Κύριε μου, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Η απαράμιλλη ελεημοσύνη του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας δεν φρόντιζε μόνο για κείνους που πεινούσαν σωματική τροφή, αλλά και για κείνους που πεινούσαν προπαντός ψυχική τροφή έλαβε πρόνοια της σωτηρίας τους. 
Υπήρχε δηλαδή μια λίμνη στην Αλεξάνδρεια Μαρία λεγόμενη, μέσα στην οποία βλάστανε συνήθως πάρα πολύς πάπυρος. 
Αυτόν κόβοντας τον οι ντόπιοι τον χρησιμοποιούσαν αντί ξύλων για κάψιμο. Και παιδιά μαζί με τους άντρες που κατοικούσαν εκεί που έλαχε να τον κόβουν καταγίνονταν με την ασέλγεια της παιδεραστίας ανεμπόδιστα, χωρίς κανένα ναό για προσευχή, χωρίς διόλου ιερέα, χωρίς ν’ ακούουν τις ιερές γραφές, χωρίς να μετέχουν στα θεία μυστήρια.
Αυτό το παράνομο έργο και μόλυσμα όταν έμαθε ο θεόπνευστος Πατριάρχης, διέταξε τα παιδιά να τα πάρουν απ’ εκεί και στους εκεί κατοίκους έκτισε ναούς για προσευχή και εγκατέστησε ιερείς, για να λειτουργούν και να διδάσκουν. Όταν πάλι ο αρχιστράτηγος του Χοσρόη του βασιλιά των Περσών, κατέστρεψε όλους τους αγίους τόπους των Ιεροσολύμων κι ήρθε το τέτοιο κακό μήνυμα στ’ αφτιά του τρισμακάριστου Πατριάρχη, μόλις άκουσε αυτήν την απαίσια πράξη, γιατί έμαθε ότι όλα τα άγια είχαν παραδοθεί στις φλόγες, σαν να ήταν ένας από τους κατοίκους των τόπων εκείνων, κάθισε και θρήνησε πενθώντας την ερήμωσή τους, όχι μια μέρα ή δύο ή δέκα και είκοσι, παρά ένα ολόκληρο χρόνο, όντας αναστατωμένος και στενάζοντας πικρά, φιλοτιμούμενος να ξεπεράσει στους θρήνους τον Ιερεμία, που τον παλιό καιρό θρήνησε το πάρσιμο της Ιερουσαλήμ.

Γι’ αυτόν λοιπόν τούτον τον σκοπό στέλλει κάποιον Κτήσιππον λεγόμενον, που διεύθυνε τότε τα μοναστήρια του Εννάτου, θεοφιλέστατο άνθρωπο, για να δει την καταστροφήτων αγίων τόπων στα Ιεροσόλυμα. Και μέσω του στέλλει μεγάλο ποσό χρημάτων και πληθώρα σιταριού και κρασιού και λαδιού και οσπρίων και ενδυμασίες λαϊκών και μοναχών και για τους αρρώστους πάρα πολλά φαγητά κιέδωσε και πάρα πολλά ζώα του ζυγού για τη διακίνηση των τέτοιων χρειωδών. Και δεν προνόησε με πολλή φροντίδα μόνο για κείνους που κυριεύθηκαν μέσα στις πόλεις, παρά και για κείνους, που έπαθαν παρόμοια μέσα στα μοναστήρια, προπαντός για τις μοναχές των γυναικείων μοναστηριών. Απ’ αυτούς πάρα πολλοί ήταν εκείνοι που θανατώθηκαν από τους Πέρσες και γύρω στις χίλιες μοναχές που έτυχε να αιχμαλωτισθούν, έστειλε γι’ αυτές πάρα πολλά χρήματα για την απελευθέρωσή τους κι αφού τις μάζεψε, τις αποκατέστησε σε μοναστήρια. Αυτή τη μεγάλη προσφορά και συμπόνια του ελεήμονα, γιατί δίκαια επονομάστηκε κιέφερε αυτήν την επωνυμία, όταν έμαθαν οι κυβερνήτες των Περσών και ποθώντας να τον δουν - γιατί την αρετή του ανθρώπου την σέβεται κι ο εχθρός - έδωσαν χρήματα στον Δίωνα τον τότε κυβερνήτη, ώστε να τους επιτρέψει να τον δουν. Εκτός τούτων όμωςαπελευθέρωσε πάρα πολλούς άντρες και γυναίκες αιχμαλώτους, εξαγοράζοντάς τους με πάρα πολύ μεγάλο ποσό χρημάτων.

Αλλά δεν είναι μονάχα στην παροχή και την εξαγορά των αιχμαλώτων, που επιδεικνυόταν η γενναιοδωρία της πρόθεσής του, μα και στη λιτή του δίαιτα, τη φτηνή και ολιγαρκή, που φανέρωνε τη θεληματική του ταπείνωση. Κάποιος Ιωάννης που συνέβαινε τότε να είναι επίσκοπος της Τιβεριάδος πόλεως, όταν διέφυγε από τις βαρβαρικές επιθέσεις των Περσών, αφού κατέφυγε στην μεγαλούπολη των Αλεξανδρινών, ετελείωσε τη ζωή του. Αυτός συνήθιζε να φορεί στο στήθος του ένα χρυσό σταυρουδάκι, που είχε από μέσα ένα κομμάτι από το τίμιο ξύλο, που το αφήκε στον κληρονόμο του. Αυτό ποθώντας ν’ αποκτήσει ο θεσπέσιος Ιωάννης παρακάλεσε τον άνθρωπο να πάρειδιπλάσια αξία και να του δώσει αυτό που ποθούσε. Μα αυτός, αφού πήρε το ποσό της αξίας του, αφού αντάλλαξε με άλλο το γκόλφι, το έδωσε στον Πάπα. Αργότερα, αυτός που τόλμησε κι έκαμε τούτο, τη νύκτα παράωρα βλέπει μιαν αγγελική οπτασία να του ζητά λογαριασμό και να τον εξετάζει και να χρησιμοποιεί φοβερή απειλή και να του λέγει πως, αν δεν δώσει το τίμιο ξύλο που είχε κληρονομήσει στον δίκαιο Πάπα, θα πάθη πάνδεινα κακά και θα τελειώσει τη ζωή του κακήν κακώς. Αυτό ακριβώς αφού έκαμε γρήγορα-γρήγορα, ικέτευσε συγχώρηση για τη δόλια κλεψιά.

Μερικούς κληρικούς που εγκατέλειψαν τις πόλεις τους εξαιτίας της βαρβαρικής αναστάτωσης κι έφτασαν στην Αλεξάνδρεια και μη ελπίζονταςότι θα παν πια στις πόλεις τους, αφού τους δέχθηκε, τους εγκατέστησε στην Εκκλησία.

Όταν άκουσε την παντελή ερήμωση της Βυζαντινής κυριαρχίας από τους Πέρσες, θέλησε να πάει στον αυτοκράτορα και να μεσιτεύσει για την ειρήνη. Και αν και σύνταξε αποχαιρετιστήριο λόγο και προσφώνησε όλους, δεν του επετράπει από τον λαό της πόλεως ν αναχωρήσει. Αφού λοιπόν τα Περσικά στρατεύματα λήστεψαν απ’ άκρου σ’ άκρη όλη τη Συρία και Φοινίκη και Αραβία και τες υπόλοιπες άλλες πόλεις, απειλούσανοι καταραμένοι να καταλάβουν κι αυτήν την Αλεξάνδρεια. Τότε ακριβώς, μόλις κατάλαβε με τη βοήθεια του Θεού ο άγιος ότι κάποια συνωμοσία σχεδιαζόταν να γίνει κατά της ζωής του δολοφονική, ταξίδεψε για την πατρίδα του την Κύπρο. Εκεί κάποιος Ασπαγούριος λεγόμενος, στρατηγός, που στάλθηκε στην Κωνσταντία της Κύπρου και δεν έγινε δεκτός από τους κατοίκους της πόλεως, οπλίστηκε να τους πολεμήσει κιεκείνοι οπλίστηκαν πάλι εναντίον του και σκόπευαν σε λίγο να προχωρήσουν σ’ αιματοχυσία μεταξύ τους, αν, προλαμβάνοντας, δεν άλλαζε και τα δύο μέρη σε μιαν ειρηνική διευθέτηση και τους συμβίβαζε καλά - καλά ο πανθαύμαστος Ιωάννης, ο μαθητής του Θεού της ειρήνης. Ο ίδιος κάποτε που πήρε από τα Ιεροσόλυμα τα λείψανα του πρωτομάρτυρα Στεφάνου και του Ιακώβου του αδελφοθέου και αφού έκτισε θεϊκό οίκο στ’ όνομα τούτου του μεγάλου πρωτομάρτυρα, αφιέρωσε σ’ αυτόν από ευσέβεια όλα τα υπάρχοντά του, αφού τα κατέγραψε. Ο Ισάακιος πάλι, ο τότε στρατηγός, αφού πρόδωσε την Αλεξάνδρεια, κατέφυγε στην Κύπρο εξόριστος. Αυτός όταν βρήκε εκεί τον αγιότατο Πάπα, ετοίμαζε εναντίον του μια δολοφονική πλεκτάνη, να τον δολοφονήσει τη Δευτέρα την πριν της εβδομάδας της Κυριακής των Βαΐων, που όταν το ‘μαθε ο θεσπέσιος κι έμεινε στο σπίτι απλησίαστος, σαν από θαύμα σώθηκε από τη θεία πρόνοια από τηδολοφονική εκείνη επίθεση. Μα ο άθλιος Ισαάκιος, ο δημιουργός της τέτοιας συνωμοσίας την ίδια μέρα, που είχε σχεδιάσει να εκτελέσει τον εναντίον του δικαίου φόνο, σφάχτηκε άγρια με δίκαιη κρίση της πρόνοιας του αλάνθαστου Θεού από κάποιους που του επιτέθηκαν. Και ο Ιωάννης, ο πανόσιος Πάπας, αφού έφτασε στην Κωνσταντία και αφού προσκύνησε με σέβας τα εκεί λείψανα των αγίων Βαρνάβα, του πανευφήμου αποστόλου, και Επιφανίου, του μεγάλου θαυματουργού, πήγε στην Αμαθούντα κι εκεί αναχώρησε προς τον Κύριον που ποθούσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου