Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με ...

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ Μηνός: Όσιος Ιερώνυμος (15 Ιουνίου)

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Ο όσιος Ιερώνυμος γεννήθηκε τό 345 μ. Χ. στό Στριδώνι τής Δαλματίας από γονείς ευσεβείς, οι οποίοι τόν ανέθρεψαν «εν παιδεία καί νουθεσία Κυρίου», αλλά παράλληλα φρόντισαν καί γιά τήν εκπαίδευσή του. Σπούδασε στήν Ρώμη, όπου έλαβε καί τό βάπτισμα. 
Δυστυχώς, μετά τό βάπτισμα παρασύρθηκε καί ξεστράτισε από τήν οδό τής σωτηρίας, αλλά επειδή είχε γερά πνευματικά θεμέλια μπόρεσε γρήγορα νά ανανήψη καί νά επιστρέψη στήν οδό τού Θεού, μέ τήν ειλικρινή μετάνοια.
Συνέχισε τίς σπουδές του στήν Γαλλία, τήν Ιταλία καί τήν Αντιόχεια καί κατόπιν αποσύρθηκε στήν έρημο τής Συρίας, προκειμένου νά βιώση τόν ησυχαστικό τρόπο ζωής. Δέν μπόρεσε, όμως, εκεί νά βρή αυτό πού αληθινά αναζητούσε καί γι’ αυτό έφυγε γιά τήν Κωνσταντινούπολη, όπου, κατά θείαν οικονομία, «έτυχε τού ποθουμένου». Η γνωριμία του μέ δύο μεγάλους Πατέρας τής Εκκλησίας, ήτοι τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν άγιο Γρηγόριο τόν Νύσσης, επηρέασε καθοριστικά τήν μετέπειτα εξέλιξη καί πρόοδό του στήν πνευματική ζωή.

Αργότερα πήγε στήν Βηθλεέμ όπου «ασκήτευσε, συνέγραψε, εθεολόγησε». Τό 420 μ. Χ. «εγκατέλειψε» τά παρόντα καί πρόσκαιρα, γιά νά συνεχίση τήν ζωή του στά ουράνια σκηνώματα μετά πάντων τών Αγίων, εκεί όπου «νύξ ουκ έσται έτι, καί ου χρεία λύχνου καί φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτιεί αυτούς, καί βασιλεύσουσιν εις τούς αιώνας τών αιώνων» (Αποκ. κβ', 5). Τό ιερό λείψανό μεταφέρθηκε, αργότερα, από τήν Βηθλεέμ στήν Ρώμη.

Ο άγιος Ιερώνυμος μετέφρασε κάποια βιβλία τής Παλαιάς Διαθήκης από τήν εβραϊκή γλώσσα στήν λατινική. Η μετάφραση αυτή είναι γνωστή ως «Bulgata». Ο όσιος Κασσιανός τόν επαινεί γιά τά συγγράμματά του καί τόν ονομάζει Καθηγητή τών Ορθοδόξων. Λέγει: «Όντως Ιερώνυμος τών Ορθοδόξων Καθηγητής, τού οποίου τά συγγράμματα λάμπουσιν ως θεϊκαί λαμπάδες ανημμέναι καί φέγγουσιν ως ηλιακαί ακτίνες από τής Ανατολής έως τήν Δύσιν».

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι ο ιερός Αυγουστίνος, όταν ετοίμαζε τό σύγγραμμά του «περί τής Πόλεως τού Θεού», ζήτησε νά πληροφορηθή από τόν άγιο Ιερώνυμο τά περί τής μακαριότητος τής Βασιλείας τού Θεού, αλλά εν τώ μεταξύ εκείνος «εκοιμήθη». Παρουσιάσθηκε, όμως, στό όνειρό του καί τού διηγήθηκε όλα όσα ήθελε νά μάθη, τονίζοντάς του μάλιστα ότι είναι όλα ασυγκρίτως ανώτερα καί ωραιότερα από ό,τι νόμιζε όταν ζούσε στήν γή, επειδή τότε έβλεπε «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι», ενώ τώρα βλέπει «πρόσωπον πρός πρόσωπον».

Ο βίος καί η πολιτεία του μάς δίνουν τήν αφορμή νά τονίσουμε τά ακόλουθα:

Η παιδεία προσφέρεται στά παιδιά κατά κύριο λόγο από τήν οικογένεια, η οποία, όπως είναι φυσικό, διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στήν διαμόρφωση τού χαρακτήρα καί τής προσωπικότητάς τους, επειδή μέσα στήν οικογένεια τά παιδιά μαθαίνουν, κυρίως εμπειρικά, τόν τρόπο ζωής, σκέψης καί συμπεριφοράς.

Πράγματι, μέσα στό οικογενειακό περιβάλλον πρωτομαθαίνει τό παιδί τήν αγάπη, τήν ανθρωπιά, τήν πραότητα, τήν υπομονή, τόν σεβασμό στήν ιδιαιτερότητα τού άλλου κ.λ.π. ή καί τά αντίθετα. Ακόμη, τόν τρόπο –ορθό ή λανθασμένο- μέ τόν οποίο θά αντιμετωπίζη τά ευχάριστα γεγονότα τής ζωής, καί κυρίως τά λυπηρά καί δυσάρεστα, όπως είναι οι διάφορες αποτυχίες, η απώλεια προσφιλών προσώπων κ.ο.κ. Δηλαδή, η οικογένεια είναι εκείνη πού θέτει τά θεμέλια τής ζωής τών παιδιών, επάνω στά οποία θά κτισθή σιγά-σιγά όλο το οικοδόμημα τής προσωπικότητάς τους. Εάν τά θεμέλια αυτά είναι γερά, αυτό σημαίνει ότι άν τό παιδί, κατά τήν δύσκολη περίοδο τής εφηβείας του, ξεστρατίση από τόν ορθό δρόμο καί μπερδευθή μέσα σέ λαβύρινθους καί δύσβατα μονομάτια, έχει όλες τίς προϋποθέσεις νά ξαναβρή τόν προσανατολισμό του καί νά επιστρέψη στήν ευθεία οδό τής αρετής καί τής τελειότητος, επειδή τά παιδικά βιώματα παραμένουν ανεξίτηλα καί λειτουργούν σάν πνευματική πυξίδα. Στήν αντίθετη περίπτωση τά πράγματα μπερδεύονται, γίνονται πολύ δύσκολα, οδηγούνται σέ αδιέξοδο. Αλλά καί τότε υπάρχει ελπίδα, επειδή η Εκκλησία έχει τόν τρόπο νά μεταμορφώνη τά δύσβατα καί αδιέξοδα μονοπάτια σέ λεωφόρους. Αυτό σημαίνει ότι μέ τήν ενέργεια τής άκτιστης Χάρης τού Θεού καί τήν συνέργεια τού ανθρώπου νοηματοδοτείται η ζωή, παρηγορείται καί στηρίζεται ο κουρασμένος καί πονεμένος άνθρωπος, αποκτά ελπίδα, καί χαίρεται αληθινά τήν ζωή του.

Η Εκκλησία είναι φιλόστοργη Μητέρα μέσα στήν αγκαλιά τής οποίας χωράνε όλα τά παιδιά της, καί τά υγιή καί τά άρρωστα, τά οποία, όμως, φροντίζει νά θεραπεύση καί νά οδηγήση στήν προκοπή καί τήν σωτηρία. Επομένως, η σύνδεση τών παιδιών μέ τήν ασκητική καί λατρευτική της ζωή τής Εκκλησίας, καθώς, επίσης, καί μέ αγιασμένους ανθρώπους, δηλαδή μέ τά υγιή μέλη τής Εκκλησίας, διαδραματίζει καθοριστικό λόγο στήν διαμόρφωση τής προσωπικότητάς τους, στήν πνευματική τους πρόοδο, αλλά καί στήν εξέλιξή τους στήν κοινωνία, επειδή, όσοι αγαπούν αληθινά τόν Θεό, αυτοί αγαπούν αυθεντικά καί τούς συνανθρώπους τους καί έτσι δέν δημιουργούν κοινωνικά προβλήματα. Είναι υγιή μέλη τής κοινωνίας καί, μάλιστα, μέ τόν τρόπο τής ζωής τους βοηθούν στήν επίλυση τών διαφόρων κοινωνικών προβλημάτων καί κρίσεων.

Η απομάκρυνση από τήν Εκκλησία καί η άγνοια τού Τριαδικού Θεού, ο οποίος «Αγάπη εστί», συνεπάγεται τήν έλλειψη τής γνήσιας αγάπης, η οποία δέν είναι ένα απλό συναίσθημα, αλλά ο θυσιαστικός τρόπος ζωής, δηλαδή σταυρός. Χωρίς τήν άκτιστη Χάρη τού Αγίου Πνεύματος κανείς δέν μπορεί νά αγαπά αληθινά, όπως τονίζει ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Επομένως, εκείνος ο οποίος δέν γεύθηκε τήν γλυκύτητα τής θείας αγάπης δέν γνωρίζει νά αγαπά αληθινά καί γι’ αυτό, μέ αφορμή διάφορα υπαρκτά αίτια, όπως είναι η κοινωνική ανισότητα, η εκμετάλλευση τών οικονομικά αδυνάτων, η σκληρότητα, η αδικία κ.λ.π., μπορεί εύκολα νά οδηγηθή στήν αντιπάθεια καί τό μίσος γιά κάποιους ανθρώπους ή καί γιά ολόκληρη τήν κοινωνία, σέ σημείο, μάλιστα, πού νά καταστή κοινωνική πληγή.

Οι Άγιοι, αλλά καί όσοι αγωνίζονται νά επιτύχουν τόν προσωπικό τους αγιασμό, αποτελούν πνευματικές οάσεις στήν έρημο τής σύγχρονης άφιλης καί ακοινώνητης κοινωνίας, όπου επικρατεί τό άτομο καί τό ατομικό συμφέρον, καί όχι τό πρόσωπο, ήτοι η αγάπη καί η ελευθερία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου