Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Πόσους ανθρώπους ανέστησε ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας;

Τα Ευαγγέλια εξιστορούν πολλά θαύματα που τέλεσε ο Ιησούς Χριστός. Πολλά από αυτά έχουν σχέση με άψυχα. Π.χ. περπάτησε πάνω στην θάλασσα, έθρεψε μεγάλα πλήθη με λίγη τροφή, μετέβαλε το νερό σε κρασί, καθησύχασε μία θύελλα.
Σάββατο του Λαζάρου: Γιατί δεν χαμογέλασε ξανά μετά την Ανάστασή του
Τα περισσότερα όμως από τα θαύματα αφορούν θεραπεία ασθενών από διάφορες αρρώστιες (π.χ. τυφλούς, κουφούς, βουβούς, λεπρούς κ.α). Σε άλλες περιπτώσεις, έβγαζε δαιμόνια από ανθρώπους. Τρεις όμως είναι οι φορές που διαβάζουμε ότι ανέστησε ανθρώπους. Οι αναστάσεις αυτές ήταν: 

Η Ανάσταση του γιου της χήρας στην Ναΐν
Τα χρόνια που ο Ιησούς ήταν στη γη και μαζί με τους μαθητές του γύριζε όλες τις περιοχές της Παλαιστίνης διδάσκοντας και θαυματουργώντας, έφθασε σε μια πόλη που ονομαζόταν Ναΐν. 
Η πόλη αυτή βρίσκεται στην περιοχή της Γαλιλαίας, σχετικά κοντά στη λίμνη της Γενησαρέτ, που τη γνωρίζουμε και ως Τιβεριάδα. Ήταν μια περιοχή που ο Κύριός μας τη γνώριζε καλά, μια κι εκεί κοντά είχε μεγαλώσει, στη Ναζαρέτ – γι΄ αυτό αποκαλούνταν και «Γαλιλαίος». Η πόλη αυτή ήταν και είναι μικρή, στους πρόποδες του Θαβώρ –του βουνού όπου έγινε η Μεταμόρφωση του Κυρίου. (κλικ στον χάρτη για να τον δεις μεγαλύτερο)

Τα χρόνια εκείνα ακόμα και οι μικρές πόλεις είχαν τείχη, για τον φόβο των επιδρομών από ληστές και άλλους εχθρούς. Οι κάτοικοί τους μπαινόβγαιναν για τις εργασίες τους μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας από πύλες που υπήρχαν περιμετρικά των τειχών αυτών. Όπως συμβαίνει και σήμερα στις περισσότερες περιπτώσεις, τα νεκροταφεία των πόλεων βρίσκονταν έξω από τα τείχη.
Καθώς λοιπόν ο Ιησούς, οι μαθητές του και ένα μεγάλο πλήθος που Τον ακολουθούσε πλησίαζε την πόλη και κατευθυνόταν προς την πύλη που οδηγούσε στο εσωτερικό της, φάνηκε να βγαίνει μία πομπή. Όλοι διέκριναν αμέσως ότι επρόκειτο για κηδεία. Η πληροφορία έφθασε αμέσως στον Κύριο και τους μαθητές του: ο νεκρός που μεταφερόταν πάνω στο φορείο, ήταν ένα νεαρό άτομο, ο γιος μιας χήρας γυναίκας. Καταλαβαίνουμε τον πόνο της· είχε χάσει τον άνδρα της και τώρα συνόδευε και το παιδί της στην τελευταία του κατοικία. Τον πόνο της και τη δυστυχία της τον συμμερίζονταν και πολλοί συμπολίτες της, που ακολουθούσαν την κηδεία και της συμπαραστέκονταν.

Όλη αυτή τη σκηνή την είδε βέβαια ο Ιησούς και λυπήθηκε. Σπλαχνίσθηκε τη δυστυχισμένη γυναίκα, την πλησίασε και της είπε κάτι που οπωσδήποτε θα ακούστηκε πολύ παράξενο σ΄ όλους όσοι το άκουσαν: «Μην κλαις». Κι αμέσως πλησίασε το νεκρό παιδί και το ακούμπησε απαλά. Μ΄ αυτή την κίνηση, αυτοί που μετέφεραν το φορείο σταμάτησαν. Και τότε ο Κύριος της ζωής και του θανάτου λέει: «Νεαρέ, σου λέω να σηκωθείς!».

Και το θαύμα γίνεται! Το νεκρό παιδί ανακάθισε στο φορείο· και για να βεβαιώσει κι αυτούς που δεν πίστευαν στα μάτια τους, που δεν κατάφερναν να πιστέψουν αμέσως ότι αυτός που προοριζόταν για ταφή ήταν μπροστά τους ζωντανός, άρχισε να μιλάει. Όλους τους έπιασε φόβος· αυτό που είδαν ξεπερνούσε και τη φαντασία. Κι όμως ήταν πραγματικότητα. Μέσα σ΄ αυτά τα συναισθήματα ο Κύριος ολοκληρώνει το θαύμα· πιάνει το παιδί και το δίνει στη μητέρα του. Τότε πια όλοι άρχισαν να δοξάζουν τον Θεό και να αναγνωρίζουν ότι ο Θεός επισκέφθηκε τον λαό στέλνοντάς του τον Κύριο.
Το θαύμα αυτό, που περιγράφει μόνο ο ευαγγελιστής Λουκάς, μας στέλνει το μήνυμα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος των πάντων. Γιατί, τι είναι πιο σίγουρο από τη ζωή και τον θάνατο; Αλλά εμείς πιστεύουμε στα λόγια του Κυρίου: «Όποιος πιστεύει σε μένα, κι αν ακόμα πεθάνει (σωματικά) θα ζήσει. Και καθένας που ζει και πιστεύει σε μένα δε θα πεθάνει ποτέ».

Η Ανάσταση της κόρης του Ιαείρου
Άλλη μέρα, ενώ πολύς κόσμος ακολουθούσε τον Κύριο, τον πλησίασε ο άρχοντας της συναγωγής, ο Ιάειρος, έπεσε στα γόνατα και τον παρακάλεσε να πάει στο σπίτι του, όπου η δωδεκάχρονη κόρη του χαροπάλευε. Του ζητούσε μόνο να την αγγίξει και πίστευε πως αυτό το άγγιγμα θα χάριζε στο παιδί του την ίαση. Πράγματι, ο Ιησούς ακολούθησε τον αρχισυνάγωγο στο σπίτι του. Καθώς προχωρούσαν κι ενώ πολύς κόσμος άγγιζε κι έσπρωχνε τον Ιησού, κάποια στιγμή εκείνος σταμάτησε και είπε αυστηρά: «Ποιος με άγγιξε;» Οι μαθητές του παραξενεμένοι του είπαν: «Τόσος κόσμος σε σπρώχνει και συ ρωτάς ποιος σε άγγιξε;». Όμως ο Κύριος επέμενε, γιατί αισθάνθηκε πως κάποιος τράβηξε από πάνω του δύναμη θεϊκή. Τότε μια γυναίκα φοβισμένη του είπε: «Δώδεκα ολόκληρα χρόνια υποφέρω από αιμορραγίες. Ξόδεψα όλη μου την περιουσία μάταια σε γιατρούς. Πίστεψα πως αν αγγίξω μόνο το ρούχο σου θα θεραπευθώ». Κι Εκείνος, που τα γνώριζε όλα ως Θεός, της είπε: «Κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε. Ζήσε ειρηνικά και με υγεία από δω και πέρα».
Στο μεταξύ έρχονται τρέχοντας υπηρέτες του αρχισυνάγωγου και του λένε να μην κουράζει τον Δάσκαλο, γιατί η κόρη του είχε πεθάνει. Ο Ιησούς, όταν άκουσε τα νέα, είπε στον άρχοντα: «Μη φοβάσαι, μόνο να έχεις πίστη». Κι έδιωξε όλον τον κόσμο και τους υπόλοιπους μαθητές. Πήρε μαζί του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Όταν έφτασαν στο σπίτι, βρήκαν κόσμο που θρηνούσαν κι έκλαιγαν απελπισμένοι. Κι ο Ιησούς τους είπε: «Γιατί κάνετε φασαρία και κλαίτε; Το παιδί δεν πέθανε, αλλά κοιμάται». Κι έβγαλε έξω όλον τον κόσμο εκτός από τους γονείς του κοριτσιού και τους μαθητές του. Πλησίασε το νεκρό κορίτσι, του έπιασε το χέρι και είπε δυνατά: «Μικρό μου κοριτσάκι, σήκω». Κι αμέσως το κοριτσάκι σηκώθηκε κι άρχισε να περπατά στο δωμάτιο. Όλοι τα έχασαν και θαύμασαν πολύ, αλλά ο Κύριος παρακάλεσε να μην πουν σε κανέναν αυτό που συνέβη.

Η Ανάσταση του Λαζάρου
Κάποια φορά όμως, όπως αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (Ιω. 11,3), που ο Κύριος βρισκόταν στη Γαλιλαία, έμαθε πως ο φίλος Του ο Λάζαρος ήταν άρρωστος. Του το είχαν διαμηνύσει οι αδελφές του με τούτα τα λόγια: «Κύριε, να, αυτός που τόσο πολύ αγαπάς, είναι άρρωστος».
Σαν ήκουσε όμως ο Ιησούς τούτο, είπε: «Αυτή η αρρώστια είναι για να φανεί η δόξα του Θεού». Ο Ιησούς όμως καθυστέρησε εσκεμμένα τη μετάβασή του στη Βηθανία (Ιω. 11,6) κι έμεινε εκεί στον τόπο που βρισκόταν ακόμη δύο μέρες. Ύστερα είπε στους μαθητές Του: «Πάμε πάλι στην Ιουδαία».

Οι μαθητές, που ήξεραν τους κινδύνους που μπορούσε να έχει για τον Δάσκαλό τους ένα τέτοιο ταξίδι, προσπάθησαν να Τον αποτρέψουν από του να το κάμει. «Δάσκαλε, πριν λίγες μέρες οι Ιουδαίοι ζητούσαν να σε λιθοβολήσουν και πάλι θέλεις να πάς εκεί;» (Ιω. 11,8.

Ο Κύριος πρόσθεσε: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος κοιμήθηκε και πρέπει να πάω να τον ξυπνήσω». Οι μαθητές που δεν κατάλαβαν τα λόγια του Ιησού νόμισαν πως ο Λάζαρος είχε κοιμηθεί με τον φυσικό ύπνο και του είπαν: «Κύριε, αν κοιμήθηκε, θα ξυπνήσει μοναχός του. Τι ανάγκη είναι να πάμε εμείς, για να τον ξυπνήσουμε;». Τότε ο Ιησούς τους μίλησε καθαρά και τους είπε: «ο Λάζαρος πέθανε. Και χαίρομαι για σας για να πιστέψετε. Πάμε, λοιπόν προς τον Λάζαρο».

Στην αμετάθετη αυτή απόφαση του Ιησού να επιστρέψουν στην Ιουδαία, οι μαθητές παρά τους ενδοιασμούς τους πειθάρχησαν.

Όταν έφθασε στο σπίτι μαζί με τους μαθητές Του, ο Λάζαρος ήταν ήδη νεκρός για τέσσερις ημέρες (Ιω. 11,17).

Η Μάρθα έτρεξε να τον συναντήσει και αφού Τον προσκύνησε με ευλάβεια, Του είπε με πόνο ψυχής: «Κύριε, αν ήσουνα εδώ ο αδελφός μου δεν θα είχε αποθάνει. Αλλά και τώρα ξέρω, πως ότι ζητήσεις από τον Θεό θα σου το δώσει ο Θεός» (Ιω. 11,21-22). Ο Κύριος της απάντησε «ο αδερφός σου θα αναστηθεί». Αυτή προσθέτει: «Ναι, Κύριε, το ξέρω. Ο αδερφός μου θ” αναστηθεί τότε, που θα γίνει η γενική ανάσταση όλων των νεκρών, στη συντέλεια των αιώνων».

Ο Κύριος της είπε: «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σε μένα κι αν αποθάνει θα ζήσει και θα ζήσει αιώνια. Μάρθα, το πιστεύεις αυτό;» (Ιω. 11, 25-26).

Στα λόγια αυτά του Διδασκάλου της η Μάρθα απάντησε: «Ναι, Κύριε. Από καιρό έχω πιστέψει, ότι Συ είσαι ο Χριστός που προανήγγειλαν οι Προφήτες» (Ιω. 11,27).

Τότε η Μάρθα πήγε και φώναξε την αδερφή της τη Μαρία ότι ο Κύριος ήρθε. Η Μαρία σηκώθηκε κι έτρεξε, για να συναντήσει τον Κύριο. Τα πλήθη των Ιουδαίων, που βρισκόντουσαν μαζί της στο σπίτι, έσπευσαν κι αυτά να την ακολουθήσουν. Είχαν νομίσει πως η κόρη θα πήγαινε στον τάφο για να κλάψει και την ακολούθησαν. Έτσι σε λίγο κόσμος πολύς συγκεντρώθηκε στον τόπο που βρισκόταν ο Ιησούς. Μόλις η Μαρία αντίκρισε τον Κύριο που με λαχτάρα περίμεναν, σωριάστηκε στα πόδια του και με σπαραγμό ψυχής μόλις μπόρεσε να επαναλάβει της αδελφής της Μάρθας τα λόγια: «Κύριε, αν ήσουνα εδώ δεν θα απέθνησκε ο αδελφός μου».

Ο Κύριος μπροστά στο ψυχικό δράμα των δύο γυναικών ταράχτηκε και με δυσκολία συγκράτησε τη συγκίνησή Του. Τότε τις ρώτησε: «Που τον έχετε βάλει;» Του έδειξαν τον τάφο. Ο Ιησούς μπροστά στον τάφο του φίλου του Λαζάρου δάκρυσε.

Ο τάφος εκείνος ήταν ένα σπήλαιο και είχε μια βαριά πέτρα πάνω του. «Σηκώστε την πέτρα» διέταξε ο Ιησούς. Στη διαταγή αυτή του Κυρίου με δειλία τολμά να επέμβει η αδελφή του Λαζάρου η Μάρθα και να του πει: «Κύριε, μυρίζει. Είναι τέσσερις μέρες τώρα που είναι νεκρός» (Ιω. 11,38-39). Στα λόγια της Μάρθας απάντησε ο Ιησούς και της είπε: «Μάρθα, δεν σου είπα, πως αν πιστεύεις, θα δείς τη δόξα του Θεού;».

Ο Κύριος όρθιος μπροστά στον τάφο με τα μάτια υψωμένα προς τον ουρανό προσευχήθηκε και είπε πριν κάνει το θαύμα: «Πατέρα μου, σ” ευχαριστώ, διότι με άκουσες. Εγώ εγνώριζα πολύ καλά ότι πάντοτε με ακούς. Το εγνώριζα, αλλά το είπα τούτο, για να ακούσει ο λαός που στέκεται εδώ γύρω και να πιστέψουν ότι συ με έχεις στείλει». Κι αφού τα είπε αυτά, με φωνή μεγάλη φώναξε προς τον νεκρό φίλο του: «Λάζαρε, βγες έξω».

Και ο Λάζαρος που ήδη μύριζε, σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο, σηκώθηκε και ολοζώντανος, φασκιωμένος ολόκληρος με τα σάβανα και τα σουδάρια με τα οποία οι Ιουδαίοι συνήθιζαν να περιτυλίγουν τα σώματα των νεκρών τους, αναστημένος βγήκε έξω από τον τάφο (Ιω. 11,40-44).

Το θαύμα του Λαζάρου διαδόθηκε μονομιάς παντού και κόσμος πολύς πίστεψε στον Κύριο. Το θαύμα συνήγειρε τα πλήθη του Εβραϊκού λαού να υποδεχθούν ύστερα από λίγες μέρες τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα με τον εξαιρετικό εκείνο ενθουσιασμό, για τον οποίο μας μιλάει το Ευαγγέλιο (Ιω. 11,45).
Έρευνα, συγκέντρωση, επεξεργασία, επιμέλεια και παράθεση υλικού: Χώρα Του Αχωρήτου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου