Κύριε Ιησού Χριστέ, Ελέησόν με ...

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

«Γιατί ντράπηκες να μου μιλήσεις; Δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος; Θέλεις να σου πω τα δικά μου;»

Έλεγαν για τον αββά Ζήνωνα ότι ήταν μικρόσωμος και αδύνατος, πολύ σοβαρός, γεμάτος από προθυμία και θέρμη για τον Θεό και ότι είχε μεγάλη κατανόηση για τους ανθρώπους. 
Σ’ αυτόν συγκεντρώνονταν από παντού πολλοί κοσμικοί και μοναχοί, του φανέρωναν τους λογισμούς τους και θεραπεύονταν.
Συναντήσαμε, λοιπόν, κάποιον από τους πατέρες που είχε μείνει κάποτε κοντά στον άγιο Ζήνωνα και, όταν άρχισε να μας λέει ωφέλιμα λόγια, του υποβάλαμε το εξής ερώτημα· «Αν κάποιος διακατέχεται από έναν λογισμό και βλέπει τον εαυτό του να νικιέται απ’ αυτόν και ενώ πολλές φορές αυτός συναισθάνεται μέσα του και ακούει καλοπροαίρετα τι είπαν οι πατέρες για την καθαρότητα της ψυχής και, παρόλο που θέλει να πετύχει αυτήν την καθαρότητα, ωστόσο δεν μπορεί, είναι σωστό να το εξομολογηθεί αυτό σε κάποιον από τους πατέρες ή οφείλει να βάλει τα δυνατά του να πράξει όπως διάβασε και να αρκεστεί μόνο στη συνείδησή του;». 
Μας είπε ο γέροντας τα εξής· «Οφείλει να το εξομολογηθεί σε άλλον που να μπορεί να τον ωφελήσει και να μη στηριχθεί μόνο στον εαυτό του. Γιατί δεν μπορεί κανείς να βοηθήσει από μόνος του τον εαυτό του, προπάντων αν έχει καταπονηθεί από τα πάθη».

«Σε μένα», είπε, «στα νιάτα μου συνέβη το εξής περιστατικό. Είχα κάποιο ψυχικό πάθος και υποχωρούσα σ’ αυτό. Επειδή άκουγα για τον αββά Ζήνωνα ότι έκανε πολλές θεραπείες, θέλησα να πάω να του το εξομολογηθώ. Μ’ εμπόδιζε ο διάβολος λέγοντας· “Αφού γνωρίζεις τι πρέπει να κάνεις, πράξε όπως εσύ αντιλαμβάνεσαι. Γιατί να πας τώρα και να σκανδαλίζεις τον γέροντα;”. Και κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να πάω, για λίγο απομακρυνόταν από μένα ο πόλεμος αυτού του πάθους, μόνο και μόνο για να μην πάω. Όταν όμως αποφάσιζα να μην πάω στον γέροντα, πάλι με αφάνιζε το πάθος. Και πάλι πάλευα να πάω και πάντα την ίδια παγίδα μού έστηνε ο εχθρός, επειδή δεν ήθελε να μ’ επιτρέψει να εξομολογηθώ αυτό το πάθος στον γέροντα.
»Πολλές φορές πήγα στον γέροντα να του μιλήσω και δεν μ’ άφηνε ο εχθρός, βάζοντας ντροπή μέσα μου και λέγοντάς μου· “Αφού γνωρίζεις εσύ πώς να θεραπεύσεις τον εαυτό σου, είναι ανάγκη τώρα να πας σε κάποιον άλλον; Αν κάνεις έτσι και δεν πας πουθενά, δεν σημαίνει ότι πνευματικά παραμελείς τον εαυτό σου. Αφού γνωρίζεις κι από μόνος σου τι είπαν γι’ αυτό το πάθος οι πατέρες”. Αυτά μου έλεγε συνέχεια ο αντίδικος διάβολος για να μη φανερώσω το πάθος μου στον πνευματικό γιατρό και θεραπευθώ. Ο γέροντας καταλάβαινε ότι έχω κακούς λογισμούς μέσα μου, όμως δεν με έλεγχε ο ίδιος, γιατί περίμενε ό,τι έχω να του το αναγγείλω εγώ από μόνος μου. Παρόλα αυτά με δίδασκε τον ορθό βίο και μ’ άφηνε ελεύθερα να φύγω.

»Αργότερα, θλιμμένος και κλαίγοντας είπα στη ψυχή μου· “Ως πότε, αθλία μου ψυχή, δεν θα θέλεις να θεραπευτείς; Άλλοι έρχονται από μακριά στον γέροντα και θεραπεύονται κι εσύ δεν ντρέπεσαι να έχεις κοντά σου τον γιατρό και να μη θεραπεύεσαι;”. Τελικά, αφού επαναστάτησα μέσα μου, σηκώθηκα και είπα στον εαυτό μου· “Αν πάω στον γέροντα και δεν συναντήσω κανέναν εκεί, θα καταλάβω απ’ αυτό ότι είναι θέλημα Θεού να του φανερώσω τον κακό λογισμό που έχω μέσα μου”.

»Λοιπόν πήγα, και δεν βρήκα κανέναν. Ο γέροντας, όπως συνήθιζε, με δίδασκε για τη σωτηρία της ψυχής μου και για το πώς μπορεί κανείς να καθαριστεί από ακάθαρτους λογισμούς. Επειδή και πάλι εγώ ντρεπόμουν και δεν του φανέρωνα τίποτα, τον παρακάλεσα να μ’ αφήσει να φύγω. Αφού σηκώθηκε ο γέροντας, προσευχήθηκε και με ξεπροβόδισε περπατώντας μπροστά μου μέχρι την εξώπορτα. Εγώ, βασανιζόμενος από τις σκέψεις, να μιλήσω ή να μη μιλήσω προς αυτόν, τον ακολουθούσα διστακτικά. Ο γέροντας δεν μ’ εμπόδισε, αλλά κράτησε την πόρτα ανοικτή για να περάσω.
»Όταν με είδε να βασανίζομαι για πολλή ώρα από τις σκέψεις μου, στρέφεται προς το μέρος μου και, χτυπώντας το στήθος μου, μου λέει· 
“Τι έχεις; Κι εγώ άνθρωπος είμαι!”. 
Μόλις μου είπε αυτά τα λόγια, νόμισα ότι μου άνοιξε την καρδιά και πέφτω μπρούμυτα στα πόδια του και τον παρακαλώ με δάκρυα λέγοντας· 
“Λυπήσου με!”. 
Αυτός μου λέει· 
“Τι έχεις;”. 
Του απαντώ· 
“Γνωρίζεις τη δυσκολία μου”. 
Μου λέει· 
“Είναι ανάγκη εσύ να μου πεις τι έχεις”. 
Όταν, καταντροπιασμένος του φανέρωσα το πάθος μου, μου λέει· 
“Γιατί ντράπηκες να μου μιλήσεις; Δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος; Θέλεις να σου πω τα δικά μου; Τρία χρόνια δεν έρχεσαι εδώ έχοντας αυτούς κι αυτούς τους λογισμούς χωρίς να μου τους φανερώνεις;”. 
Ενώ εγώ έπεσα στα πόδια του και τον παρακαλούσα λέγοντάς του “Ελέησέ με για τ’ όνομα του Θεού”, αυτός μου είπε· 
“Πήγαινε, μην αμελείς την προσευχή σου και μην κατακρίνεις κανέναν”. 
Γύρισα, λοιπόν, στο κελί μου χωρίς να αμελήσω την προσευχή μου και, από τότε, με τη Χάρη του Θεού και με τις ευχές του γέροντα, δεν ενοχλήθηκα από εκείνο το πάθος.

»Ύστερα από ένα χρόνο, μου ήρθε η σκέψη· 
“Μήπως αυτός που σε ελέησε είναι ο πολυέλεος Θεός και όχι ο γέροντας;”. 
Πηγαίνω, λοιπόν, προς αυτόν θέλοντας να τον δοκιμάσω. Αφού τον πήρα ιδιαιτέρως, έβαλα μετάνοια και του είπα· 
“Πάτερ! Στ’ όνομα της αγάπης που έχεις προς τον Θεό, προσευχήσου για μένα και για ’κείνον τον λογισμό που σου φανέρωσα κάποτε”. 
Αυτός, αφού μ’ άφησε πεσμένο στα πόδια του και σιώπησε για λίγο, μου λέει· 
“Σήκω και κατάλαβε καλά τι συνέβη!”. 
Όταν τ’ άκουσα εγώ αυτό, ήθελα να με καταπιεί η γη από τη ντροπή που ένιωθα. Όταν σηκώθηκα, επειδή δεν μπορούσα ν’ ατενίσω τον γέροντα, έφυγα για το κελί μου γεμάτος θαυμασμό γι’ αυτόν».
ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΙΝΑ
Δημητρίου Γ. Τσάμη: «Το Γεροντικόν του Σινά» «Σιναϊτικά Κείμενα – 1», Κεφ. 50ο («Ζήνων–Β΄»),
σελ. 172–177, Εκδόσεις Ιεράς Μονής Θεοβαδίστου Όρους Σινά, Θεσσαλονίκη 1991.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου