Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Το θαύμα της ανάστασής τους: «ΟΙ ΕΝ ΕΦΕΣΩ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ»

Ο διωγμός τους από τον αυτοκράτορα Δέκιο – Ο ύπνος τους στο σπήλαιο που κράτησε 200 περίπου χρόνια – Το ξύπνημά τους με το οποίο ο Θεός έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών 
Στους βίους των αγίων της Εκκλησίας μας συναντάμε ορισμένα περιστατικά, όπως έχουν καταγραφεί από τους Συναξαριστές, που πραγματικά μας αφήνουν έκπληκτους. Ανάμεσα στους αγίους αυτούς είναι οι λεγόμενοι «Επτά παίδες εν Εφέσω», η ιστορία των οποίων είναι πραγματικά εντυπωσιακή.

ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ – Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΚΙΟ

Οι 7 παίδες εν Εφέσω έζησαν κατά το πρώτο μισό του 3ου μ.Χ. αιώνα. Για τα ονόματά τους υπάρχουν κάποιες διχογνωμίες. Αντωνίνος, Διονύσιος, Εξακουστωδιανός, Ιάμβλιχος, Ιωάννης, Μαξιμιλιανός και Μαρτινιανός, σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα» (έκδ. 2007), ενώ σύμφωνα με άλλες πηγές, ένας από τους 7 ονομαζόταν Κωνσταντίνος και όχι Αντωνίνος.
Οι νέοι αυτοί, στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Δέκιου (που έζησε από το 201 ως το 251 και από το 249 ως το 251 βρισκόταν στον θρόνο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας), διώχθηκαν για την πίστη τους στον Χριστό, όπως και χιλιάδες άλλοι χριστιανοί. Ο Δέκιος, που σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον των Γότθων, θεωρείται ένας από τους σκληρότερους διώκτες των χριστιανών.
Αφού μοίρασαν τα υπάρχοντά τους σε φτωχούς, κατέφυγαν σ’ ένα σπήλαιο όπου και κρύφτηκαν. Εκεί, προσευχήθηκαν στον Θεό και ζήτησαν να τους πάρει κοντά Του, καθώς δεν ήθελαν να πέσουν στα χέρια των ανδρών του Δέκιου. Φαίνεται μάλιστα ότι είχαν γίνει στόχος του ίδου του αυτοκράτορα, ο οποίος πήγε στην Έφεσο και τους αναζήτησε για να τους αναγκάσει να θυσιάσουν στα είδωλα. Όταν πληροφορήθηκε ότι είχαν κρυφτεί στη σπηλιά και είχαν πεθάνει, έδωσε εντολή να φράξουν με μαντρότοιχο την είσοδο του σπηλαίου.

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ...

Ερχόμαστε τώρα γύρω στο 445 μ.Χ., όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Θεοδόσιος Β’ ο Μικρός (ο οποίος έμεινε στον θρόνο από το 408 ως το 450). Ήταν η εποχή που η αυτοκρατορία ταραζόταν συθέμελα από το νεστοριανισμό και τον μονοφυσιτισμό, δύο από τις πλέον επικίνδυνες χριστιανικές αιρέσεις.
Υπήρχε επίσης έντονη αμφισβήτηση του χριστιανικού δόγματος για την ανάσταση των νεκρών. Πολλοί, μάλιστα, επίσκοποι είχαν προσχωρήσει στην αιρετική άποψη ότι οι νεκροί δεν μπορούν ν’ αναστηθούν.
Ο Θεοδόσιος (που ονομάστηκε «Μικρός», σε αντιδιαστολή με τον «Μέγα» Θεοδόσιο) είχε αρχίσει να απελπίζεται. Κάποια στιγμή φόρεσε ένα τρίχινο σάκο(το λεγόμενο κιλίκιον ,τρίχινο ράσο ασκητή ως ένδειξη ταπεινότητας) και, αφού γονάτισε, ζήτησε από τον Θεό να τον βοηθήσει.
Πραγματικά, η παράκλησή του εισακούστηκε. Ο ιδιοκτήτης της περιοχής όπου βρισκόταν το σπήλαιο που είχαν κοιμηθεί για πάντα οι «7 παίδες» στην Έφεσο, θέλησε να φτιάξει ένα μαντρί για τα γιδοπρόβατα και τα βοοειδή του. Καθώς, λοιπόν, έπαιρνε πέτρες για δύο μέρες από τον μαντρότοιχο που κάλυπτε την είσοδο του σπηλαίου, αποκαλύφθηκε η είσοδός του.
Τότε ακριβώς, ο Θεός πρόσταξε ν’ αναστηθούν οι «7 παίδες». Πραγματικά, επανήλθαν στη ζωή και άρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους σαν να είχαν κοιμηθεί μόνο για μία μέρα.
Μάλιστα, τα σώματά τους δεν είχαν αλλοιωθεί καθόλου ούτε τα ρούχα τους είχαν φθαρεί, μετά από σχεδόν 200 χρόνια. Είχαν έντονα χαραγμένο στη μνήμη τους, όμως, το γεγονός ότι τους κυνηγούσε ο Δέκιος. Ένας από τους 7 παίδες, ο Ιάμβλιχος, κατέβηκε στην Έφεσο για να αγοράσει ψωμί για όλους, έχοντας ένα νόμισμα της εποχής του Δέκιου.
Πηγαίνοντας προς την πόλη, έβλεπε παντού το σημείο του Σταυρού, τα κτΊρια διαφορετικά και τους ανθρώπους αλλαγμένους (2 αιώνες είχαν περάσει άλλωστε...)
Πίστεψε ότι βλέπει κάποιο όραμα. Πήγε σε ένα αρτοποιείο και αγόρασε ψωμί, δίνοντας το νόμισμα με την εικόνα του Δέκιου. Οι αρτοπώλες, βλέποντας το νόμισμα, πίστευαν ότι ο Ιάμβλιχος βρήκε κάποιο θησαυρό, ενώ ο ίδιος θορυβήθηκε, πιστεύοντας ότι θα τον παραδώσουν στον Δέκιο και τους ζήτησε να κρατήσουν το νόμισμα και το ψωμί και να τον αφήσουν να φύγει. Όμως εκείνοι όχι απλά δεν τον άφησαν, αλλά, ζητώντας του να τους δείξει πού βρήκε τον θησαυρό, του πέρασαν αλυσίδα στον λαιμό και, μέσα από τον κεντρικό δρόμο της πόλης, τον οδήγησαν στον ανθύπατο της Εφέσου.
Εκείνος ζήτησε από τον Ιάμβλιχο να τους υποδείξει το σημείο που βρήκε τον θησαυρό. Μάταια ο νεαρός προσπαθούσε να τους πείσει ότι δεν γνωρίζει τίποτα για κανένα θησαυρό. Τα ονόματα του πατέρα του, του παππού του και των άλλων συγγενών του ήταν παντελώς άγνωστα στον ανθύπατο. Όταν ο Ιάμβλιχος τους ρώτησε πού βρίσκεται ο Δέκιος, που το προηγούμενο βράδυ είχε φτάσει στην πόλη, του απάντησαν ότι ο Δέκιος πέθανε πριν 2 περίπου αιώνες. Η τελευταία ελπίδα του Ιάμβλιχου ήταν το σπήλαιο. Ζήτησε από τον ανθύπατο και τους υπόλοιπους να πάνε ως το σπήλαιο, για να δουν σημεία που θα τους κάνουν να πιστέψουν όσα τους έλεγε.
Ο επίσκοπος Εφέσου, Μαρίνος, που είχε φτάσει στο μεταξύ, κατάλαβε ότι συμβαίνει κάτι θαυμαστό και είπε στον ανθύπατο να ακολουθήσουν τον Ιάμβλιχο. Πραγματικά, ο Ιάμβλιχος, ο επίσκοπος και ο ανθύπατος, ακολουθούμενοι από πλήθος κόσμου , κατευθύνθηκαν προς το σπήλαιο. Πρώτος μπήκε μέσα ο Ιάμβλιχος και ακολούθησε ο Μαρίνος, ο οποίος κοιτώντας προς το δεξιό μέρος της εισόδου του σπηλαίου, είδε ένα κιβώτιο σφραγισμένο με δύο ασημένιες σφραγίδες. Το είχαν τοποθετήσει εκεί ο Ρουφίνος και ο Θεόδωρος, δύο χριστιανοί που ήταν ανάμεσα σε αυτούς που ο Δέκιος διέταξε να χτίσουν τον μαντρότοιχο στην είσοδο του σπηλαίου.
Ο Ρουφίνος και ο Θεόδωρος σημείωσαν τα ονόματα των «7 παίδων» σε μολύβδινες πλάκες και τις τοποθέτησαν μέσα στο κιβώτιο. Μάλιστα, έγραψαν και τα συναξάρια των αγίων επτά παίδων (συναξάρι : βιβλίο που περιέχει βίους αγίων). ‘Οταν συγκεντρώθηκαν και οι άλλοι άρχοντες της Εφέσου, το κιβώτιο ανοίχτηκε και βρέθηκαν οι πλάκες. Όταν τις διάβασαν, έμειναν όλοι έκπληκτοι. Προχώρησαν προς το εσωτερικό του σπηλαίου, όπου βρήκαν και τους υπόλοιπους άγιους παίδες. Έπεσαν στα πόδια τους και τους προσκύνησαν και ζητούσαν απ’ αυτούς να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες για το τι είχε γίνει πριν 200 χρόνια.
Ο επίσκοπος Μαρίνος και ο ανθύπατος έστειλαν μια αναφορά στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, με την οποία του εξιστορούσαν τι ακριβώς είχε γίνει. Ο Θεοδόσιος έσπευσε στην Έφεσο και πήγε στον σπήλαιο. Γονάτισε μπροστά στους αγίους και έβρεχε τα πόδια τους με τα δάκρυά του. Παράλληλα, ευχαριστούσε τον Θεό για την ολοφάνερη απόδειξη ότι υπάρχει ανάσταση των νεκρών.
Ενώ οι 7 παίδες συνομιλούσαν με τον αυτοκράτορα και τους διάφορους αξιωματούχους, νύσταξαν και «αποδήμησαν εις Κύριον».
Ο Θεοδόσιος, αφού άφησε στη σπηλιά πολύτιμα άμφια, ασήμι και χρυσάφι, διέταξε να κατασκευαστούν 7 θήκες προς τιμήν των αγίων και να τοποθετηθούν σ’ αυτές τα σώματά τους. Το βράδυ, όμως, εμφανίστηκαν οι 7 παίδες στον ύπνο του και του ζήτησαν να τους αφήσει στο σπήλαιο όπου έγινε η ανάστασή τους. Πραγματικά, αυτό έγινε. 
Ακολούθησαν λαμπρές γιορτές στην Έφεσο, ύμνοι και λόγοι ευχαριστίας και δοξολογίας προν τον Θεό.
«Τον επτάριθμον τιμώ χορόν Μαρτύρων
Δείξαντα ανάστασιν νεκρών τω κόσμω
Τη δε τετάρτη νεκροέγερτοι ξύνθανον επτά».
Με το θαύμα αυτό βεβαιώθηκε η αλήθεια της πίστης της Εκκλησίας στην ανάσταση των νεκρών και στερεώθηκε το σχετικό δόγμα.

ΟΙ «7 ΕΝ ΕΦΕΣΩ ΠΑΙΔΕΣ» ΣΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

Η παράδοση για τους «7 κοιμώμενους παίδες» της Εφέσου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη κατά την ύστερη αρχαιότητα και τη βυζαντινή εποχή.
Στο σπήλαιο στο οποίο έγινε το θαύμα της ανάστασής τους, χτίστηκε τους επόμενους αιώνες ένα εκκλησιαστικό συγκρότημα και ήρθε στην επιφάνεια, μετά από ανασκαφές, το 1927. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την μνήμη τους στις 4 Αυγούστου και η Ρωμαιοκαθολική στις 27 Ιουλίου. Και το Ισλάμ, όμως, τιμά τη μνήμη τους, καθώς στο Κοράνι (σούρα 18) υπάρχει σχετική αναφορά.
Στη Γερμανία, η 27η Ιουνίου είναι αφιερωμένη στους Επτά Κοιμώμενους Παίδες (Siebenschlafertag) – Ημέρα των Επτά Κοιμώμενων, είναι η ακριβής μετάφραση της λέξης αυτής).
Τέλος, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, στο μυθιστόρημα «Τα Εφτά Κοιμισμένα Παιδιά» (1956), αναφέρεται στην ιστορία αυτή.

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ 7 «ΚΟΙΜΩΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ»

Η πρώτη εκδοχή αυτής της ιστορίας αναφέρεται από τον Σύρο επίσκοπο Ιάκωβο του Sarug(περ. 450-521), ο οποίος άντλησε τις πληροφορίες του από μια παλαιότερη ελληνική «πηγή», που όμως έχει χαθεί. 
Σύντομη περιγραφή της ιστορίας υπάρχει στον Γρηγόριο της Τουρ (περ. 538-594) και στον Παύλο τον Διάκονο (περ. 720-799), στο έργο του «Ιστορία των Λομβαρδών».
Η γνωστότερη δυτική εκδοχή αυτής της ιστορίας εμφανίζεται στον «Χρυσό Θρύλο» του Ιακώβου του Voragine.
Όπως αναφέραμε, όμως, και στο Κοράνι (σούρα 18, στίχοι 9-26) γίνεται αναφορά στα 7 «κοιμώμενα παιδιά». Μάλιστα, γίνεται μνεία για ένα σκύλο που συνόδευε τους νέους στη σπηλιά και τους παρακολουθούσε. Στο Ισλάμ, οι νέοι αποκαλούνται «Άνθρωποι του σπηλαίου».
Στις ανασκαφές που έγιναν στην Αρχαία Έφεσο (κοντά στο σημερινό Selcukτης Τουρκίας) και συγκεκριμένα στο όρος Πιόν (ή Κοέλιαν) (Mount Pion or Coelian) το 1927-1928, βρέθηκε το σπήλαιο των 7 Παίδων, με τα ερείπια του ναού που χτίστηκε πάνω σ’ αυτό. Ανακαλύφθηκαν αρκετές εκατοντάδες τάφοι του 5ου και του 6ου αιώνα και επιγραφές αφιερωμένες στους 7 παίδες.
Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών, τα οστά των τάφων κοντά στην Έφεσο αναγνωρίστηκαν ως λείψανα των 7 Παίδων και μεταφέρθηκαν στη Μασσαλία σ’ ένα μεγάλο πέτρινο φέρετρο, που παραμένει ως κειμήλιο στο Αβαείο του Saint Victor (της Μασσαλίας).
Για την τοποθεσία του σπηλαίου υπάρχουν και άλλες εκδοχές (π.χ. στο Αμάν της Ιορδανίας, ακόμα και στο ΒΔ τμήμα της Γερμανίας), ενώ και ξένοι συγγραφείς (Ντανίλο Κις, Σούζαν Κούπερ, Μαρκ Τουέν, Χ. Τζ. Ουέλς, ακόμα κι ο Ορχάν Παμούκ στο έργο του «Με Λένε Κόκκινο», ασχολήθηκαν με το θέμα.
Στις φωτογραφίες που βλέπετε και οι οποίες προέρχονται από τουρκικά σάιτ, οι γείτονες διαφημίζουν το «Seven Sleepers Cave of Ephesus» (Το Σπήλαιο των 7 Κοιμωμένων της Εφέσου). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου