ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου