Κύριε μου, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Ἀσκητὴς Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης (+9/7/2004)

Ὁ γερω-Εὐθύμιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 1915 στὸ χωριὸ Γομάτι Χαλκιδικῆς ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο Παπουτσῆ καὶ τὴν Ἑλένη. Στὴν βάπτιση ὠνομάσθηκε Ἀστέριος. Ὡς λαϊκὸς ἐργαζόταν καὶ βοηθοῦσε τοὺς γονεῖς του στὶς ἐργασίες τους ἀλλὰ τοῦ ἄρεσε καὶ ἡ μουσική. Ἦταν καλλίφωνος, ἔπαιζε βιολί, καὶ τραγουδοῦσε.
Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν φώτισε καὶ ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ μονάσει. Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1950 κοινοβίασε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κωνσταμονίτου, ὅπου μετὰ τὴν κανονικὴ δοκιμασία ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Εὐθύμιος. Ἔμεινε πέντε-ἕξι χρόνια στὴν ὑπακοὴ τοῦ κοινοβίου καὶ ὕστερα ἐπεθύμησε τὴν ἐρημικὴ ζωή. Εἶπε τὸν λογισμό του στὸν Ἡγούμενο καὶ ἐκεῖνος τὸν ἔστειλε γιὰ μία ἑβδομάδα στὸ δάσος νὰ κόβει ξύλα μὲ τὸ τσεκούρι, χωρὶς φαγητό. Πέρασε ἡ ἑβδομάδα καὶ ὁ γερω-Εὐθύμιος ἄντεξε τὸν κανόνα. Εἶχε πολλὲς δυνάμεις καὶ πολὺ ζῆλο, ὁ ὁποῖος τὸν ὡδήγησε στὴν ἔρημο τῆς Βίγλας γιὰ μεγαλύτερους ἀγῶνες.
Ὑποτάχθηκε στὸν ἐνάρετο ἱερομόναχο καὶ Πνευματικό, γέροντα Βαρλαάμ, πρώην χωροφύλακα, στὴν Καλύβη τῶν Ὁσίων Βαρλαὰμ καὶ Ἰωάσαφ. Ὁ γερω-Εὐθύμιος ἔλεγε γιὰ τὸν Γέροντά του ὅτι ἔλαμπε ἀπὸ ἀρετὲς σὲ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος. -Ἦταν ἅγιος ὁ Γέροντάς μου,διηγεῖτο ἀργότερα καὶ ἔκλαιγε ἀπὸ συγκίνηση καὶ ἀγάπη.
Ἐκεῖ στὴν ὑπακοὴ τοῦ Γέροντος Βαρλαάμ, ἐπιδόθηκε ὁ γερω-Εὐθύμιος σὲ μεγάλες ἀσκήσεις. Νήστευε πολύ, ἔκανε διπλές, δηλαδὴ ἔτρωγε κάθε δύο μέρες ἕνα πιάτο ἀλάδωτο. Γιὰ τὸν Γέροντά του πήγαινε στὴν θάλασσα, ψάρευε καὶ τὸν ἀνέπαυε καθὼς ἦταν ἡλικιωμένος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος γευόταν τῆς ἐγκρατείας τὴν τρυφήν, παξιμάδι καὶ νερόβραστα ὄσπρια ἢ λαχανικά, ἀνέλαια φυσικά. Μαζὶ μὲ τὴν νηστεία ἔκανε μετάνοιες ἀμέτρητες καὶ εὐχὴ ἀδιάλειπτη. Φρόντιζε καὶ τὴν μικρὴ περιοχὴ τῆς Καλύβης τους καὶ ἔκανε καὶ λίγο ἐργόχειρο. Ἔμαθε νὰ κάνει κουτάλες.
Ἀγωνιζόμενος μὲ τόση αὐταπάρνηση δὲν ἄργησε νὰ γευτῆ τοὺς καρποὺς τῶν ἀσκητικῶν του ἀγώνων.
Καταγινόμενος μὲ ἐπιμονὴ στὴν εὐχὴ εἶχε ἄφθονα δάκρυα ὅταν προσευχόταν. Μία φορά, πῆγε στὴν Ῥουμανικὴ Σκήτη νὰ λειτουργηθῆ καὶ ὁ Τυπικάρης πῆγε νὰ τοῦ πῆ νὰ ψάλει. Ἀλλὰ εἶδε τὸν Γέροντα πνιγμένον στὰ δάκρυα καὶ ἀπὸ εὐλάβεια δὲν τοῦ μίλησε
Γιὰ περισσότερη ἡσυχία καὶ ἀπερίσπαστη ἐπίδοση στὴν εὐχὴ ἔκτισε παραδίπλα ἕνα κελλάκι μικρὸ μὲ καθιστὸ κάθισμα. Ἐκεῖ, ὁ γερω-Εὐθύμιος ἀγρυπνοῦσε τὶς νύχτες λέγοντας τὴν εὐχή. Ὅταν ἤθελε νὰ ξεκουραστῆ, κοιμόταν καθιστὸς στὸ κτιστὸ κάθισμά του καὶ πάλι ὅτα ξυπνοῦσε, συνέχιζε τὴν νοερά του ἐργασία.
Ἕνα Σάββατο, ἐνῶ ἔκανε κομποσχοίνι στοὺς Ἁγίους Πάντες, εἶδε τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ, ἀκριβῶς ὅπως εἶναι σὲ μία τοιχογραφία στὴν Λιτὴ τοῦ Καθολικοῦ τῆς Λαύρας, μὲ ξίφος καὶ μανδύα διηγεῖτο: -Βάδιζε, καὶ ἡ οὐρὰ τοῦ μανδύα ἄνοιγε-κλοῦσε. Τὸ ἐξωμολογήθηκε στὸν Γέροντά του καὶ ἐκεῖνος σταυροκοπιόταν καὶ ἐπαναλάμβανε: -Δόξα Σοι ὁ Θεός.
Ἄλλη φορά, ἡρπάγη σὲ θεωρία καὶ εἶδε τὸ ἄκτιστο Φῶς. Τὸ ἐκμυστηρεύτηκε στὸν Γέροντα Παΐσιο καὶ ἐκεῖνος γιὰ νὰ ὠφελήσει κάποιον νέον θεολόγο καὶ μοναχό, τοῦ ἀνέφερε τὸ γεγονός. Ὁ νέος πῆγε στὸν γερω-Εὐθύμιο καὶ τὸν ῥωτοῦσε ἐπίμονα μὲ ἐνδιαφέρον τὶ ἔκανε, πῶς εἶδε τὸ ἄκτιστο Φῶς καὶ ἂν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἦταν μία ἑβδομάδα σὲ θεωρία. Ἐκεῖνος ἀποφεύγοντας νὰ ἀποκαλύψει τὰ βιώματα τοῦ εἶπε: Ναί, μ’ ἔβαλε ὁ Γέροντάς μου κανόνα μία ἑβδομάδα θεωρία. Μαλώσαμε κάποτε· τὸν ἔδειρα καὶ μὲ κανόνισε ἔτσι. Ὁ νέος, φυσικὰ τὰ ἔχασε καὶ δὲν κατόρθωσε νὰ βρῆ ἄκρη μὲ τὸν ἀσκητὴ τῆς Βίγλας, τὸν γερω-Εὐθύμιο.
Ἀφοῦ ἔθαψε τὸν Γέροντά του καὶ πῆρε τὴν εὐχή του, συνέχισε τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες μὲ πιὸ μεγάλη ἔνταση. Λίγοι μοναχοὶ στὴν ἐποχή μας ἀντέχουν σὲ τόσο μεγάλες νηστεῖες. Ὁ βίος του ἦταν ἀνόμοιος καὶ ἀπροσπέλαστος στοὺς πολλούς. Ἡ αὐταπάρνησή του ἔφθανε ἕως τὸ κατὰ προαίρεση μαρτύριο καὶ τὸν θάνατο. Κάποτε, νήστεψε 8 ἡμέρες μὲ τέλεια ἀσιτία καὶ ἐξαντλήθηκε. Ἔλεγε: Ἔπρεπε νὰ εἶχα πεθάνει τότε· εἶχα γινει σὰν σταφίδα. Ἀποροῦσα ποῦ βρίσκονταν τὰ ὑγρὰ στὸν ὀργανισμό μου.
Μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἀγωνίσματά του ἔκανε καὶ πολὺ ὡραῖες, ἐπιτυχημένες σαλότητες.
Πήγαινε στοῦ Φιλοθέου παλαιά, ποὺ ἦταν ἰδιόῤῥυθμο, καὶ ὅταν ὁ ὑπεύθυνος μοναχὸς μοίραζε τὴν κουμπάνια στοὺς πατέρες, ὁ γερω-Εὐθύμιος ἔλεγε σὲ ἕνα καλογέρι: -Τώρα νὰ δῆς τὶ θὰ τοὺς κάνω.Πήγαινε καὶ ἔμπαινε μπροστὰ στὴν γραμμὴ πρὶν ἀπὸ ὅλους τοὺς πατέρες, καὶ ἐνῶ δὲν ἐδικαιοῦτο κουμπάνια, γιατὶ δὲν ἦταν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ἔλεγε ἀπαιτητικά: -Θὰ μοῦ δώσεις δύο κουτιὰ καλαμαράκια, μία πλάκα τυρί, ἐκεῖνο καὶ ἐκεῖνο, καὶ ἀφοῦ γέμιζε τὸν ντορβᾶ του μὲ τρόφιμα, πήγαινε καὶ τὰ μοίραζε σὲ φτωχὰ καὶ ἀνήμπορα γεροντάκια. Ἔδινε τὴν ἐντύπωση τοῦ παράξενου, τοῦ ἰδιότροπου, τοῦ σαλοῦ, τοῦ πλεονέκτη, ἐνῶ ὁ ἴδιος ζοῦσε τόσο ἀσκητικὰ καὶ πτωχικά.
Κάποτε, εἶχε καρφώσει ἕνα καρούλι στὸν τοῖχο τῆς ἐκκλησίας τοῦ Καθολικοῦ τῆς Λαύρας. Ἐκεῖ κρεμοῦσε τὸ τριακοσάρι κομποσχοίνι καὶ καθήμενος στὸ στασίδι του τραβοῦσε κομποσχοίνι. Ἀλλὰ τὸ καρούλι γυρίζοντας ἔκανε θόρυβο. Ἕνας Προϊστάμενος τὸν παρατήρησε καὶ ὀ γερω-Εὐθύμιος τοῦ ἔδωσε ἕνα χαστούκι.
Πῆγε στὴν πανήγυρη ἑνὸς Κελλιοῦ καὶ ἔψαλε. Στὸ τέλος εἶπε ἐπιτακτικὰ στὸν Γέροντα τῆς συνοδείας: -Θὰ μοῦ δώσεις αὐτὸ καὶ κεῖνο καὶ κεῖνο καὶ ἕνα μουλάρι νὰ τὸ φορτώσω, καὶ ἕνα καλογέρι νὰ φέρει πίσω τὸ μουλάρι.
Κάποτε, ποὺ πλησίασε στὴν παραλία ἕνα καράβι μὲ γυναῖκες, ὁ Γέροντας τοὺς ἔδιωχνε μὲ τὶς πέτρες
Ἔδωσε χρήματα σὲ μία συνοδεία νὰ κάνουν Σαρανταλείτουργα γιὰ τοὺς κεκοιμημένους γονεῖς του καὶ μετὰ πῆγε καὶ τὰ ζητοῦσε, γιατί, ὅπως ἔλεγε, τοὺς εἶδε στὴν κόλαση.
Ἡ ἑκούσια διὰ Χριστὸν πτωχεία του ἦταν μεγάλη. Τὰ ῥάσα του ἦταν μπάλωμα στὸ μπάλωμα. Κανεὶς δὲν θὰ τὰ ἔπαιρνε. Οὔτε γιὰ σκιάχτρα ἔκαναν. Τὸ καλύβάκι του παλαιὸ καὶ ἁπλό, ἀλλὰ καθαρὸ καὶ περιποιημένο. Ἀργότερα ἄφησε καὶ τὸ ἐργόχειρο καὶ ἀσχολεῖτο μόνο μὲ τὰ πνευματικά. Ἀπὸ χρήματα εἶχε μόνο 200 δραχμὲς καὶ 2-3 τάλληρα, μήπως περάσει κάποιος φτωχός μὲ πανταχοῦσα νὰ δώσει ἐλεημοσύνη.
Ὅταν πήγαινε στὴν Λαύρα νὰ λειτουργηθῆ καὶ νὰ κοινωνήσει, ἔπαιρνε μαζί του τὴν κουμπάνια τῆς ἑβδομάδος. Γιὰ νὰ μὴν τρώει δὲ ἄρτον ἀργόν, διακονοῦσε στὴν τράπεζα μὲ σβελτάδα.
Εὐλογίες δὲν δεχόταν καθόλου. Μία εὐλαβὴς κυρία ἀπὸ τὸ χωριό του, ποὺ ὕστερα ἔγινε μοναχή, τοῦ ἔστειλε ἕνα δέμα μὲ τρόφιμα, ἀλλὰ ὁ Γέροντας τὸ γύρισε πίσω. Στὶς Καρυὲς εἶχε νὰ πάει ἴσως περισσότερο ἀπὸ μισὸν αἰῶνα. Ὅταν ἦταν νεώτερος πήγαινε σὲ πανηγύρια καὶ ἔψαλλε πολὺ γλυκὰ καὶ μὲ συναίσθηση.
Κάποτε πῆγε σὲ μία πανήγυρη στὸν Ἅγιο Παῦλο καὶ εἶδε τὸν διάβολο κάτω ἀπὸ τὸν πολυέλαιο νὰ χορεύει.
Ἄλλη φορά, ὅταν ἦταν νεώτερος, σὲ μία πανήγυρη ποὺ παραβρέθηκε, ἤπιε κρασί. Ὕστερα τοῦ παρουσιάστηκε ὁ διάβολος καὶ ἔκτοτε θεώρησε καλὸ νὰ μὴν ξαναπιῆ κρασί, πρᾶγμα ποὺ τὸ κράτησε.
Ἔγραφε γράμματα στὰ ἀδέλφια του καὶ τοὺς συμβούλευε νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦν, ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν ἔδιναν σημασία στὶς συμβουλές του. Τοὺς καλοῦσε νὰ ἔρθουν στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ τοὺς μιλήσει γιὰ τὴν σωτηρία τους, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἀδιαφοροῦσαν. Τότε γράφει ἕνα γράμμα ὅτι δῆθεν αὐτὸς σὲ λίγο θὰ πεθάνει νὰ νὰ ῤθοῦν γρήγορα νὰ τὸν κληρονομήσουν, νὰ πάρουν αὐτοὶ τὶς λίρες, νὰ μὴν προλάβει ἡ Λαύρα Ἀμέσως τότε ἦρθαν στὸ Κελλί του καὶ ὅταν εἶδαν τὴν κατάσταση καὶ τὴν πτωχεία του, κατάλαβαν τὸ τέχνασμά του καὶ ἔφυγαν ἀπογοητευμένοι. –Οὔτε ἕνα μπουκάλι κρασί, δὲν εἶχε, μόνο ξεροκόμματα, εἶπαν.
Πολλοὶ νέοι μοναχοὶ ζήτησαν νὰ μείνουν μαζί του ἀλλὰ κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὴν ἄσκηση. Αὐτοὺς ποὺ ἤθελε νὰ τοὺς διώξει, γιατὶ ἔβλεπε ὅτι δὲν κάνουν γιὰ αὐτὴν τὴν ζωη, τοὺς ἔκανε διάφορες δοκιμές, καὶ ἔτσι ἀναγκάζονταν νὰ φύγουν.
Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἔλεγε: -Ὁ γερω-Εὐθύμιος μοιάζει μὲ ἕνα γιατρό, ποὺ δίνει στὸν ἀσθενῆ ἕνα δυνατὸ φάρμακο. Ἂν τὸ ἀντέξει, σώθηκε. Δηλαδή, ἂν κάποιος πάει κοντά του καὶ μπορέσει νὰ τὸν ἀκολουθήσει, θὰ ἁγιάσει.
Ἕνας ἱερομόναχος ζήτησε νὰ μείνει μαζί του. Τὸν δέχτηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ ποτίσει τὰ δένδρα. Μετά, ὁ ἱερομόναχος περίμενε νὰ τοῦ στρώσει τράπεζα. Ἔλεγε ὁ γερω-Εὐθύμιος: -Νόμιζε ὅτι θὰ τὸν τραπεζώσω. Μοῦ λέει: -Θὰ φύγω –Νὰ φύγεις τώρα ποὺ εἶναι ἥλιος. Καὶ ἔφυγε καὶ αὐτός.
Ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας ἐργαζόταν τὸ καλοκαίρι χωρὶς φαγητὸ καὶ νερό, καὶ μάλιστα γυμνὸς ἀπὸ τὴν μέση καὶ πάνω στὸν ἥλιο, γιὰ νὰ ταλαιπωρῆ τὸν ἑαυτό του.
Ἄλλος ἱερομόναχος ζητοῦσε νὰ μείνει μαζί του καὶ ὁ γερω-Εὐθύμιος τοῦ ἔγραψε τὴν ἑξῆς ἐπιστολή:
Ἐγὼ ὁ Γέρων Εὐθύμιος πρὸς σὲ τὸν Κύριον Πρεσβύτερον... ὑποκλινόμενος σᾶς χαιρετῶ.
Πολλάκις μοῦ πείραξες γιὰ νἄρθης γιὰ συνοδεία. Ἐὰν λοιπὸν ἐν ἀληθείᾳ θέλεις νὰ συμβιοτεύσωμε τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς μας, ἔλα σοῦ δέχομαι. Καὶ ὅπως βρίσκομαι ἐγὼ καθὼς ξέρεις καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ διαλεχθῶ μὲ ἀνθρώπους, ἐσὺ θὰ ἔχεις ὅλη τὴν προστασία τοῦ Ἡσυχαστηρίου καὶ ἂν εὕρεις καὶ κανέναν ἀκόμα, νὰ τὸν ἔχεις βοηθόν, καὶ εἰς τὰς Λειτουργίας καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἀνάγκας· ἄσχημα δὲν θὰ εἶσαι. Καὶ ἐμένα, ἂν μὲ ῥωτᾶτε ἔξω δὲν θὰ πέσετε εἰς οἱονδήποτε ζήτημα, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἕνα κομμάτι ψωμὶ νὰ μοῦ δίνετε, εὐχαριστημένος θὰ εἶμαι. Ὅ,τι ἔζησα δὲν θὰ ζησω. Τὸ ψωμί μου τὄφαγα. Ἴδως καὶ νὰ εἶναι καὶ θέλημα Θεοῦ, δὲν ξέρω, καὶ γι’ αὐτὸ ἂς τὸ ἀφήσω στὸν Θεό, καὶ ὅπως εἶναι τὸ θέλημά Του, ἂς γίνει. Μέχρι τώρα ἀντιστέκομαι καὶ δὲν κράτησα κανέναν ἀπὸ ὅσους πέρασαν ἀπὸ ἐδῶ. Τώρα θὰ τ’ ἀφήσω στὸν Θεό, καὶ ὅπως θέλει ἂς γίνει.
Ὑποκλινόμενος σὲ χαιρετῶ.
Εὐθύμιος Βιγλολαυριώτης.
Τελικά, οὔτε αὐτὸς πῆγε νὰ μείνει μαζί του. Καὶ ἔτσι συνέχισε μόνος του τὸν ἀγῶνά του. Ἦταν ἀσυγκατάβατος καὶ ἀκριβής. Δὲν ἐπέτρεπε καμμία οἰκονομία, οὔτε στὸν ἑαυτό του οὔτε σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ ἔμενε μαζί του. Τὸ 1985 ἔκανε τὴν νηστεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων μὲ διπλές. Ἦταν 72 χρόνων καὶ ἡ νηστεία ἕνας μῆνας.
Κάποτε, φιλοξένησε φιλομόναχο νέον. Τὸν ἔβαλε νὰ κοιμηθῆ στὸ κελλὶ τοῦ Γέροντός του. Οἱ κουβέρτες καθαρές, ἀλλὰ κουρελιασμένες. Ἀνάμεσα ἔβαζε ἕνα νάϋλον γιὰ νὰ συγκρατοῦνται νὰ μὴν διαλυθοῦν.
Ἐντύπωση προξένησε στὸν νέο ἡ ταχύτητα, ὁ ζῆλος, ἡ ὁρμὴ καὶ ἡ εὐκαμψία τοῦ Γέροντα, ὅταν ἔκανε τὶς μετάνοιες στὴν ἐκκλησία. Ἔμοιαζε σὰν γυμνασμένος ἀθλητής, παρὰ τὰ 70 του χρόνια, ὁ ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ γερω-Εὐθύμιος. Ἦταν Μεγάλη Σαρακοστή. Διάβαζε ἕνα μέρος τῆς ἀκολουθίας μὲ ἕναν μεγεθυντικὸ φακὸ μὲ χερούλι, γιατὶ εἶχε ἀδυνατίσει ἤδη ἡ ὅρασή του. Τὰ ῥάσα του παμπάλαια, τριμμένα, ἀλλὰ καθαρά. Φοροῦσε τὸ κουκούλι καὶ ἕνα σκουφὶ στὴν ἐκκλησία, δικῆς του κατασκευῆς. Καὶ ἡ θέα του, τὸ σχῆμά του καὶ ἡ ζωή του ἦταν ἀσυνήθιστα, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος φαινόταν ἀσυνήθιστος καὶ παράξενος στοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ αὐτὲς οἱ παραξενιές του ἔκρυβαν πνευματικὸ νόημα.
Μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ παρέθεσε τράπεζα. Ὅ,τι καλύτερο εἶχε γιὰ νὰ ἀναπαύσει τὸν ἐπισκέπτη του. Ῥεβύθια βρασμένα ἀλάδωτα, παξιμάδι βρεγμένο καὶ δύο εἴδη ἐλιές. –Αὐτὲς εἶναι καλύτερες, εἶπε. Ἀλλὰ καὶ οἱ δυο ἦταν κατάπικρες. Τὰ πιάτα ἦταν πήλινα, τὸ τραπέζι παλαιό, ἡ κουζίνα μισοσκότεινη καὶ κάτω στρωμένη μὲ χῶμα, ἀλλὰ ὅλα ἦταν ταιριαστά, εἶχαν χάρη ἀσκητική, ἁπλότητα καὶ πιὸ εὐχάριστα ἀπὸ τὸ πολυτελέστερο ξενοδοχεῖο.
Ὕστερα, στὴν συζήτηση, ὁ Γέροντας ἦταν πατρικὸς καὶ στοργικός· συμβούλευε πολὺ ὡραῖα καὶ πρακτικὰ τὸν ἐπισκέπτη. Μιλοῦσε μὲ μία ἐλευθερία, μὲ ἀπάθεια, ἐνῶ τὰ γαλανά του μάτια, ὅμοια μὲ τὸν καταγάλανο οὐρανό, ἔδειχναν μία ἀθωότητα μικροῦ παιδιοῦ.
Στὸ καλύβι του ὅλα τὰ πράγματα ἦταν ἁπλά, παμπάλαια· τιποτε καινούργιο δὲν εὕρισκες. Σὲ μετέφεραν σὲ παλαιότερη ἐποχή, ἀκόμη καὶ τὰ λίγα βιβλία του. Εἶχε τὴν Φιλοκαλία ἐπίτομη τῆς πρώτης ἐκδόσεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος αἰσθανόταν ὅτι ζοῦσε σὲ ἄλλη ἐποχή. Ἢ μᾶλλον ἀπὸ ἄλλη ἐποχὴ ἦρθε στὴν γενεά μας. Φεύγοντας ὁ ἐπισκέπτης τοῦ ἔγραψε ἐπιστολή, εὐχαριστώντας τον γιὰ τὴν ἀβραμιιαία φιλοξενία καὶ τοῦ ἔστειλε λίγους φακέλους καὶ κόλες. Καὶ αὐτὰ τὰ ἐπέστρεψε. Μέχρις αὐτὸ τὸ σημεῖο τηροῦσε ἀκρίβεια.
Μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων, κατέπεσαν οἱ δυνάμεις του. Αἰσθανόταν ἀδυναμία καὶ δυσκολευόταν νὰ πηγαίνει στὶς Λειτουργίες, ὄχι μόνο στὴν Λαύρα ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὴν γειτονικὴ Ῥουμανικὴ Σκήτη. Τὴν ἄσκησή του καὶ τὸ τυπικό του ὅμως δὲν τὰ ἄλλαζε. Ἔλεγε: -Τώρα τρώγω καμμία φορὰ καὶ δύο φορὲς τὴν ἡμέρα(τὴν Διακαινήσιμο). Ἔλεγε τότε: -Νὰ μποροῦσα νὰ κάνω ἕνα καλυβάκι στοῦ κυρ-‘Σαΐα καὶ νὰ ἀναλάβω πολιτεία, δηλαδὴ νὰ ἀρχίσει ἀγῶνες.
Ἔτσι ἀναγκάστηκε λόγω γήρατος καὶ ἀδυναμίας νὰ κοινοβιάσει στὴν Λαύρα. Ἤδη εἶχε ἀπολέσει τὴν ἀκοή του καὶ ὑπέγράφε:Εὐθύμιος ὁ κωφός. Ἀργότερα ἔμεινε καὶ τυφλός, γιατὶ δὲν θελησε νὰ βγῆ στὸν κόσμο νὰ κάνει ἐγχείρηση. Ἔσπασε τὸ πόδι του καὶ δὲν θέλησε μὲ τίποτε νὰ βγῆ ἔξω.
Στὴν Λαύρα ἀκολουθοῦσε τὸ τυπικό, καὶ πρόσεχε νὰ μὴν τρώει τίποτε ἐκτὸς τραπέζης.
Τὸ ἔτος 2001, σὲ ἡλικία 86 ἐτῶν, ἔκανε τριήμερο, ἀλλὰ κρυγά, γιατὶ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε ὁ νοσοκόμος. Ἔλεγε προσποιητά: -Τώρα πάει ἐγώ, δὲν μπορῶ. Κάποτε τὰ ἔκανα αὐτά. Ἀλλὰ κατάφερε παρὰ τὸ γῆράς του νὰ κάνει τὸ τριήμερο.
Μία Καθαρὰ Δευτέρα, ἐνῶ ἦταν στὸ παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἄκουσε ἕναν δαίμονα νὰ φωνάζει στοὺς ἄλλους: -Συναχθῆτε, ἔχουμε πόλεμο.
Στὸ νοσοκομεῖο τὸν ἐπισκέπτονταν πολλοι, γιὰ νὰ ἀκούσουν τὶς συμβουλές του. Ἔλεγε: -Ὅλη ἡ βάση εἶναι ἡ νηστεία. Ἀπὸ ἐδῶ γεννῶνται ὅλα τὰ ἄλλα· καὶ ἡ προσευχή, ἡ ὑπακοή, ἡ ἀγρυπνία. Ὅταν νηστεύει ὁ ἄνθρωπος, ὁ νοῦς ἀποκτᾶ δύναμη καὶ νικᾶ τοὺς λογισμούς. Τό· Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με, ἀκούγεται μέσα του. Τὴν μονοφαγία τὸ παλιόκορμο δὲν τὴν φοβᾶται. Ἡ μονοφαγία δὲν θέλει καθισιό, θέλει καὶ δουλειά. Ὅταν νηστεύει ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ δυο ἡμέρες καὶ πάνω τότε μπορεῖ νὰ μὴν δουλεύει.
Ὁ καλόγερος νὰ μὴν ξανοίγεται σὲ πολλὲς μέριμνες. Νὰ ἐξασφαλίζει τὰ βασικά, καὶ νὰ εἶναι ἀπερίσπαστος, νὰ μὴν ἔχει προσπάθεια. Τότε ὅ,τι κάνει, τοῦ μένει ὁ καρπός. Μὲ τὸν περισπασμὸ ἔρχεται ἡ λήθη καὶ ἡ ἄγνοια σὰν ἕνα σφουγγάρι ποὺ σβήνει ἀπὸ τὸν νοῦ ὅ,τι διαβάζει ἢ ὅ,τι ἀκούει. Πολλοὶ φεύγουν ἀπὸ τὰ Κοινόβια στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ κάνουν τὸ θέλημά τους. Τὰ καθήκοντα τοῦ ὑποτακτικοῦ πρὸς τὸν Γέροντα εἶναι ἕξι. Γράφονται στὴν Ἁγιορείτικη φυλλάδα(Ἀκολουθία Ἁγιορειτῶν Πατέρων).
Ὁ γερω-Εὐθύμιος τὸν μοναχό, καὶ ἰδιαίτερα τὸν ἐρημίτη τὸν ἤθελε ἀσκητή, νηστευτή. Πίστευε ὅτι τὰ θηρία τῶν παθῶν, διὰ νηστείας ἀποκτείνονται. Ἔγραφε σὲ νέο φιλομόναχο ποὺ ὑπηρετοῦσε στρατιώτης: Καὶ ἂν σοῦ ἐπιβάλουν οἱ λογισμοὶ νὰ κάνεις τριήμερα, ἐσὺ νὰ μὴν τοὺς ἀκοῦς. Νὰ κρατᾶς ἐνάτη κάθε μέρα καὶ μέχρι τὸν Ἑσπερινὸ νὰ μὴν παίρνεις οὔτε ἀντίδωρο. Ὅπως ζοῦσε καὶ ἀγωνιζόταν, ἔτσι καὶ συμβούλευε καὶ φανταζόταν ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι μποροῦν νὰ κάνουν παρόμοιες σχεδὸν ἀσκήσεις. Ἀπὸ τὸν ὑπερβολικό του ζῆλο καὶ τὴν ἀγωνιστικότητά του ἔφθανε σὲ ἀδιακρισία.
Ὁ γερω-Εὐθύμιος δίνοντας ὅλο του τὸ εἶναι στὸν ἀσκητικό του ἀγῶνα καὶ χρησιμοποιώντας τὴν ἀποτομία γιὰ τὴν κάθαρση τῶν παθῶν, ἔζησε δεκαετίες μόνος του, διὸ καὶ ὑπέγραφε ἐνίοτεἐρημοπολίτης. Ὄχι μόνο στεροῦνταν τὶς ὑλικὲς παρηγοριές, ἀλλὰ ἀπέφευγε καὶ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ζοῦσε πολὺ ἀπομονωμένος, χωρὶς φίλους, γνωστούς, καὶ συμμύστες. Αὐτὸ ἴσως δὲν τὸν ὠφέλησε, γιατὶ ἀπέκτησε κάποια καχυποψία, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας φιλονικοῦσε μὲ μερικούς, καὶ ἦταν ἐριστικός, ἂν φυσικὰ δὲν ἐπρόκειτο γιὰ προσποιητὲς σαλότητες. Ἀλλὰ εὐχόμαστε ὁ καλὸς Θεός, μπροστὰ στὴν μεγάλη του θυσία γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ νὰ μὴν τὴν καταλογίσει αὐτὴν τὴν μικρὴ ἀνθρώπινη ἀδυναμία.
Ὁ βίος του εἶναι σιωπηρὴ διαμαρτυρία καὶ ἔλεγχος γιὰ τὴν νωθρὴ πλειονότητα τῶν μοναχῶν τῆς γενεᾶς μας, ἀλλὰ καὶ παράδειγμα πρὸς μίμηση. Στὰ τελευταῖα χρόνια ὁ γερω-Εὐθύμιος, καθισμένος στὸ νοσοκομεῖο τῆς Λαύρας, κωφὸς καὶ τυφλός, κρατοῦσε τὴν νηστεία του παρὰ τὰ ὑπερενενήκοντά του χρόνια, καὶ ῥωτοῦσε, ὅταν τοῦ προσέφεραν κάτι γιὰ φαγητό, ἂν εἶναι ἀπὸ τὴν τράπεζα. Ὅ,τι δὲν ἦταν ἀπὸ τὴν τράπεζα δὲν τὸ ἔτρωγε. Ἔκανε ἐνάτη κάθε μέρα καὶ μόνο τὴν Τρίτη καὶ τὸ Σαββατοκύριακο κατέλυε λάδι. Τὴν εὐχὴ δὲν τὴν ἄφηνε ποτέ. Ἂν καὶ ἦταν στὸ κρεββάτι τραβοῦσε τὸ κομποσχοίνι του ποὺ τὸ εἶχε κρεμασμένο σὲ ἕνα καρούλι καρφωμένο στὸν τοῖχο.
Σὲ ὅσους τὸν ῥωτοῦσαν, ἔδινε πρακτικὲς καὶ ὠφέλιμες συμβουλές, ἐνῶ προετοιμαζόταν ὁ ἴδιος γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι. Προσευχόταν συνεχῶς γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Ἔλεγε συχνά: -Τί νὰ κάνω; Δὲν ἔχω δάκρυα γιὰ νὰ κλάψω τὸν κόσμο
Κάποιος τοῦ ἀνέφερε γιὰ ἕναν ἐπίσκοπο ποὺ ἔχει καταργήσει τὰ κωλύματα τῆς ἱερωσύνης. Ὁ γερω-Εὐθύμιος ἀπάντησε: Αὐτὸς θέλει δέσιμο στὸν μῶλο καὶ τουφέκισμα. Ἀνέφερε μία περιοχή, καὶ θαύμασε ὁ ἄλλος γιατὶ κατάλαβε ὅτι ὁ Γέροντας διέβλεψε ποιὸς ἐπίσκοπος ἦταν
Σὲ ἄλλον μοναχὸ ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκε, τοῦ περιέγραψε λεπτομερῶς τὸ καλύβι του χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει.
Στὸ νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς θυμήθηκε κάποια πρόσωπα ποὺ τὸν εἶχαν στενοχωρήσει καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς κατακρίνει καὶ νὰ τοὺς καταδικάζει, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν ἐγκαταλείψει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Διακόπηκε ἡ προσευχή του καὶ βυθίστηκε σὲ μία κατάσταση ἀπογνώσεως. Ἐπὶ ἕξι μῆνες ὑπέφερε, ζοῦσε τὴν κόλαση. Οἱ πατέρες ποὺ τὸν διακονοῦσαν κατάλαβναν τὴν αἰτία τοῦ πειρασμοῦ καὶ κάλεσαν τοὺς πατέρες μὲ τοὺς ὁποίους ὁ γερω-Εὐθύμιος εἶχε διαφορές. Συγχωρέθηκαν μεταξύ των καὶ σταδιακὰ συνῆλθε τελείως καὶ ξαναβρῆκε τὴν εἰρηνη καὶ τὴν εὐχή.
Προαισθανόμενος τὴν κοίμησή του συγχωρέθηκε μὲ ὅλους τοὺς πατέρες καὶ ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ στὶς 9 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου