Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου: “Η γοητεία του να είσαι νέος και ορθόδοξος Χριστιανός”

Εισήγηση του Σεβασμιωτάτου στην εκδήλωση των Εκπαιδευτηρίων “Καλαμαρί” στην Θεσσαλονίκη (11-3-2001).
Από χθές μου δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσω προσωπικά πολλούς Καθηγητές, τα παιδιά του Λυκείου και την όλη συγκρότηση της Σχολής, και διεπίστωσα την ευγένεια, το επίπεδο και την πολιτισμένη ατμόσφαιρα. Αισθάνομαι την ανάγκη να σάς ευχαριστήσω θερμά για 
την πρόσκληση.
Δεν μου ζητήθηκε να πω για τα οράματα του νέου ανθρώπου, που είναι το γενικό θέμα της Ημερίδας, αλλά για την γοητεία του να είσαι νέος και Ορθόδοξος Χριστιανός, και δεν ξέρω πώς να σάς γοητεύσω.

Η γοητεία του να είναι κανείς νέος και ορθόδοξος Χριστιανός είναι μεγάλη. Τα όσα θα υποστηρίξω στην συνέχεια θα είναι τηλεγραφικά και αποσπασματικά.

Υπάρχουν, βεβαίως, πολλές συγχύσεις που δεν βοηθούν στην ανάπτυξη αυτού του θέματος. Για παράδειγμα, παρατηρείται έλλειψη ορίων μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών και άλλων θρησκειών, οπότε είναι δυνατόν η πρακτική άλλων ομολογιών ή θρησκειών να βιώνεται από μας τους Ορθοδόξους ή να αποδίδεται σε μας τους Ορθοδόξους. Μέσα στα πλαίσια αυτά μπορεί να γίνεται λόγος για μια εκκοσμίκευση της πίστης ή ακόμη για απόδοση ευθυνών εκεί όπου δεν υπάρχουν.

Το ότι γίνεται μια σύγχυση μεταξύ των όρων και των εννοιών φάνηκε, τουλάχιστον σε μένα, έντονα, όταν μια Κυριακή του προηγούμενου μηνός (Φεβρουαρίου) διάβασα στην εφημερίδα ένα διάλογο που έγινε μεταξύ ενός αθέου, όπως χαρακτηριζόταν (τού φιλοσόφου Πάολο Φλέρες ντ’ Αρκάις), και ενός Χριστιανού πιστού, όπως επίσης χαρακτηριζόταν (τού Καρδιναλίου Γιόζεφ Ράτζιγκερ), και βέβαια, βλέποντας την συζήτηση μεταξύ των δύο, ήμουν πλησιέστερος με τα επιχειρήματα του λεγομένου αθέου, ενώ απομακρυσμένος από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσε ο Χριστιανός πιστός. Και δεν συμφωνούσα καθόλου με την νοοτροπία της Εφημερίδος που διάλεξε ως εκπρόσωπο του Χριστιανού πιστού τον Καρδινάλιο Ράτζιγκερ και αγνόησε ολόκληρη την ορθόδοξη κληρονομιά που θα μπορούσε να συζητήση με τον λεγόμενο άθεο κατ’ άλλον τρόπο.

Αντιλαμβάνομαι, λοιπόν, το εγχείρημα που προσπαθώ να επιχειρήσω και γι’ αυτό ας μου επιτραπή να στηρίξω τα λίγα λόγια που θα παραθέσω σε δύο λέξεις - κλειδιά που ακούγονται συχνά στις ημέρες μας. Η πρώτη είναι η λέξη “θρησκεία” και η δεύτερη η λέξη “μεταφυσική”, και θα τις μελετήσω εν σχέσει με την Ορθόδοξη Παράδοση.
1. Η έννοια της θρησκείας

Η λέξη θρησκεία είναι πολύ αρχαία, αναφέρεται στον Ηρόδοτο και σε άλλους αρχαίους-Έλληνας συγγραφείς και δηλώνει την λατρεία, την τιμή στο θείο. Και αυτό συνδέεται με την έννοια ότι ο άνθρωπος μέσα στην αδυναμία του αισθανόταν την ανάγκη να έλθη σε επαφή με το θείο για να το εξιλεώση, και να το έχη βοηθό του σε όλες τις δοκιμασίες του βίου του αλλά και στον φόβο που προερχόταν από διάφορα φυσικά φαινόμενα.

Έχει υποστηριχθή από πολλούς, και αυτό ισχυρίζομαι συχνά στα κείμενά μου, ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, αλλά Εκκλησία. Και μάλιστα, όπως έχει υποστηρίξει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, η θρησκεία είναι αρρώστια της ανθρώπινης προσωπικότητας καί, επομένως, ο Χριστός ήλθε για να μας ελευθερώση και να μας θεραπεύση από την αρρώστια της θρησκείας.

Ο Χριστιανισμός εκφράζεται περισσότερο με τον αρχαίο ελληνικό όρο Εκκλησία, που δείχνει την κοινωνία, την ενότητα μεταξύ Θεού και ανθρώπων, και αυτή η σχέση στηρίζεται αφ’ ενός μεν στην αγάπη, που είναι ερωτική κίνηση εξόδου από την φιλαυτία, αφ’ ετέρου δε στην ελευθερία.

Τεκμηριώνοντας αυτήν την άποψη θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι κατά την ορθόδοξη αντίληψη ο άνθρωπος πλάστηκε από τον Θεό για να έχη κοινωνία μαζί Του, πράγμα το οποίο συνέβαινε στον Παράδεισο πριν την πτώση. Έχασε όμως αυτή την κοινωνία. Θεωρούμε την αμαρτία ως απώλεια της σχέσης, και την επιστροφή ως επαναφορά του ανθρώπου στην σχέση. Η απώλεια της σχέσης με τον Θεό αρρώστησε όλον τον εσωτερικό κόσμο, τον λόγο, τον νού, την αίσθηση, την δόξα, την φαντασία, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να πλάση δικούς του θεούς, δηλαδή κατεσκεύασε φάσματα (φαντάσματα) της αληθείας. Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα, όταν λατρεύει κανείς φάσματα της αληθείας.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα είναι κάπου αλλού. Ο άνθρωπος, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, έχει διαβλητά και αδιάβλητα πάθη. Τα αδιάβλητα πάθη είναι η πείνα, η δίψα, η κόπωση, κλπ. και τα διαβλητά πάθη είναι η φιλαυτία, η φιληδονία, η φιλαργυρία. Όταν ο νούς του ανθρώπου νοσή, τότε τα αδιάβλητα πάθη γίνονται διαβλητά, αφού από την φυσική ικανοποίηση της πείνας μπορεί να οδηγηθή στο διαβλητό πάθος της πολυφαγίας, από το αδιάβλητο πάθος της δίψας, μπορεί να φθάση στην φιλοποσία και την μέθη. Το ίδιο μπορεί να γίνη και με τα διαβλητά πάθη της ψυχής, τα οποία πρέπει να μετατραπούν σε αδιάβλητα πάθη, ήτοι η φιλοδοξία να κινείται σε φυσικά πλαίσια και να μην συνδεθή με μάχες, πολέμους, ανταγωνισμούς κλπ. Το ίδιο συμβαίνει και με τα άλλα πάθη.

Δηλαδή, ο άνθρωπος θέλει να αποκτήση μια ισορροπία. Να σταματήση η κίνηση των αδιαβλήτων παθών προς το να γίνουν διαβλητά, καθώς επίσης και η παραφύση ενέργεια των διαβλητών παθών να μετατραπή σε κατά φύση.

Αυτό το έργο το κάνει ο νούς του ανθρώπου. Αυτός είναι το κατάλληλο όργανο για την ισορροπία αυτή, ώστε ο άνθρωπος να είναι κατά πάντα φυσιολογικός.

Η θρησκεία δεν μπορεί να κάνη αυτό το έργο, απλούστατα γιατί δεν μπορεί να υπερβή τον θάνατο. Ακόμη δε χειρότερα, η θρησκεία καλλιεργεί και στηρίζεται στα διαβλητά πάθη. Και ξέρουμε πολύ καλά ότι το κέντρο και το κίνητρο όλων των διαβλητών και αδιαβλήτων παθών είναι ο θάνατος, που βιώνεται ως φθορά, ως κίνηση, ως αρρώστια, ως βιολογικός μαρασμός, ως έξοδος της ψυχής από το σώμα. Όχι μόνον δεν μπορεί να κάνη αυτό το έργο η θρησκεία, αλλά αυξάνει τα διαβλητά πάθη, με το μίσος, τους πολέμους, τον φανατισμό, τον ρατσισμό κλπ.

Η Ορθοδοξία κατέχει αυτήν την μέθοδο που μας παρέδωσε ο Χριστός, με την οποία θεραπεύεται ο νούς του ανθρώπου και αυτά τα διαβλητά πάθη (φιλοδοξία, φιληδονία, φιλαργυρία) μετατρέπονται σε φυσικά, και τα αδιάβλητα τα ενισχύη για να παραμένουν στην φυσική κατάστασή τους. Και αυτό γίνεται γιατί μέσα στην εκκλησιαστική ζωή υπερβαίνεται ο θάνατος, καθώς επίσης καθαρίζεται ο νούς και αποκτά την δυνατότητα να διευθύνη όλον τον ψυχικό και σωματικό οργανισμό του ανθρώπου.

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να δώσω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα θρησκευτικών εκδηλώσεων.

Το ένα προέρχεται από την βουδιστική θρησκεία. Είναι γνωστόν ότι κατά τον βουδισμό εκείνο που απασχολεί τον άνθρωπο είναι το πρόβλημα της οδύνης που προέρχεται από τον πόθο της ζωής. Οπότε, ο ύψιστος σκοπός του “πεφωτισμένου” είναι να απαλλαγή από τον πόθο αυτό της ζωής. Η νέκρωση της επιθυμίας της ζωής γίνεται με ειδική μέθοδο που λέγεται γιόγκα, με τους διαφόρους τύπους της, ήτοι Χάτα Γιόγκα (ένωση με το Βράχμαν με σωματικές ασκήσεις), Κάρμα Γιόγκα (ένωση με το Βράχμαν με έργα και λειτουργικές πράξεις), Μάντρα Γιόγκα (ένωση με το Βράχμαν με ψαλμωδίες και μαγικές συλλαβές), Βάκτι Γιόγκα (ένωση με το Βράχμαν με την ολοκληρωτική λατρεία μιας θεότητος ή του ιδίου του Γκουρού), Γκνάνα Γιόγκα (ένωση με το Βράχμαν με μυστικιστική γνώση), Κουνταλίνι Γιόγκα (ένωση με το Βράχμαν με δαιμονικές ενέργειες), Τάντρα Γιόγκα (ένωση με Βράχμαν με αχαλίνωτες σεξουαλικές πράξεις). Με τις μεθόδους αυτές πρέπει ο άνθρωπος να φθάση στο απόλυτο νιρβάνα, που είναι η σβέση της υπάρξεως και η απαλλαγή του πόθου για την ζωή, και απώτερο σκοπό να αποφύγη την σαμσάρα, ήτοι την ανακύκληση της ζωής, την μετενσάρκωση. Έτσι το ατομικό Άτμαν ενώνεται με το καθολικό Βράχμαν, όπως η σταγόνα εισέρχεται μέσα στον ωκεανό.

Είναι φανερό ότι σε μια τέτοια θρησκευτική ζωή δεν υπάρχει πρόσωπο, ο άνθρωπος θεωρείται απλώς άτομο, καθώς επίσης δεν υπάρχει κοινωνία, δεν αναπτύσσεται κοινωνική ζωή, αφού η κάθε ζωή θεωρείται απαρχή μιας οδύνης.

Το άλλο παράδειγμα προέρχεται από τις θεωρίες του Ανσέλμου Καντερβουρίας, ενός σχολαστικού θεολόγου, ο οποίος θεμελιώνει ένα χριστιανικό σύστημα, που επεκράτησε στην Δύση, έχοντας υπ’ όψη του το φεουδαλιστικό σύστημα διοργάνωσης της κοινωνίας. Όπως ο φεουδάρχης έχει την απόλυτη αξία και τιμή και κανείς δεν μπορεί να την προσβάλη, διότι κάθε προσβολή της τιμής του και κάθε διασάλευση του φεουδαλιστικού συστήματος, που θεωρείται έργο του Θεού, συνεπάγεται την τιμωρία του παραβάτου, έτσι και ο Θεός είναι η υψίστη δικαιοσύνη, έχει τιμή, και έχει θεσπίσει την τάξη μέσα στην δημιουργία, οπότε ο παραβάτης πρέπει ή να ικανοποιήση την δικαιοσύνη του Θεού, ή να τιμωρηθή. Έτσι ο Άνσελμος ερμήνευσε την σταυρική θυσία του Χριστού όχι ως έκφραση αγάπης για τον άνθρωπο, αλλά ως εξιλέωση της δικαιοσύνης του Θεού Πατέρα. Αυτό το σύστημα και με την συνδρομή του απολύτου προορισμού δημιούργησε τεράστια προβλήματα στον δυτικό χώρο, προβλήματα προσωπικά και κοινωνικά, όπως ανέλυσε ο Max Weber στο βιβλίο του “η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού”.

Τα δύο αυτά παραδείγματα, ένα από τον ανατολικό χώρο και το άλλο από τον δυτικό χώρο μας δείχνουν πώς έφθασε ο Φόϋερμπαχ στην ρήση ότι “η θρησκεία είναι το όπιο του λαού”, την οποία ρήση χρησιμοποιούσε αργότερα ο Μάρξ. Και βέβαια και εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι αν στην θρησκεία δώσουμε αυτόν τον ορισμό, τον μεταφυσικό, τότε μπορεί να είναι το όπιο του λαού, γιατί καταστρέφει κάθε προσωπική ζωή, αφανίζει την προσωπική ελευθερία, ακόμη δε διασπά και αυτήν την κοινωνική ζωή, τον άνθρωπο από πρόσωπο τον κάνει άτομο.
2. Η έννοια της μεταφυσικής

Η λέξη μεταφυσική δηλώνει τον κόσμο που βρίσκεται - υπάρχει πέρα από τα φυσικά. Λέγεται συνήθως ότι ο Χριστιανισμός ασχολείται με την μεταφυσική και γι’ αυτό έρχεται σε αντίθεση με την κοινωνική ζωή και τα κοινωνικά ζητήματα που έχουν σχέση με το ενθάδε. Και εδώ τα πράγματα δεν είναι ξεκαθαρισμένα.

Είναι γνωστόν ότι η μεταφυσική χωρίζει τον κόσμο σε φυσικά και μεταφυσικά. Κατά την μεταφυσική ο Θεός ζη στην ευδαιμονία του, έχοντας ένα σύνολο αγεννήτων ιδεών. Όλη η κτίση επηρεάζεται από αυτόν τον κόσμο των ιδεών. Και κατά μια θεώρηση (πλατωνική) η ψυχή του ανθρώπου κινήθηκε από τον κόσμο αυτόν των ιδεών, οπότε τιμωρήθηκε από τον Θεό και περικλείστηκε στο φύσει θνητό αυτό σώμα, το οποίο τώρα είναι η φυλακή της ψυχής. Οπότε, σωτηρία του ανθρώπου είναι να ελευθερωθή η αγέννητη ψυχή από το σώμα και να οδηγηθή στον κόσμο των ιδεών για να ζήση την ευδαιμονία της.

Από αυτήν την αντίληψη δημιουργούνται πολλά προβλήματα. Πρώτον, ότι το σώμα και γενικά η ύλη είναι κακά καί, επομένως, είναι αποβλητέα. Δεύτερον, ο άνθρωπος ουσιαστικά δεν είναι πρόσωπο, αφού η ψυχή του πρέπει να επιστρέψη στον κόσμο των ιδεών. Αυτή η επιστροφή λέγεται έρωτας. Οπότε ο έρωτας είναι μια αδυναμία των όντων και όχι πληρότητα ζωής. Τρίτον, θεωρείται ότι ο ύψιστος σκοπός του ανθρώπου είναι η ατομική ευδαιμονία, που και αυτή θεωρείται αφηρημένη.

Ο Χριστιανισμός όμως, όπως εκφράζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν είναι μεταφυσική, αφού αγιάζει και μεταμορφώνει τον άνθρωπο, την ψυχή και το σώμα, τον κόσμο, την κτίση, τους κοινωνικούς θεσμούς, χωρίς να μετατρέπεται σε κόσμο, σε κτίση, σε κοινωνικό θεσμό. Όπου έγινε κάτι τέτοιο έχουμε αποτυχία των Χριστιανών (κληρικών και λαϊκών) και όχι του Χριστιανισμού.
3. Πρακτικές συνέπειες

Και οι δύο αναλύσεις που έγιναν προηγουμένως στον όρο θρησκεία και τον όρο μεταφυσική και ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει καμμία σχέση με αυτούς τους όρους, φαίνεται σε διάφορες προοπτικές που δεν μπορούμε να τις φαντασθούμε και έχουν έντονες κοινωνικές προεκτάσεις.

Οι παιδαγωγοί έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος σε όλην του την ζωή διέρχεται από διάφορες ηλικιακές κρίσεις. Είναι η κρίση της παιδικής ηλικίας, η κρίση της εφηβικής ηλικίας, η κρίση της μέσης ηλικίας, η κρίση της συντάξεως και η κρίση της τρίτης ηλικίας της ζωής. Όλες αυτές οι κρίσεις συνδέονται με τον θάνατο.

Ο παιδαγωγός Piaget είχε ανακαλύψει ότι για πρώτη φορά το παιδί στην ηλικία των 7-10 ετών αποκτά την αίσθηση ότι ο θάνατος είναι μη αναστρέψιμο γεγονός. Η εφηβική ηλικία συνδέεται με τις μεγάλες βιολογικές αλλαγές και με τα υπαρξιακά ερωτήματά που έχουν σχέση με την φθορά και την θνητότητα, η μέση ηλικία προσπαθεί να επιβεβαιωθή βιολογικά και κοινωνικά λόγω της απειλής του θανάτου και η τρίτη ηλικία βλέπει μπροστά της το φάσμα του θανάτου.

Είναι χαρακτηριστική μια συνέντευξη που έδωσε τώρα τελευταία ο Μίκης Θεοδωράκης. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου “δέν πιστεύω ότι εσύ που αψήφησες τον θάνατο τόσες και τόσες φορές τον φοβάσαι τώρα;”, απάντησε: “Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Γιατί τώρα τον βλέπω. Μπήκε μέσα στο σπίτι, μου κλείνει το μάτι, μου κάνει γειά σου... Εγώ δεν τον φοβάμαι, έχω χορέψει μαζί του στα Μαρμαρένια Αλώνια ζεϊμπέκικο και τον νίκησα. Τώρα όμως μπήκε μέσα στο δωμάτιο ο κύριος αυτός και μου γνέφει...” (BHMAGAZINO, Κυριακή 4-2-2001, σελ. 17).

Ο έρωτας και το σέξ έχουν σχέση με τον θάνατο, ο μεν έρωτας ως αναζήτηση μιας άλλης ύπαρξης και απόκτηση πραγματικής σχέσης, για την αποφυγή του φάσματος του θανάτου, η δε σεξουαλική σχέση εντάσσεται στην ίδια προοπτική. Στην Αμερική έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να δούμε την ερωτική και σεξουαλική σχέση όχι μέσα από την βίωση της ηδονής, αλλά μέσα από την επιβίωση της ύπαρξης. Γίνεται μια προσπάθεια για απόκτηση πραγματικής κοινωνίας.

Μέσα από αυτήν την προοπτική πρέπει να δούμε και τα δύο μεγάλα προβλήματα της εποχής μας όπως το AIDS και τα ναρκωτικά. Οι νέοι προσπαθούν να ξεφύγουν από την κόλαση στην οποία ευρίσκονται, η οποία συνίσταται στην οδύνη λόγω της απώλειας της σχέσης και της μοναξιάς, καθώς επίσης προσπαθούν να απαλλαγούν από τα ασφυκτικά πλαίσια του θανάτου, και να φθάσουν σε μια ιδεώδη και πραγματική κοινωνία. Και βέβαια αποτυγχάνουν, γιατί δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος μεταξύ ηδονής και οδύνης.

Θα τελειώσω αυτήν την σύντομη εισήγηση με το συμπέρασμα ότι ο Χριστός δεν είναι αρχηγός μιας θρησκείας, ούτε εισηγητής της μεταφυσικής, ούτε φυσικά ένας ιδεολόγος και κοινωνιολόγος, αλλά ο νικητής του θανάτου. Τον νίκησε με αγάπη και ελευθερία. Γι’ αυτό και οι Πατέρες δεν διστάζουν να χαρακτηρίσουν τον Χριστό εραστή του ανθρώπου. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι ο Χριστός με την ενανθρώπησή του “επεθύμησε πόρνης”, δηλαδή την εκπορνευθείσα ανθρώπινη φύση. Χρησιμοποιώντας δε όλες τις σκηνές που συνδέονταν με την ζωή της πόρνης της εποχής εκείνης, λέγει ότι ο Χριστός πήγε στην καλύβη της πόρνης, την έκανε γυναίκα του, της έδωσε πλούτο χαρισμάτων και μεγάλη κληρονομιά... Γι’ αυτό και λέγεται Νυμφίος. Και ο Θεός είναι, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, έρωτας και εραστόν και ως έρως κινείται και ως εραστόν ελκύει προς τον εαυτόν Του τα του έρωτος δεκτικά. Μια τέτοια αγάπη δεν αντέχεται εύκολα, γι’ αυτό και προτιμούμε την θρησκεία και την μεταφυσική, οι οποίες προσφέρουν η μεν θρησκεία ικανοποιήσεις του συναισθήματος και των αισθήσεων, η δε μεταφυσική μια ιδεολογική κάλυψη, που όλα αυτά συνεπάγονται μίση, φανατισμούς, ρατσισμούς, ιδιώματα και γνωρίσματα του πεπτωκότος και θνητού ανθρώπου, αλλά και αυτάρκεια και αυτοδικαίωση.

Πέρα όμως από την μεταφυσική και την θρησκεία, όπως την οριοθετήσαμε προηγουμένως, βρίσκεται η αγάπη ως ελευθερία, αλλά και η ελευθερία ως αγάπη, γιατί η αγάπη χωρίς ελευθερία γίνεται δικτατορία, και η ελευθερία χωρίς αγάπη γίνεται αναρχία. Γι’ αυτό μπορούμε να υπογραμμίσουμε ότι πέρα από την μεταφυσική και την θρησκεία βρίσκεται η γοητεία, η αλήθεια, η οποία, κατά τον Χάιντεγκερ, δεν είναι “η συμφωνία διάνοιας και πράγματος”, όπως το εξέλαβε η κλασσική μεταφυσική, αλλά είναι “γεγονός αποκαλύψεως και όχι συμφωνίας”, δηλαδή η αλήθεια δεν εξαντλείται στον στοχασμό και την σκέψη, αλλά κινείται προς την κοινωνία με το είναι. Άλλωστε, κατά τον ίδιο, η λέξη αλήθεια αποτελείται από το στερητικό α και την λέξη λήθη, που δηλώνει την εμφάνιση και την ανάδυση ενός όντος από την λήθη, την αφάνεια. Η αλήθεια, λοιπόν, είναι μια προφάνεια, φανέρωση. Αυτό είναι μια γοητεία.

Η πρόταση της Εκκλησίας βρίσκεται σε δύο σημεία. Πρώτον ότι η Ενορία λειτουργεί και μπορεί να λειτουργήση ως ζωντανή θεραπευτική κοινότητα, και δεύτερον, μπορεί να απαντήση στα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου και να λειτουργήση καλά το πρόσωπο σε συνδυασμό με την κοινωνία.

Το όραμα στην πραγματικότητα είναι θέμα σχέσης. Και αυτό είναι η γοητεία του νέου ανθρώπου, ο οποίος είναι νέος όχι απλώς στην ηλικία, αλλά στο φρόνημα και τις αναζητήσεις.
Πηγή:
logotype-fin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου