Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με ...

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

«ΒΑΓΓΕΛΙΣΤΡΑ ΜΟΥ!» - Το προσκύνημα του Μακρυγιάννη στην Παναγία της Τήνου

Η πάνσεπτη και αγία μορφή της, «ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη», γίνεται αποδέκτης τιμής κι ευλάβειας χιλιάδων πιστών.
Πόλος έλξης στις ευσεβείς ψυχές τα προσκυνήματά της. Πρόσκληση και 
πρόκληση να ταξιδέψεις ως εκεί. Ν’ ασπαστείς ευλαβικά τη θαυματουργική εικόνα της· ν’ ακουμπήσεις στα πόδια της την ευγνωμοσύνη σου· να χύσεις το δάκρυ του σωματικού και ψυχικού σου πόνου· ν’ αποθέσεις εμπιστευτικά ελπίδες και όνειρα.
Τι κι αν είσαι σίγουρος πως τόπος τιμής κι ευλάβειας είναι προ πάντων η καρδιά σου; Τ’ αποζητάς να φτάσεις στο χώρο εκείνο, τον αγιασμένο από την έντονη παρουσία της και τα θαύματά της.

Κατάσπαρτη η Ορθόδοξη Πατρίδα μας από ιερά προσκυνήματα της Κυρίας Θεοτόκου. Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους το προσκύνημα της Τήνου, που η εύρεση της αγίας εικόνας το 1823 θεωρήθηκε σημαδιακό γεγονός. Στη συνείδησή τους οι αγωνιστές του ’21 το δέχονται σαν μήνυμα πως η Παναγία Μητέρα θα ευλογήσει με επιτυχία τους απελευθερωτικούς αγώνες της Επανάστασης και θα χαρίσει στα παιδιά της την ποθητή λευτεριά.
Γι’ αυτό και στο ναό της –αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα– που κτίστηκε πολύ γρήγορα πάνω απ’ τα ερείπια Βυζαντινής εκκλησιάς στο χωράφι του Αντώνη Δοξαρά, από τους πρώτους που φθάνουν να προσκυνήσουν την εικόνα της Ευαγγελιστρίας είναι γνωστοί πολέμαρχοι, αλλά και απλοί αγωνιστές: Μιαούλης και Κανάρης, Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Μακρυγιάννης κι άλλοι… κι άλλοι… ξυπόλητοι ανηφορίζουν το στενό καλντερίμι και ξεσκούφωτοι γονατίζουν μπροστά στη χαριτόβρυτη εικόνα της Μεγαλόχαρης. Και την ευχαριστούν. Και λένε τον καημό τους. Και δέονται να γίνει και πάλι η Υπέρμαχος Στρατηγός στο πολύπαθος γένος.
Ειδικά ο Μακρυγιάννης, μετά την εύρεση της αγίας εικόνας, δεν πέρασε δυσκολία ατομική, οικογενειακή, εθνική, δίχως να επικαλεσθεί τη βοήθειά της. «Βαγγελίστρα μου!» έλεγε και ταύτιζε την προσφώνηση με το θαυματουργικό αποτέλεσμα. Κι από όσα ο ίδιος διηγείται δε φαίνεται ποτέ να του «χαλάει» χατίρι. Αντίθετα. Πικραμένος είναι με τον εαυτό του, που πολλές φορές «μετανογάει» και δεν «τηράει» το λόγο του.
«Τὰ 1837 μοῦ ἄνοιξαν οἱ πληγὲς τοῦ σώματός μου, ὁποὺ εἶμαι πληγωμένος εἰς τὰ δεινὰ τῆς πατρίδος καὶ ἔκαμα ἀστενὴς (=ἀσθενὴς) τέσσερους μῆνες· ἔτρεχαν οἱ πληγὲς ἀπὸ τὸ χέρι μου· ἐτρύπησε τὸ σῶμα μου ὅλο ἀπὸ τὴν πολυκαιρία τῆς ἀστένειάς μου. Εἶχα ὀχτὼ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οἱ ἐλπίδες καὶ ἀπὸ μέναν καὶ ἀπ’ οὕλους τοὺς γιατρούς (…). Ἔστειλα, ἦρθε ὁ πνευματικός, μὲ ξομολόγησε, μὲ μετάλαβαν (…). Ἔρχεται καὶ ἡ γυναίκα μου μὲ ὅλα μου τὰ παιδιά, νὰ πάρουν τὸν τελευταῖον ἀσπασμόν. “Βαγγελίστρα!...”, εἶπα, “πρέσβεψε καὶ σῶσε, ὅτι ἡ ὥρα ἦρθε!...”».
Και «πρέσβεψε» η Μεγαλόχαρη. Και «κλεῖσαν οἱ πληγὲς πίσου καὶ σηκώθηκα σὰν θέλει ὁ Θεὸς καὶ ἡ χάρη της…».

Όταν αργότερα αρρώστησε πολύ βαριά το παιδί του και δεν μπόρεσαν να το γιατρέψουν όλοι οι γιατροί της Αθήνας, με πόση απλότητα και ειλικρίνεια ομολογεί:
«Ὅταν ἀστένησα ἐγώ, τάχτηκα νὰ πάγω εἰς τὴν Μεγαλόχαρη, τὴν Βαγγελίστρα (…)· ὅταν γιατρεύτηκα, τ’ ἀστόχησα νὰ πάγω· ἀρρωσταίνοντας καὶ τὸ παιδί, τὸ τάζω καὶ αὐτὸ καὶ νὰ τὸ πάρω νὰ πάγω, ἀστοχῶ καὶ αὐτὸ ὅταν γέρεψε (=ὅταν γιατρεύτηκε). Ἔρχεται η 3η Σεπτεμβρίου, τὴν νύχτα ὁποὺ μᾶς εἶχαν τρογυρισμένα ὅλα τὰ στρατέματα, καὶ ἐγὼ χωρὶς δύναμιν. (…) Τότε περικαλιῶμαι τὸν Θεὸν καὶ τὴν χάρη της νὰ μᾶς προφτάσουνε, καὶ ὄντως ἔκαμεν νεκρανάστασην σὲ μᾶς καὶ μᾶς ἔσωσε· τάχτηκα καὶ τότε, πάλε τ’ ἀστόχησα!».
Κι όταν γι’ άλλη μια φορά δίνει άδεια ο Θεός στον πειρασμό να τον πολεμήσει με την «ἕως θανάτου» αρρώστια της γυναίκας του, πάλι θα λάμψει η πίστη του. Ο τελευταίος γιατρός, βλέποντάς την σε απελπιστική κατάσταση και μη μπορώντας να βοηθήσει, «σηκώθη κι’ ἔφυε πολλὰ λυπημένος. Τότε καὶ ἐγὼ ἀπολπίστηκα· μαζώνω τὰ παιδιά μου, πηγαίνω εἰς τὶς εἰκόνες, κάνομεν τὶς μετάνοιές μας καὶ κλαίγαμεν, καὶ ἔλεγα: “Ὁ Θεὸς ἂς γένεις ἔλεος εἰς αὐτά, ὁποὺ θὰ μείνουν ἀρφανά”. (…) Σήκωσα τὰ μάτια μου εἰς τὸν οὐρανὸ καὶ παρακαλοῦσα καὶ ἔκλαιγα, καὶ λέγω: “Βαγγελίστρα μου, πολλὲς φορὲς μ’ ἔσωσες καὶ μένα καὶ τὸ σπίτι μου ὅλο, καὶ ἐγὼ στάθηκα ἀχάριστος, καὶ τώρα νὰ μοῦ βρεθεῖς, ὅτ’ εἶμαι χαμένος!”».
Το νέο θαύμα το διαπίστωσαν οι γιατροί. Μη μπορώντας να δώσουν επιστημονική ερμηνεία, αρκέστηκαν να πουν «ἔγινε μεταβολή».
«Ἐγὼ δὲν τοὺς εἶπα τίποτας ἀπὸ αὐτά· τοὺς πλέρωσα καὶ τοὺς εὐκαρίστησα, καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἄρρωστος γνωρίσαμεν τὸν ἀληθὸν γιατρόν. Μετανογάω, πάλε δὲν πηγαίνω εἰς τὴν χάρη της (!)».
Κι όταν αργότερα αποφασίζει να πάρει μαζί του και το παιδί, που το γιάτρεψε από τις πληγές, και να πάει στην Τήνο, με θλίψη θα ομολογήσει: «Δὲν εἶχα τὰ ἔξοδα εἰς τὸ χέρι». Ούτε τα ναύλα δεν είχε αυτός, που είχε δώσει τα πάντα στην Πατρίδα!
Τέλος, στα 1844, κυνηγημένος από τη συνείδησή του για τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του, φθάνει με το «παπόρι» στη Σύρα.
«Εἶπα τοῦ παιδιοῦ κρυφὰ κι’ ἔπιασε καΐκι· σὲ δύο ὧρες πήγαμεν εἰς τὴν Τῆνο (…). Ἔκατσα εἴκοσι τρεῖς ἡμέρες· πῆγα εἰς τὴν χάρη της, νήστεψα καὶ ξεμολοήθηκα νὰ μεταλάβω· εἶπα τῶν πιτρόπων νὰ μοῦ βάλουν ἕνα σκουτὶ νὰ κοιμηθῶ κάτω εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου φανερώθη ἡ χάρη της· μὄστρωσαν ἐμπροστὰ εἰς τὴν εἰκόνα (…). Ἄρχισα ἐγὼ νὰ κάμω τὶς μετάνοιές μου καὶ τὴν ἁμαρτωλή μου προσευκὴ εἰς τοὺς σωτήρας τῆς πατρίδος μου καὶ θρησκείας μου καὶ μένα τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ὅλης μου τῆς οἰκογένειας μου (…). Μετάλαβα τὴν αὐγή, πήγαινα ὅσες μέρες στάθηκα, πήγαινα εἰς τὴν χάρη της, λειτρουγόμουν καὶ καθόμουν μὲ τοὺς πιτρόπους καὶ πατέρες ἐκεῖ».
Αξιοζήλευτη πίστη… Καθαρή…
Δίχως άστοχες κι άχρηστες παρεμβάσεις της λογικής.

«Σημείωσα, ἀδελφοί, ὅσα μοναχός μου δοκίμασα καὶ εἶδα, τὸ ἔλεός της (…).
Ὅποιος θέλει ἂς πιστεύει, ὅποιος δὲν θέλει ἂς κάμει ὅ,τι ἀγαπάγει».
※ 
Από το Ορθόδοξο, μηνιαίο, φοιτητικό περιοδικό «Η δράσις μας», Έτος Λστ΄, Τεύχ. 350, (Αύγουστος–Σεπτέμβριος 1997), Άρθρο κάποιου ή κάποιας «Σ.», σελ. 220–221.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου