Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με ...

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Πως επιλέγουμε τον Πνευματικό μας Πατέρα

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
Ὅπως φροντίζουμε νά βροῦμε τόν καλό γιατρό γιά τό σῶμα μας, ἔτσι καί πιό ἐπιμελημένα θά πρέπει νά ἀναζητήσουμε καί τόν σωστό Πνευματικό μας ἰατρό πού θά συμβάλει στήν πνευματική μας θεραπεία. 
Γιατί ἀλλιῶς… «τυφλός ἄν ὁδηγεῖ τυφλό, θά πέσουν κι οἱ δύο στό χαντάκι» (Ματθ. 15:14).
«Χρειαζόμεθα», λέγει ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος,« πολλὴν προσοχήν, πολλὴν ἀγρυπνίαν, πολλὰς προσευχὰς διὰ νὰ μὴ
περιπέσωμεν εἰς κανένα πλάνον, ἢ ψεύστην, ἢ ψευδαπόστολον, ἢ ψευδόχριστον.
Ἀντίθετα πρέπει νὰ ἐπιτύχωμεν ὁδηγὸν ἀληθινόν, καὶ φιλόθεον, πού νὰ ἔχῃ τὸν Χριστὸν μέσα του, καὶ νὰ γνωρίζει καταλεπτῶς τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, τοὺς κανόνας, καὶ τὰς παραγγελίας τους, καὶ τὰ δόγματα τῶν Πατέρων. Ἢ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, πού νὰ ἠξεύρη τὰ θελήματα, καὶ μυστήρια αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Δεσπότου καὶ Διδασκάλου τῶν Ἀποστόλων Χριστοῦ. Τέτοιον διδάσκαλον πρέπει νὰ ζητοῦμεν, καὶ νὰ εὑρίσκωμεν, πού πρῶτον μὲν νὰ τὰ ἤκουσεν αὐτὰ μὲ λόγον, καὶ νὰ τὰ ἐδιδάχθη, καὶ ὕστερον νὰ τὰ ἐδιδάχθη καὶ μυστικὰ ἐν ἀληθείᾳ ἀπὸ αὐτὸ τὸ παράκλητον Πνεῦμα μὲ πρᾶξιν, καὶ μὲ δοκιμήν»2.
Δέν ὑπάρχουν πολλοί στήν ἐποχή μας τέτοιοι. Ὅπως συνέβαινε στήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Συμεών ἔτσι καί σήμερα, εἶναι σπάνιοι οἱ ἀληθινοί Πνευματικοί ἰατροί. «Σπάνιοι γάρ ὡς ἀληθῶς καί μάλιστα ἄρτι οἱ καλῶς ποιμαίνειν καί ἰατρεύειν ψυχάς λογικάς ἐπιστάμενοι»(Δηλ. Ἀληθινά εἶναι σπάνιοι καί μάλιστα τώρα, αὐτοί πού γνωρίζουν νά ποιμαίνουν καλά καί νά ἰατρεύουν τίς λογικές ψυχές)3.
Θά πρέπει πρῶτα ἀπ’ ὅλα νά κάνουμε θερμή προσευχή, ὥστε ὁ Πανάγαθος Κύριος νά μᾶς παρουσιάσει ἕναν τέτοιο Πνευματικό Πατέρα. Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος μᾶς προσφέρει ἕνα τύπο προσευχῆς γι’ αὐτό τό θέμα. Ἡ προσευχή εἶναι ἡ ἑξῆς:
«Κύριε, ὁ μή θέλων τόν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ ὡς τό ἐπιστρέψαι καί ζῆν αὐτόν, ὁ κατελθών διά τοῦτο ἐπί τῆς γῆς, ἵνα τούς κειμένους καί τεθανατωμένους ὑπό τῆς ἁμαρτίας ἐξαναστήσῃς καί Σέ κατιδεῖν αὐτούς, τό φῶς τό ἀληθινόν, ὡς ἰδεῖν ἀνθρώπῳ δυνατόν, καταξιώσῃς, πέμψον μοι ἄνθρωπον γινώσκοντά Σε, ἵνα ὡς Σοί δουλεύσας αὐτῷ καί πάσῃ δυνάμει μου ὑποταγείς καί τό σόν ἐν τῷ ἐκείνου θελήματι ποιήσας θέλημα, εὐαρεστήσω Σοι τῷ μόνῳ Θεῷ καί καταξιωθῶ Σου κἀγώ τῆς Βασιλείας Σου ὁ ἁμαρτωλός»4. Δηλαδή: «Κύριε, Ἐσύ πού δέν θέλεις τόν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλά ἀντίθετα τό νά ἐπιστρέψει ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά ζήσει, Ἐσύ πού κατέβηκες γι’ αὐτό τό σκοπό στή γῆ, ὥστε νά ἀναστήσεις αὐτούς πού εἶναι πεσμένοι καί θανατωμένοι ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά τούς καταξιώσεις νά Σέ δοῦν, Ἐσένα πού εἶσαι τό ἀληθινό φῶς, ὅσο εἶναι δυνατόν σέ ἄνθρωπο νά Σέ δεῖ, στεῖλε μου ἄνθρωπο πού Σέ γνωρίζει, ἔτσι ὥστε δουλεύοντας σ’ αὐτόν ὡς νά εἶσαι Σύ καί ὑποτασσόμενος μέ ὅλη μου τή δύναμη καί κάνοντας τό δικό Σου θέλημα τηρώντας τό δικό του, νά εὐαρεστήσω, σ’ Ἐσένα τόν μόνο Θεό καί ν’ ἀξιωθῶ καί ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός τῆς Βασιλείας Σου».
Ὁπωσδήποτε ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος θέλει τή σωτηρία μας θά μᾶς δώσει αὐτόν πού ζητᾶμε. «Ἄν ζητήσωμεν», μᾶς διδάσκει ὁ Ἅγιος Συμεών, « χωρὶς ἄλλο θέλει εὕρομεν, διότι δὲν εἶναι ἄδικος ὁ Θεός, οὔτε χαίρεται εἰς τὴν ἀπώλειαν τῶν ἀνθρώπων. Ἄρα γε πῶς εἶναι δυνατόν, ὅταν ἡμεῖς τὸν παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς φανερώσῃ κανένα ἅγιον, καὶ ἀληθινὸν δοῦλον του, διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήση εἰς σωτηρίαν, καὶ νὰ μᾶς διδάξῃ τὰ θελήματά του; πῶς, λέγω, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρύψῃ τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ νὰ μᾶς ὑστερήσῃ ἀπὸ ὁδηγόν; ὄχι, ὄχι. Δὲν εἶναι δυνατόν. Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ πιστεύσωμεν ἀπὸ ἐκεῖνο πού ἔγινεν εἰς τὸν ἑκατόνταρχον Κορνήλιον… Βλέπεις ὅτι ὄχι μόνον τὸ ὄνομα τοῦ ὁδηγοῦ ἐφανέρωσεν ὁ Ἄγγελος, ἀλλά καὶ τὸ ὄνομα ἐκείνου πού τὸν ἐδέχθη, καὶ τὸν τόπον πού ἦταν φιλοξενούμενος· καὶ τοῦτο τὸ ἔκαμεν ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ μὴν ἀπατηθῇ ὁ Κορνήλιος, καὶ προσκαλέσῃ ἄλλον ἀντὶ διὰ τὸν (σελ. 72) Πέτρον, καὶ καταντήση σέ λύκον, ἀντὶ σέ ποιμένα»5.
Θά πρέπει βέβαια μαζί μέ τήν προσευχή πού θά κάνουμε νά ἔχουμε καί σωστή ζωή γιά νά ἐπιτύχουμε τοῦ ποθουμένου. «Ἄν λοιπὸν θέλεις καὶ σὺ νὰ δείξῃς τὸν ἑαυτόν σου ἀληθινόν, καὶ πιστόν καὶ διαλεκτὸν μαθητὴν τοῦ Χριστοῦ», παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Συμεών, «μεταχειρίσου τέτοιαν ζωήν, κάμε τέτοιας πράξεις, πρόσπεσε, καὶ παρακάλεσε τὸν Θεὸν τοιουτοτρόπως, μὲ ἐλεημοσύνην, μὲ νηστείαν καὶ προσευχήν, καὶ θέλει ἀνοίξει τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς σου, νὰ ἴδῃς τὸν τέτοιον ἄνθρωπον καὶ σύ, καθὼς εἶδε τὸν Ἄγγελον ὁ Κορνήλιος… Καὶ ἄν θέλεις να ἐπιτύχῃς πνευματικὸν καὶ ἅγιον ἄνδρα, καὶ ἀληθινὸν διδάσκαλον, μὴ νομίσεις ὅτι ἠμπορεῖς νὰ τὸν γνωρίσῃς ἀπὸ μόνος σου, καὶ μέ τήν δικήν σου γνῶσιν, διότι αὐτό εἶναι ἀδύνατον. Πρίν ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, καθὼς προείπαμεν, ἀγωνίσου μὲ ἀγαθὰς πράξεις, καὶ μὲ ἐλεημοσύνην, μὲ νηστείαν καὶ προσευχήν, καὶ μὲ δέησιν ἀδιάκοπον, διὰ νὰ σοῦ γένῃ ὁ Θεὸς συνεργὸς εἰς τοῦτο, καὶ βοηθός»6.
Ἄν ὅμως δέν ζοῦμε σωστά καί δέν τηροῦμε οὔτε τίς βασικές ἐντολές, παρ΄ ὅλο πού τίς γνωρίζουμε, τότε πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐπιτύχουμε ἀνώτερους πνευματικούς διδασκάλους καί καθοδηγητές; «Ἄν καταφρονῇς», ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος Συμεών, «ἐκεῖνα τὰ πράγματα πού εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐξουσίαν σου, καὶ εἰς τὴν προαίρεσίν σου, ἀκόμη καὶ ἐκεῖνες τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ πού ἠξεύρεις τίς καταφρονεῖς, καὶ δὲν τίς κάμνεις, ἀλλὰ τίς ἀμελεῖς, καὶ δὲν διορθώνεις μήτε τὸν ἑαυτόν σου, μήτε ἐκείνους πού ἔχεις στὴν ἐξουσίαν σου, πές μου, πῶς θέλει νά σοῦ δείξει ὁ Θεὸς διδάσκαλον, πού νὰ σὲ διδάσκῃ τὰ τελειότερα, καὶ ὑψηλότερα; καὶ ὅταν δὲν σοῦ τὸν φανερώση ὁ Θεός, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν εὕρῃς ἐσύ, ἢ νὰ τὸν γνωρίσεις;»7…
Δυστυχῶς πολλοί, ἐπειδή ζοῦν μέ ἀδιαφορία καί ἀμέλεια, ἀναζητοῦν ἰατρούς «πνευματικούς» πού «νά τούς ἀναπαύουν», ὅπως λένε, οἱ ὁποῖοι νά μήν «εἶναι αὐστηροί», ἀλλά νά συμπλέουν μέ τά ἁμαρτωλά θελήματά τους. Παραχωρεῖ τότε ὁ Θεός νά βροῦν τέτοιους τσαρλατάνους ἰατρούς, «πνευματικούς χωρίς Ἅγιο Πνεῦμα», οἱ ὁποῖοι, ὄντες οἱ ἴδιοι ἀθεράπευτοι, ἀδυνατοῦν νά θεραπεύσουν καί αὐτούς πού πηγαίνουν κοντά τους.
«Ἐκείνους», διδάσκει ὁ Ἅγιος Συμεών, «πού καταφρονοῦν τοὺς ἄλλους, καὶ νομίζουν τὸν ἑαυτόν τους πὼς εἶναι σοφοί, καὶ εὑρίσκονται σέ ἀμεριμνίαν, καὶ ἀμέλειαν, καὶ δὲν παρακαλοῦν τὸν Θεόν, καθὼς ὁ Κορνήλιος, καὶ οἱ ὅμοιοί του, μὲ κάθε προθυμίαν, μὲ ἐλεημοσύνην, μὲ νηστείαν, καὶ μὲ προσευχήν…, τοὺς τοιούτους τοὺς ἀφήνει καὶ ὁ Θεὸς νὰ εὑρίσκωνται μέσα σ’ ἐκείνην τὴν πλάνην, πού ἔπεσαν ἀπό μόνοι τους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ νὰ εἶναι σκοτισμένοι ἀπὸ τὸ σκότος τῶν δικῶν τους παθῶν, καὶ ἐπιθυμιῶν, καὶ θελημάτων, καὶ με το να περιπατοῦν μέσα εἰς αὐτό, σὰν μέσα σέ βαθεῖαν νύκτα, εὑρίσκουν καὶ τέτοιους διδασκάλους. Καὶ μὲ δίκαιον τρόπον.
Ἐπειδὴ ὁ διαφεντευτὴς τοῦ σκότους ἔχει ὁπωσδήποτε καὶ ὑπηρέτες, καὶ μαθητές του ἐκείνους, πού περιπατοῦν μέσα εἰς τὸ σκότος. Αὐτούς τοὺς εὑρίσκουν οἱ τέτοιοι, καὶ τοὺς δέχονται μετὰ χαρᾶς, ὡς ὁμόφρονές τους, καὶ διδάσκονται ἀπὸ αὐτοὺς τὰ ἴδια, ἐκεῖνα πού ἐδιάλεξαν προτήτερα μοναχοί τους, καὶ ἐπρόκριναν νὰ τὰ κάμουν διὰ τὴν ἀπώλειάν τους. Διατὶ ποῖος δὲν τὸ γνωρίζει, ὅτι ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὁ διάβολος ἐσήκωσεν ἐνάντιον τῶν Προφητῶν, τοὺς ψευδοπροφήτας; ἐναντίον τῶν Ἀποστόλων, τοὺς ψευδαποστόλους; ἐναντίον τῶν Ἁγίων Διδασκάλων, τοὺς ψευδαγίους, καὶ ψευδοδιδασκάλους; καὶ ἀγωνίζεται μὲ διαφόρους τρόπους, καὶ μὲ ψευδολογίες νὰ πλανᾷ τοὺς ἀμελεῖς, καὶ νὰ τοὺς ρίπτῃ μέσα στὸν λάκκον τῆς ἀπώλειας…
Ἐκεῖνοι λοιπὸν πού θέλουν νὰ ἀποφύγουν τοὺς τέτοιους, καθὼς συμβουλεύει ὁ Ἀπόστολος, χρέος ἔχουν νὰ ἀποχωρισθοῦν ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ σκότους. Διότι ἐφ’ ὅσον θέλουν νὰ εἶναι δουλωμένοι εἰς αὐτά, καὶ νὰ περιπατοῦν εἰς τὸ σκότος, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀποφύγουν αὐτούς τούς διδασκάλους, οὔτε μποροῦν νὰ ἔλθουν στὸ φῶς τῶν ἀληθινῶν διδασκάλων…»8.
Στήν πραγματικότητα, ὅπως δέν ὑπάρχουν ἰατροί αὐστηροί καί ἰατροί ἐπιεικεῖς (ἀλλά μόνο ἀληθινοί θεραπευτές καί τσαρλατάνοι), ἔτσι δέν ὑπάρχουν «αὐστηροί» καί «ἐπιεικεῖς» Πνευματικοί. Ἡ ραθυμία παρακινεῖ τούς ἀνθρώπους νά κάνουν τέτοιες διακρίσεις.
Ὑπάρχουν Πνευματικοί πού ἔχουν Ἅγιο Πνεῦμα καί μποροῦν νά θεραπεύσουν ψυχοσωματικά τούς ἀνθρώπους μέ τήν Θεία Χάρη καί, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὑπάρχουν ψευτο-Πνευματικοί, πού «ἀναπαύουν» ἐπειδή ἀμνηστεύουν τά πάθη τῶν προσερχομένων σ’ αὐτούς, ἀλλά οὐσιαστικά δέν τούς θεραπεύουν.
Γιά τό σῶμα ἐπίσης ὑπάρχουν, ἀπό τήν μία πλευρά, ἰατροί οἱ ὁποῖοι θεραπεύουν διότι γνωρίζουν καί ἐφαρμόζουν τή σωστή θεραπεία καί, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὑπάρχουν ἰατροί-τσαρλατάνοι, πού ἐκμεταλλεύονται καί ἐξαπατοῦν τούς ἀφελεῖς ἀνθρώπους, πού τούς πλησιάζουν. Ὑπάρχουν πολλοί τέτοιοι, οἱ ὁποῖοι ἐπαγγέλλονται νά θεραπεύσουν βαρύτατες καταστάσεις ἀνώδυνα καί γρήγορα, χωρίς ὅμως τή σωστή ἰατρική μεθοδολογία. Ὁ καρκίνος λ.χ. γιά νά θεραπευτεῖ χρειάζεται ἐπώδυνες διαδικασίες καί χρονοβόρες (ἀκτινοβολίες, χημειοθεραπεῖες κ.λ.π.). Δέν θεραπεύεται μέ ἀσπιρίνες ἤ Ρέϊκι καί ἄλλους τσαρλατανισμούς. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καί στά Πνευματικά ζητήματα. Θά πρέπει ὁ ἐξομολογούμενος, πού θέλει νά θεραπευθεῖ, νά δεχθεῖ μέ χαρά καί νά τηρήσει-ἀκολουθήσει τό ἐπιτίμιο τοῦ καλοῦ Πνευματικοῦ του, τό ὁποῖο δέν εἶναι τιμωρία ἀλλά τό θεραπευτικό φάρμακο, πού ἀπαιτεῖται (γιά ὅσο χρόνο ὁ Πνευματικός ὁρίσει), ὥστε ὁ ἐξομολογούμενος νά ἰαθεῖ πνευματικά-ψυχοσωματικά.
Ἕνα πρῶτο βασικό κριτήριο μέ τό ὁποῖο θά ἐπιλέξουμε τόν Πνευματικό μας εἶναι τό ἄν εἶναι ὁ ἴδιος θεραπευμένος κεκαθαρμένος καί φωτισμένος.
«Ἐκ τῶν καρπῶν αὐτῶν, ἐπιγνώσεσθε αὐτούς»9 μᾶς εἶπε ὁ Κύριος. Θά πρέπει νά ἐξετάσουμε ἄν ἔχει τόν καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φανερό. Δηλαδή ἄν ἔχει ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, ἀγαθωσύνη, πίστη, πραότητα καί ἐγκράτεια. Ἄν τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐνεργό σ’ αὐτόν, τότε ὁπωσδήποτε θά ἔχει τήν διάκριση τῶν πνευμάτων. Τότε μπορεῖ νά μᾶς καθοδηγήσει σωστά διακρίνοντας τούς λογισμούς μας, ἄν εἶναι ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἤ ἀπό τό πνεῦμα τοῦ ἀντιθέτου, τοῦ ἐχθροῦ μας διαβόλου.
Ἄν ἀντίθετα ὁ καρπός του δέν εἶναι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀλλά τοῦ πονηροῦ, δηλαδή ἄν ἔχει κενοδοξία, φιλαργυρία, θυμό, φιληδονία, λαιμαργία, γαστριμαργία, ὑπερηφάνεια, μίσος, κατάκριση κ.λ.π., τότε εἶναι φανερό ὅτι δέν πρέπει νά τόν πλησιάσουμε. «Ὅταν τινὰς», παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Συμεών, «ἔχει φροντίδας, καὶ περισπασμούς, ὡσὰν νὰ εἶναι ἀθάνατος εἰς τοῦτον τὸν κόσμον, καὶ καταγίνεται νύκτα καὶ ἡμέραν, εἰς τὰ κοσμικὰ πράγματα μοναχά, καὶ τεχνεύεται τρόπους, πῶς νὰ κερδίση καὶ κτίζει σπίτια καλά, καὶ πολυέξοδα, …καὶ κάμνει εἰς τὸν ἑαυτόν του κάθε ἄλλην σωματικὴν περιποίησιν, καὶ σαρκικὴν ἀπόλαυσιν, ὁ τοιοῦτος (εἰπέ μου) γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του; ὄχι… Καὶ ἐκεῖνος πού δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του, καὶ τὴν κατάστασίν του, πῶς θά μπορέσει νὰ γνωρίσῃ ἄλλον, ἢ τὰ πάθη τοῦ ἄλλου;»10. Αὐτός εἶναι ἀνίκανος νά θεραπεύσει ἄλλους, ἀφοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ἀθεράπευτος. Τότε βέβαια πρέπει νά φύγουμε μακρυά ἀπό ἕναν τέτοιο, ὁ ὁποῖος παριστάνει τόν Πνευματικό ὁδηγό.
Ἕνα δεύτερο βασικό κριτήριο εἶναι τό ἄν κάνει ζωή ἀσκητική, μιμούμενος τήν ζωή τῶν ὀρθοδόξων Ἁγίων.
«Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς σέ ὁμιλία του «εἰς τό τῆς Καινῆς Κυριακῆς εὐαγγέλιον» συνιστᾶ: κάθε Χριστιανός, μετά τόν ἐκκλησιασμό, κατά τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, «ζητείτω μετ’ ἐπιμελείας» (ἄς ζητήσει μέ ἐπιμέλεια) κάποιον πού, μιμούμενος τούς Ἀποστόλους οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν μέσα στό ὑπερῶο μετά τήν Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, «κατάκλειστος ὡς τά πολλά διαμένει διά τῆς ἐν ἡσυχίᾳ προσευχῆς καί ψαλμωδίας καί τῆς ἄλλης καταλλήλου διαίτης ποθῶν τόν Κύριον»(Δηλ. Μένει τόν περισσότερο καιρό ἔγκλειστος ποθώντας τόν Κύριο διά τῆς προσευχῆς καί ψαλμωδίας πού γίνεται μέσα στήν ἡσυχία καί διά μέσου τῆς ἄλλης κατάλληλης δίαιτας). Ἄς προσέλθῃ τότε σέ ἐκεῖνον, ἄς εἰσέλθῃ μέ πίστη στόν οἰκίσκο ἐκείνου «καθάπερ οὐράνιον τινα χῶρον ἔνδον ἔχοντα τήν ἁγιαστικήν τοῦ Πνεύματος δύναμιν» (ὅπως ἀκριβῶς σέ κάποιο οὐράνιο χῶρο πού ἔχει μέσα του τήν ἁγιαστική δύναμη τοῦ Πνεύματος), ἄς παρακαθήσῃ μέ τόν ἔνοικο, ἄς παραμείνῃ μαζί του καί ἄς ρωτήσῃ «περί Θεοῦ καί τῶν θείων», μαθαίνοντας μέ ταπείνωση καί ἐπικαλούμενος τήν εὐχή του. Τότε, λέγει ὁ ἅγιος, γνωρίζω καλά ὅτι θά ἔλθῃ σ’ αὐτόν ἀοράτως ὁ Χριστός «καί τήν εἰρήνην ἔνδον τῷ λογιζομένῳ τῆς ψυχῆς παρέξει καί τῇ πίστει προσθήσει καί τόν στηριγμόν ἐπιδώσει καί μετά τῶν ἐκλεκτῶν κατατάξει κατά τόν καιρόν ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν»11 (Δηλ. Καί τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς ἐσωτερικά στόν λογιζόμενο θά προσφέρει καί στήν πίστη θά προσθέσει καί τό στηριγμό θά δώσει καί μαζί μέ τούς ἐκλεκτούς θά κατατάξει κατά τόν ὁρισμένο καιρό στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν).
Ἕνα τρίτο βασικό κριτήριο εἶναι τό ἄν ἔχει τήν ἔξωθεν καλή μαρτυρία. Ἄν δηλαδή ἄνθρωποι χριστιανοί ὀρθόδοξοι μέ ζωντανή πίστη καί ὀρθή ζωή βεβαιώνουν γι’ αὐτόν ὅτι εἶναι Πνευματικός ἀληθινός καί ὅτι ἔχει ἐνεργό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό ὁπωσδήποτε, «διά τῶν ἐπακολουθούντων σημείων» θά βεβαιώνει τά λόγια του καί θά μαρτυρεῖ γιά τή θεάρεστη ζωή του. Οἱ καλοί μαθητές του, τά εὐλογημένα πνευματικά του παιδιά, ἄν ὑπάρχουν, θά εἶναι οἱ ζωντανές ἀποδείξεις- καρποί τῆς θεοφώτιστης ποιμαντικῆς του καθοδήγησης.
Ἕνα τέταρτο κριτήριο εἶναι τό ἄν ἡ διδασκαλία του εἶναι ὀρθόδοξη, σύμφωνη μέ τούς Ἁγίους Πατέρες καί μέ ὅ,τι διαχρονικά διδάσκει ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ἕνα πέμπτο κριτήριο μπορεῖ νά ἀποτελέσει ἡ προσωπική μας πεῖρα: Τό ἄν θεραπευόμαστε ἤ ὄχι ἀκολουθώντας τίς συμβουλές του. Ἄν εἶναι καλός Πνευματικός ἰατρός – ὅπως συμβαίνει μέ τούς καλούς ἰατρούς τοῦ σώματος- γρήγορα θά αἰσθανθοῦμε μία καλλιτέρευση στήν πνευματική μας ὑγεία. Ἡ ταπείνωση θά ἀρχίσει νά βλαστάνει μέσα μας. Τότε καταλαβαίνουμε ὅτι βρισκόμαστε κοντά σέ ἀληθινό θεραπευτή καί ὄχι τσαρλατάνο.
Ὅταν μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ βροῦμε τόν προσωπικό πνευματικό μας ἰατρό, θά πρέπει νά δοξάσουμε τόν Θεό καί νά φροντίσουμε νά ἀνταποκριθοῦμε φιλότιμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου