Κύριε μου, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης - Αγιασμός σε οίκο ανοχής

Διηγεῖται ὁ Γέροντας: 
π.Π.: Δὲν γύριζα νὰ ἁγιάσω, δὲν εἶχα ἐνορία. Διότι ὁλόκληρη κατοχὴ ἔζησα μὲ τὶς πόρνες. Ὁλόκληρη κατοχή. 
Σ.: Τί συγκινητικὰ πράγματα θά ’χετε ἀπὸ ’κεῖ, Γέροντα, ἔ; 
π.Π.: Οὔου. Πολλὰ πράγματα. Ποὺ λέτε, ἐμένα ἐκεῖ ὅλοι οἱ παπάδες, οἱ γείτονές μου, μ’ ἀγαπούσανε. Τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τοῦ Σταυροῦ. Ὅλες οἱ ἐκκλησίες. 
Σ.: Τὸν πατέρα Ἄγγελο Νησιώτη τὸν εἴχατε γνωρίσει;
π.Π.: Πά! Αὐτὸς μὲ πίστευε. Σ.: Σπουδαῖος ἄνθρωπος. 
π.Π.: Αὐτὸς μὲ πίστευε. Πίστευε στὴν χάρη Του. Αὐτὸς μὲ κήρυττε. <Μὲ διαφήμιζε>. Ἕνας παπᾶς ἀπὸ τὸν Ἅγιο Παῦλο. Ἐγώ, δὲν ξέρω ἂν σᾶς ἔχω πεῖ, δὲν ἔπαιρνα μισθό. 
Σ.: Ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο σᾶς ἔδιναν; 
π.Π.: Οὔτε ἀπὸ ἐκεῖ. Τὸ ἐκκλησάκι ἔτσι τὸ εἴχανε. 1.182 δραχμὲς ἔπαιρνα. Ὅταν ἦρθε ἡ κατοχή, τίποτα δὲν ἔπαιρνα. Ὅλα μᾶς τὰ παίρνανε. Αὐτὸ ἤτανε. Ἐγὼ ἐξ αἰτίας αὐτηνῆς, ποὺ δὲν ἔπαιρνα μισθό, κατάφερε νὰ μοῦ βγάλει μία σύνταξη. Μία μικρούλα σύνταξη ἀνάλογα μὲ τὸν μισθό. 
<Ὁ παπᾶς τοῦ ἁγίου Παύλου> μὲ ἔδωσε νὰ πάω σὲ κάνα δύο δρόμους νὰ ἁγιάσω, νὰ πάρω καμιὰ πεντάρα. Πῆγα σὲ 2-3 ὁδούς. 
Στὴν ὁδὸ Ψαρρῶν, στὴν ὁδὸ Μαιζῶνος καὶ σὲ μία ἄλλη. Ἐκεῖ, στὴν ὁδὸ Μαιζῶνος, ἀνέβηκα, μπῆκα σὲ μία καγκελωτὴ πόρτα, ἦταν κῆπος μὲ μανταρινιὲς καὶ εἶχε καὶ μία σκάλα ποὺ ἀνέβαινε στὸ πάνω πάτωμα. Ἀνέβηκα στὸ πάνω πάτωμα, ἄνοιξα τὴν πόρτα, μπῆκα μέσα. Πολλὲς φορὲς εἶχα ἕνα παιδὶ ποὺ ζεῖ ἀκόμα. Αὐτὸ νὰ δεῖς. 
Μόλις χτύπησα τὴν πόρτα, ἦρθε μία κυρία, μοῦ ἄνοιξε. Ἐγώ: «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου Σου Κύριε…». «Στάσου, στάσου!» μοῦ λέει. Λέω. «Τί εἶναι; Δὲν εἶσαι Ὀρθόδοξη;». «Ὀρθόδοξη εἶμαι, ἀλλά…». Ἀνοίγανε διάφορα δωμάτια καὶ βγαίνανε κορίτσια ἔξω. Μπαίνει μπροστὰ καὶ λέει: «Ἄκου νὰ σοῦ πῶ. Ὀρθόδοξη εἶμαι, νὰ φιλήσω τὸ σταυρὸ καὶ νὰ φύγεις». Λέω: «Γιατί;». Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχαν βγεῖ τὰ κορίτσια ἔξω καὶ κοιτάζανε νὰ ἔρθουνε. 
Λέω: «Γιατί;» Λέει: «Αὐτὲς εἶναι ἀνάξιες». Λέω: «Πὲς νὰ ἔρθουνε ἐδῶ. Ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστός, δὲν εἶσαι ἐσὺ ποὺ λές. Ποῦ τὸ ξέρουμε;». 
Ἦρθαν τὰ κορίτσια. «Δὲν κάνει», μοῦ λέει. «Στάσου ἐκεῖ πέρα, ἐγὼ εἶμαι παπᾶς, ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ. Ἐσὺ λὲς ὅτι δὲν κάνουν τὰ κορίτσια νὰ ἀσπασθοῦν τὸν Χριστό. Ἐγὼ ξέρεις τί λέω;». Λοιπόν, εἶχαν ἔρθει τὰ κορίτσια, καμιὰ δεκαριά. 
Αὐτὴ στεναχωριότανε ποὺ ἤρθανε νὰ ἀσπασθοῦνε. Τῆς λέω: «Γιὰ στάσου, βρὲ παιδί μου, γιατί μιλᾶς ἔτσι; Ἐγὼ εἶμαι παπᾶς, ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ. Δηλαδὴ ἦρθε ὁ Χριστὸς στὸ σπίτι σας ἐδῶ, νὰ σᾶς εὐλογήσει γιὰ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶναι αὔριο. Γιατί δὲν εἶναι ἐν τάξει, γιατί δὲν εἶναι ἄξιες; Καὶ τί ξέρεις ἐσύ;». Λέει: «Ξέρω, δὲν εἶναι ἄξιες». Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Χριστοῦ. «Καὶ ἂς ποῦμε ὅτι εἶμαι ὁ Χριστὸς καὶ σοῦ λέγω ὅτι, ἐσὺ δὲν εἶσαι ἄξια νὰ φιλήσεις τὸν Σταυρό. 
Αὐτὲς εἶναι ἄξιες, τῆς λέω, γιὰ νὰ φιλήσουν τὸν Χριστό, γιατὶ ὁ Χριστὸς γι’ αὐτὲς ἦρθε στὸν κόσμο» (συγκινημένος). Καὶ εἶπα κάτι ὡραῖα λόγια, ποὺ λές, εὐχαριστήθηκαν τὰ κορίτσια. Τὶς λέω: «Στὴ γραμμὴ ὅλες!». Ψάλλοντας τώρα τὸ «Ἐν Ἰορδάνῃ» μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Καὶ ἔβαζα καὶ τὸ αὐτὸ καὶ μπὰμ μὲ τὸν ἁγιασμό, τοὺς ἔριχνα, πραγματικὰ τοὺς κατάβρεξα. Δηλαδὴ αἰσθάνθηκα χαρά. 
Τοὺς εἶπα ἐκεῖ πέρα: «Μὲ συγχωρεῖς ποὺ σοῦ εἶπα, γιατί νὰ μὴ φιλήσουν. Ἐδῶ ὁ Χριστὸς γιὰ μᾶς ἦρθε, μήπως ἐγὼ εἶμαι καλός; Ἐγὼ παπᾶς εἶμαι, ἀλλὰ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸν Θεό». 

Λοιπόν, ἔ, φιλῆσαν ὅλες, τοὺς λέω: «Παιδιά μου», εἴχανε βάλει ἐκεῖ πέρα κάτι φοῦσκες χρωματιστές, κάτι εἴχανε κι αὐτές, μὲ τὴ γιορτὴ εἴχανε ἐξωραΐσει τὸ σπίτι τους ἐκεῖ καὶ λέω: «Παιδιά μου, χρόνια πολλά, ὁ Θεὸς σᾶς ἀγαπάει ὅλες». Τοὺς εἶπα ἔτσι μὲ αὐτό (ἐδῶ συγκινήθηκε πολὺ ὁ Γέροντας) τοὺς λέω, μᾶς ἀγαπάει ὅλους, ὅλοι τὸν ἔχομε Πατέρα καὶ γιὰ ὅλους μας ἐνδιαφέρεται ὁ Θεός, μόνο νὰ φροντίζομε νὰ τὸν γνωρίσομε, νὰ τὸν ἀγαπήσομε. Εἶναι πολὺ καλός, μᾶς ἀγαπάει ὅλους καὶ γιὰ ὅλους βρέχει καὶ γιὰ ὅλους βγαίνει ὁ ἥλιος καὶ ὅλους μᾶς ἀγαπάει. Καὶ ἐμένανε μὲ ἀξίωσε ν’ ἀνεβῶ ἐδῶ νὰ σᾶς ἁγιάσω καὶ χάρηκα πολύ. Χρόνια πολλά, τοὺς λέω δυνατά, χρόνια πολλά, κι ἔφυγα. 

Καὶ αὐτὲς λοιπόν… Πά! Πολὺ εὐχαριστήθηκαν τὰ κορίτσια. Ἐκ διαλειμμάτων ἔρχονταν πάνω στὴν ἐκκλησία, ἅμα ἦταν καὶ μακριά, καὶ μὲ βλέπανε πολλὲς φορές. Τί μυστήρια ὑπάρχουν. Πρέπει νὰ ἔχουμε καιρὸ νὰ σᾶς διηγηθῶ γι’ αὐτά. 

Ἀλήθεια, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ φαντασθεῖ τὰ συναισθήματα, ποὺ πλημύρισαν τὶς πονεμένες καρδιὲς ἐκείνων τῶν γυναικών; Περιφρονημένες ἀπ’ ὅλους, διωγμένες καὶ μακριὰ ἀπὸ τὶς οἰκογένειές τους, στιγματισμένες κοινωνικῶς καὶ ἐξουθενωμένες ἀπὸ τὴν καταπίεση καὶ τὴν ἄγρια ἐκμετάλλευση τῶν προαγωγῶν τους σωματεμπόρων, δὲν εἶχαν καμιὰ ἐλπίδα κοινωνικῆς ἀποκαταστάσεως καὶ ἀποδοχῆς. Ἀκόμα καὶ ἡ «διευθύντρια» τοῦ οἴκου ἀνοχῆς, ποὺ τὶς ἐκμεταλλευόταν ἐπὶ χρήμασιν, εἶχε τὸ θράσος νὰ βγεῖ μπροστὰ στὸν ἱερέα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀμφισβητήσει τὸ δικαίωμά τους νὰ φιλήσουν τὸν Σταυρὸ τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δικῆς τους. 

Καὶ ξαφνικὰ βλέπουν κι ἀκοῦνε ἕναν ἁπλὸ καὶ ταπεινὸ παπᾶ νὰ τὶς ὑπερασπίζεται, νὰ τὶς θεωρεῖ πιὸ ἄξιες ἀπὸ τὴν προαγωγό τους, νὰ τὶς ὀνομάζει παιδιὰ τοῦ πατέρα μας τοῦ Θεοῦ, αὐτὲς ποὺ τὶς εἶχαν ἀποδιώξει ἀπὸ ντροπὴ ἀκόμα καὶ οἱ φυσικοὶ πατέρες τους, νὰ τοὺς προσφέρει θερμὴ κι ἀληθινὴ τὴν ἀγάπη του ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὶς βεβαιώνει ὅτι δὲν ἔσβησε, ὅπως ἴσως θὰ πίστευαν, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ βεβαιότητα τῆς σωτηρίας γι’ αὐτές. Τί μεγάλο θαῦμα ἦταν, ἀλήθεια, γι’ αὐτὲς τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο! Μπροστά τους ἦταν ὁλοζώντανος ὁ πατέρας Θεὸς στὸ πρόσωπο τοῦ ταπεινοῦ διακόνου του, τοῦ Γέροντος Πορφυρίου. 

Πράγματι, διαλύθηκε ἀπ’ τὶς καρδιές τους τὸ σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας, καὶ ἡ ἐλπίδα φώτισε τὶς πονεμένες καρδιές τους. 

Τὰ λόγια ἐκεῖνα τοῦ Γέροντα, τὰ γεμάτα ζεστασιὰ ἀγάπης Χριστοῦ, ζέσταναν τὶς παγωμένες ψυχές τους, κι ἔνιωσαν μέσα τους τὴ γλύκα τῆς ἀγάπης του Χριστοῦ. 

Καὶ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι, ἂν γνώριζαν κάποιο τραγούδι τῆς ἐποχῆς μας, θὰ τὸ τραγουδοῦσαν μυστικὰ μέσα τους, προσαρμόζοντας στὸ πρόσωπο τοῦ Γέροντα τοὺς στίχους του: 

Ὅλες τοῦ κόσμου οἱ Κυριακὲς 
 ἀνθοῦν στὸ πρόσωπό σου. 
Τί χρώματα, τί μουσικὲς 
 μέσ’ στὸ χαμόγελό σου. 

Σὰν τὴ φωτιὰ εἶσαι ζεστὸς 
 εἶσαι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. 
 Ἕνας Χριστὸς τῆς γειτονιᾶς 
 ποὺ ξέρει τί θὰ πεῖ χιονιᾶς. 
Ἀπὸ τὸ βιβλίο “Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου“.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου