Ἀρχιμανδρίτου Σεραφεὶμ Δημόπουλου
Ἐδῶ καὶ πολὺ καιρὸ εἶχα ἀκούσει διὰ τὸν πατέρα Ἡρωδίωνα. Τὸν θαυματουργό, τὸν διὰ Χριστὸν σαλὸ τῆς ἁγιορείτικης ἐρήμου τῆς Καψάλας.
Ἀπὸ σκόρπιες πηγὲς περισυνέλεξα ὀλίγα πτωχὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς του τὰ ὁποῖα προσφέρω εἰς τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανοὺς διὰ νὰ γνωρίζουν ὅτι καὶ εἰς τοὺς ἐσχάτους αὐτοὺς καιρούς, ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἐγκατέλειπε, ἀλλὰ μᾶς ἔδωκεν ἰσχυρὰ στηρίγματα εἰς τὴν γῆ καὶ διαπύρους πρεσβευτὰς εἰς τοὺς οὐρανούς.
Γεννήθηκε τo 1904 εἰς τὴν Ρουμανία εἰς τὴν ἐπαρχία Ὀρντάσεστ. Ὁ πατέρας του, λεγόταν Πέτρος Μαντούφ, ἡ μητέρα του Ἑλένη, Ἦταν πτωχοὶ ἀλλὰ τίμιοι ἄνθρωποι. Ὁ Πέτρος δούλευε στὰ χωράφια, ἔβοσκε τὰ λιγοστά του πρόβατα, ἔτρωγε δηλαδὴ τὸ ψωμὶ τοῦ ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του. Ὁ Θεὸς τοῦ χάρισε ἕνα γυιό, τὸν Ἰωάννη. Ἦταν ἕνα ἀθῶο καὶ φιλότιμο παλληκάρι. Ψηλός, γεροδεμένος, μὲ γαλανὰ φωτεινὰ μάτια. Βοηθοῦσε τὸν πατέρα του στὰ πρόβατα καὶ καλλιεργοῦσαν μαζὶ τὰ χωράφια. Ὁ Ἰωάννης εἶχε μία ἔντονη θρησκευτικὴ φύσι. Ἦταν φιλέρημος χαρακτήρας. Τοῦ ἄρεσε νὰ ἀκούη ἱστορίες γιὰ μεγάλους ἐρημίτες, ποὺ ἀσκήτευαν στὰ σπήλαια καὶ σὲ μικρὲς καλύβες ποὺ ἔφτιαχναν ἀπὸ κορμοὺς δένδρων στὰ Καρπάθια ὄρη καὶ ἡ καρδιά του καιγόταν νὰ τοὺς μιμηθῆ. Τοῦ ἔλεγαν οἱ γεροντότεροι ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει ἕνα ὄρος, ὡσὰν ἕνας νομὸς εἰς τὸν ὁποῖο ὑπάρχουν μόνο μοναστήρια, σκῆτες καὶ φτωχικὲς καλύβες ποὺ ἐδῶ καὶ χίλια χρόνια περίπου ζοῦν μόνο ἀσκητάδες. Ὁ πρῶτος ἐρημίτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, λεγόταν Πέτρος. Ἦταν στρατηγὸς καὶ φίλος τοῦ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Νικηφόρου Φωκᾶ. Ὁ ἐρημίτης Πέτρος ζοῦσε ἀσκητικὰ σὲ μία σπηλιὰ καὶ πολὺ βασάνιζε τὸ σῶμα του. Πολὺ τὸν ταλαιπωροῦσαν οἱ δαίμονες. Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τοῦ παρουσιάστηκε σ’ ἕνα ὅραμα γεμάτο φῶς καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔχε ὑπομονὴ στὶς παγίδες καὶ τὰ βέλη τοῦ ἐχθροῦ ἐκλεκτέ μου. Τὸ ὄρος αὐτὸ εἶναι δικό μου. Τὸ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Υἱό μου, καὶ αὐτὸς μοῦ τὸ ἔδωσε. Ἐδῶ θὰ ἔρχονται νὰ κατοικοῦν ὅσοι θέλουν νὰ ἀφιερωθοῦν εἰς τὸν Θεό. Ὅσο ζοῦν θὰ ἔχουν τὴν προστασία μου. Θὰ τοὺς τρέφω καὶ θὰ τοὺς συντηρῶ. Δὲν θὰ τοὺς λείψη τίποτε. Καὶ ὅταν φύγουν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, θὰ τοὺς δωρήσω τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Θὰ τὸ κάμω γνωστὸ καὶ ἔνδοξο σ’ ὅλον τὸν κόσμο. Βασιλιάδες καὶ ἄρχοντες θὰ ἔρχονται ἐδῶ νὰ προσκυνοῦν. Γυναίκα δὲν θὰ πατήση τὸ πόδι της ἐδῶ. Μόνον ἐγὼ θὰ βασιλεύω, κανένας βασιλιὰς ἢ ἄρχοντας θὰ βασίλευσει ἐδῶ».
Ἡ καρδιὰ τοῦ Ἰωάννη σκίρτησε. Ἄραγε πῶς ἐγὼ θὰ τὰ καταφέρω νὰ πάω στὸ Ἅγιον Ὅρος; Μὲ τί μέσον; Μὲ τί τρόπο; Δὲν θὰ μὲ ἀναζητήσουν οἱ γονεῖς μου; Δὲν θὰ μὲ εὕρουν; Ὅμως ὁ Ἰωάννης τὸ ἀποφάσισε. Φεύγει λοιπὸν ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἔρχεται στὴ Μαύρη Θάλασσα, εὑρίσκει ἕνα πλοῖο, καὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὅμως θέλει νὰ ἰδῆ, νὰ μελετήση, νὰ κατανοήση τὴν ζωὴ ἐδῶ. Ἔτσι γίνεται ἐργάτης στὴν Μονὴ Καρακάλου. Δουλεύει στοὺς λαχανόκηπους, στὶς ἐληές. Σὲ κάθε ἐργασία. Πάντα πρόθυμος, πάντα γελαστός, πάντα χαρούμενος. Αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι τὸ χαρακτηριστικό του καὶ τὸν συνοδεύει σ’ ὅλη του τὴν ζωή. Ἔπειτα ἀποφασίζει νὰ συναριθμηθῆ σὲ μία μοναχικὴ συνοδεία, Πρῶτα ἀσκητεύει στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Διονυσίου. Τί τὸν εἵλκυσε ἐδῶ; Τὸ αὐστηρὸ τυπικό, οἱ ζηλωτὲς ἀσκητάδες καὶ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων. Ἐδῶ σώζεται, πολύτιμος θησαυρός, τὸ δεξιὸ χέρι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Τὸ χέρι μὲ τὸ ὁποῖο ἐβάπτισε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ὅμως ὁ Ἰωάννης θέλει νὰ γνωρίση καὶ νὰ ζήση καὶ σὲ ἄλλες μοναχικὲς παλαῖστρες. Ἔτσι ἀφήνει τὸ ἁγιασμένο αὐτὸ μοναστήρι, κι ἔρχεται στὸ μοναστήρι τοῦ Φιλθέου.
Ἐδῶ μένει ἀρκετὸ καιρό. Γυμνάζεται στοὺς πνευματικοὺς πολέμους. Δέχεται τὰ βέλη τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἀπαντάει ὡσὰν γενναῖος στρατιώτης. Ἡ καρδιά του γίνεται ἕνα πεδίο βολῆς. Ἕνα ἀναπεπταμένο πεδίο μάχης. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ οἳ δαίμονες. Τὸν πολεμοῦν μὲ ὅλη τους τὴν δύναμι, μὲ ὅλο τους τὸ μίσος. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὃ ἡρωικὸς ἀγωνιστής. Δὲν πολεμάει τὸν ἐχθρὸ μὲ ὁρατὰ ὄπλα. Ὁ πόλεμος δὲν εἶναι ὁρατός. Εἶναι ἀόρατος. Τὸν πολεμάει μὲ πνευματικὰ ὄπλα. Νηστεία, ὑπομονή, σιωπή, ταπείνωσι, ἀγρυπνία, μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἰδιαίτερα τὸν πολεμάει μὲ τὴν προσευχή. Διὰ τὸν μοναχὸ ἢ προσευχὴ εἶναι τὸ πρῶτο του θέμα. Ἐὰν ἐπιτύχη εἰς τὴν προσευχὴ ἐπέτυχεν εἰς τοὺς στόχους τους. Ἐὰν ἀπὸ τύχη εἰς τὴν προσευχή, ἔχει κάμει μεγάλα ρήγματα ὁ ἐχθρὸς εἰς τὸ κάστρο τῆς ψυχῆς του, καὶ πρέπει νὰ βιασθῆ γιὰ νὰ κερδίση τὸ χαμένο ἔδαφος. Ἐδῶ εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος οἱ μοναχοὶ προσεύχονται μὲ μία ἁπλῆ προσευχή, ποὺ ἔγινε ἀληθινὴ ἐπιστήμη. Προσεύχονται μὲ τὴν προσευχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον ἠμᾶς».Ὁ Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ρώτησε τὸν ἄγγελο. «Πῶς πρέπει ἐμεῖς οἱ μοναχοὶ νὰ προσευχώμεθα;». Καὶ ὁ ἄγγελος τοῦ ἀπάντησε: «Ἐὰν ὁ μοναχὸς εἶναι γραμματοφόρος, νὰ διαβάζη τὸ ψαλτήριον. Ἐὰν εἶναι ἀγράμματος, νὰ λέγη τὴν ἁπλῆ προσευχή, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς». Ὅμως πολλοὶ γραμματοφόροι προτιμοῦν νὰ προσεύχωνται μὲ τὴν ἁπλῆ αὐτὴ προσευχή, παρὰ μὲ τὸ Ψαλτήριον.
Ὁ μοναχὸς ὅλο τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του, λέγει αὐτὴ τὴν εὐχή. Αὐτὴ ἡ προσευχὴ ὁμοιάζει μὲ τὴν ἥσυχη ἁπαλὴ βροχή. Ἡ ἥσυχη βροχὴ ποτίζει σιγὰ σιγὰ τὴν γῆ καὶ ἡ γῆ καρποφορεῖ. Ἡ καταρρακτώδης βροχὴ δὲν βοηθάει τὴν γῆ νὰ καρποφορήση. Παρασύρει τὸ χῶμα, τὴν λίπανσι, τοὺς σπόρους.
Ἄλλο παράδειγμα. Ὅταν τὸ ζεστὸ νερὸ κυκλοφορεῖ εἰς τὰ σώματα τοῦ καλοριφὲρ πάντοτε, ὅλο τὸ δωμάτιο θερμαίνεται. Ἐὰν τὸ ζεστὸ νερὸ σταματήση νὰ κυκλοφορῆ εἰς τὸ καλοριφέρ, ὅλο τὸ δωμάτιο ψύχεται. Ὅταν εἰς τὴν καρδία κυκλοφορεῖ πάντοτε τὸ γλυκύτατο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ καρδία θερμαίνεται μὲ θεία θέρμη, καὶ διὰ τῆς καρδίας, κάθε κύτταρο, κάθε μέλος τοῦ σώματος θερμαίνεται, ἐξαγνίζεται ἀπὸ κάθε ρυπαρὸ λογισμό, ἀπὸ λογισμοὺς μίσους, μνησικακίας, ἐκδικήσεως, φθόνου, ζηλοφθονίας, ὑπερηφάνειας, οἰήσεως, ἀλαζονείας, φιλοδοξίας, φιλοπρωτείας, κοιλιοδουλείας, πολυφαγίας, καλοφαγίας, φιλυπνίας, ραθυμίας, ἀκηδίας, ὀκνηρίας, περιέργειας, πολυπραγμοσύνης, θλίψεως, μελαγχολίας, ταραχῆς, νευρικότητος, ἀνυπομονησίας καὶ κάθε πάθους μικροῦ ἢ μεγάλου. Ὅμως, ἐσκέφθη ὁ ἀσκητής μας, ὅτι ἐδῶ εἰς τὸ μοναστήρι μὲ τοὺς τόσους θορύβους, δὲν μπορεῖ ἡ ψυχὴ νὰ καλλιεργήση τὴν καρδιακὴ προσευχή, διὰ τοῦτο δὲ ἀνεχώρησε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἔρημον τῆς Καψάλας, εἰς τὴν ὁποία πολλοὶ μοναχοὶ καὶ πολλοὶ Ρουμάνοι ζοῦσαν ἡσυχαστικὸν βίον, μὲ ἀπόλυτη σιωπή, ἀπομόνωση, νηστεία, εἶχον δὲ καὶ προσφόρους περιστάσεις διὰ τὴν νοερὰ ἢ καρδιακὴ προσευχή. Μὲ πολὺ προσοχὴ κατεσκόπευσε τὰ καλύβια, τὶς σκῆτες, τὶς μικρὲς συνοδεῖες καὶ ἡ ψυχὴ του ἀναπαύτηκε σὲ ἕνα κελλὶ πολὺ ἀπομονωμένο, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου –ἀπέχει σαράντα λεπτὰ ἀπὸ τὸ δρόμο. Ἦταν δὲ παντελῶς ἔρημο, ἀκατοίκητο, μισοερειπωμένο. Τὰ παράθυρα κατεστραμμένα, οἱ πόρτες ἐπίσης, οἱ λαμαρίνες ἐπίσης. Ὅταν φυσοῦσε ἄνεμος, σφύριζε μέσα στὸ κελλί, ὅταν χιόνιζε, τὸ κελλὶ ἦταν πάντα χιονισμένο μέσα. Ὁ π. Παΐσιος γνωρίζοντας τὴν κατάσταση τοῦ κελλιοῦ του, τοῦ ἔστειλε τρεῖς ὑποτακτικούς του, νὰ τοῦ τὸ διορθώσουν.
Ἐκεῖ ἔζησε σαράντα ὁλόκληρα χρόνια. Μόνος. Μονώτατος. Ἔρημος. Ἀπλησίαστος ἐρημίτης. Δὲν περιποιόταν καθόλου τὸν ἑαυτό του. Ποτέ του δὲν πλύθηκε, Ποτέ του δὲν φρόντισε νὰ εὕρη ἕνα καλὸ ροῦχο. Δὲν ἔπαιρνε καμιὰ μέριμνα διὰ τροφή. Πατέρες ἀπὸ τὰ γειτονικὰ κελλιά, Ἕλληνες καὶ Ρουμάνοι, τοῦ ἄφηναν εὐλογίες, καὶ μὲ αὐτὲς συνετηρεῖτο. Σαράντα χρόνια μελέτης τοῦ Θεοῦ. Σαράντα χρόνια καρδιακῆς προσευχῆς. Σαράντα χρόνια πάλευε μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως καὶ μὲ τοὺς δαίμονας.
Ἀπὸ ἔγκλειστος καὶ ἡσυχαστὴς ἔγινεν κατὰ Θεὸν σαλός. Κατὰ Θεὸν τρελλός. Παλαβός, θεοπάλαβος. Ἔλεγε τοῦ κόσμου τὶς τρέλλες, ἀσυναρτησίες, ἔκαμε τρελλὲς χειρονομίες. Δὲν ἦταν εὐγενής. Στοὺς περίεργους πολὺ ἀπότομος. Ὅταν τοὺς ἔδιωχνε καὶ δὲν φεύγανε, τοὺς περιποιόταν μὲ βρισίδι.
Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, κατάλαβαν τί θησαυρὸς ἦταν. Τί θησαυρὸ ἔκρυβε. Τί διορατικὰ καὶ προφητικὰ χαρίσματα ἔκρυβε καὶ πολλοὶ τὸν ἐπεσκέπτοντο καὶ αὐτὸς ἔκαμε συγκατάβασι καὶ τοὺς δεχόταν.
Ἀναφέρει ἕνας. Ἀγοράσαμε μακαρόνια, μπισκότα, ἀχλάδια, ροδάκινα, ντομάτες καὶ πήγαμε νὰ τὸν δοῦμε. Μᾶς δέχτηκε. «Ὤ, εὐχαριστῶ καλοὶ πατέρες. Εὐχαριστῶ πολύ». Τοῦ δώσαμε τὰ δῶρα μας. Κόβει τὰ μπισκότα μικρὰ μικρὰ κομματάκια καὶ τὰ πετάει εἰς τὸν ἀέρα. «Νὰ φᾶνε τὰ πουλάκια». Ἔπειτα, κομματιάζει τὰ μακαρόνια καὶ τὰ πετάει σ’ ὅλες τὶς κατευθύνσεις.Ἔπειτα, παίρνει τὰ ἀχλάδια, τὰ ροδάκινα, τὶς ντομάτες καὶ τὶς πετοῦσε στοὺς τοίχους τοῦ κελλιοῦ του. «Τὰ χρειαστήκαμε», ἔλεγαν.
Μέσα, δὲ τὸ κελλί του, μὴ χειρότερα. Στοὺς τοίχους χυμένοι καφέδες, πορτοκαλάδες. Στὸ δάπεδο σὲ ὕψος τριάντα ἑκατοστῶν, πεταμένα κουτιὰ κονσέρβας ὅλων τῶν εἰδῶν, φιάλες ἀπὸ πορτοκαλάδες, πόματα, καὶ σκουπίδια πολλῶν εἰδῶν. Καὶ οἱ σύντροφοί του νὰ ζοῦν εἰρηνικὰ καὶ νὰ κυκλοφοροῦν ἐλεύθερα, ἄφοβα. Σαῦρες, σαμιαμίθια, κατσαρίδες, μύγες, ποντίκια. Ὅλων τῶν εἰδῶν καὶ ὅλων τῶν μεγεθῶν. Καὶ ὁ καλός μας Ἡρωδίων νὰ κινῆται καὶ νὰ ζῆ μ’αὐτὰ ὁμονοιασμένος καὶ συμφιλιωμένος.
Εἶχε τὸ διορατικὸ χάρισμα. «Ἐσύ, εἶσαι ἀπὸ τὴν Κέρκυρα», λέγει σὲ ἕναν.
«Ἐσὺ νὰ πᾶς στὴ Συκιά», λέγει σὲ ἄλλον. Σὲ ποιὰ συκιά, διερωτᾶτο. Συκιὰ λέγανε τὸ χωριό του.
Σὰν τὸν Ἀδάμ, προτοῦ ἁμαρτήσει εἶχε ἐξουσία εἰς τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, τὰ διέτασε καὶ αὐτὰ πειθαρχοῦσαν. Τὸν ἐπεσκέφθη κάποτε ἕνας εὐσεβὴς καὶ συνομίλησαν πολὺ ὥρα στὸ κελλί. Ὅταν τελείωσε ἡ συζήτηση καὶ βγῆκαν ἔξω, νὰ τὸν κατευοδώση, τὸν βλέπει μελαγχολικό. Αἰτία, ὁ συννεφιασμένος οὐρανός. Τὸ παρατηρεῖ αὐτὸ ὁ πατέρας μας καὶ τοῦ λέγει. «Σὲ βλέπω μελαγχολικό. Θέλεις νὰ σκορπίσω τὰ σύννεφα;». Ὑψώνει τὰ μάτια του εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ δίδει διαταγὴ εἰς τὰ σύννεφα: «σκορπισθεῖτε». Τὰ σύννεφα σκορπίσθηκαν καὶ φάνηκε ζεστὸς ὁ ἥλιος. Ρωτάει πάλι. «Θέλεις νὰ πῶ στὴν γῆ νὰ φυτρώσουν λουλούδια;». «Ὄχι, ὄχι», λέγει τρομοκρατημένος.
Ἕνα ἀπόγευμα, εἶχε βγεῖ στὸν ὑποτυπώδη του κῆπο διὰ νὰ φυτεύση κουκιά. Ὅμως ψιλόβρεχε. Ὑψώνει τὰ βλέμματα εἰς τὸν οὐρανὸ καὶ λέγει: «Σταμάτα». Καὶ ἡ βροχὴ σταμάτησε. Ὅταν φύτεψε τὰ κουκιά, ὑψώνει τὰ μάτια εἰς τὸν οὐρανὸ καὶ λέγε: «Τώρα βρέξε». Καὶ ἄρχισε νὰ βρέχη.
Δὲν τὸν εἶδαν ποτὲ νὰ μεταλάβη. Τί συμβαίνει; Ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ τοῦ μετέδιδε τὴν ἁγία κοινωνία, ὅπως συνέβαινε εἰς τοὺς ἐρημίτες ποὺ κατοικοῦσαν εἰς τὰ βάθη τῆς Αἰγυπτιακῆς ἐρήμου, ἢ εἶχε δεχθεῖ τὴν θεία Χάρι τόσο ἔντονα, ὥστε νὰ μὴ ἔχη ἀνάγκη ἀπὸ τὴν Χάρι ποὺ παρέχουν τὰ Μυστήρια.
Εἰς τὴν σωματικὴ διάπλασι ἦταν εὔσωμος, εὐθυτενής, μὲ ὀλίγα γένεια, τῇδε κακεῖσε φυτρωμένα.
Εἶχε ἁπαλά, φυσιολογικὰ καὶ συμπαθητικὰ χαρακτηριστικά. Πάντοτε χαμογελαστός. Οἱ ὀφθαλμοί του ἦσαν γαλανοί, μεγάλοι, λαμπεροί. Ὁλόκληρος ἔλαμπε. Πολλὲς φορὲς τὸ πρόσωπό του φωτιζόταν ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς, καὶ τότε δὲν μποροῦσες νὰ τὸν ἰδῆς κατὰ πρόσωπον.
Ὅταν παραγέρασε, τὸν πῆρε ὁ πατὴρ Μελέτιος, Ρουμάνος κατὰ τὴν φυλή, τὸν γηροκόμησε. Ὅταν δὲ ἐκοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ τὴν 12η Δεκεμβρίου 1990, τὸν ἔθαψε. Ὁ πατὴρ Μελέτιος τὸν ἔκαμε μεγαλόσχημο καὶ τοῦ ἔδωκε τὸ ὄνομα Ἡρωδίων. Ὁ ἅγιος Ἡρωδίων, ἦταν μαθητὴς τοῦ Παύλου. Πιστὸς μαθητής. Ἐχειροτονήθη πρεσβύτερος καὶ ἐπίσκοπος καὶ διορίσθη ἐπίσκοπος Νέων Πατρῶν. Ἦταν ζηλωτής, διὰ τοῦτο καὶ οἱ εἰδωλολάτρες μὲ τοὺς Ἰουδαίους, ἀφοῦ τὸν κατατυράννησαν, τοῦ ἀπέκοψαν τὴν κεφαλή. Ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ γέροντος Ἡρωδίωνος ἔγινε ἑπτὰ χρόνια ἀργότερα, ἡ δὲ ἁγία του κάρα φυλάσσεται εἰς τὸ κελλίον τοῦ πατρὸς Μελετίου. Ὁ πατὴρ Μελέτιος εἶναι σήμερον ὑπερογδοηκοντούτης, μιμητὴς τοῦ γέροντα Ἡρωδίωνα. Μιμεῖται καὶ τὴν σαλότητά του.
Ὁ Θεὸς διὰ πρεσβειῶν τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἠμῶν Ἡρωδίωνος, εἴθε νὰ ἐλεήση καὶ τὴν ἁμαρτωλή μας ψυχὴ καὶ νὰ μᾶς ἀξιώση τῆς ἐπουρανίου του βασιλείας καὶ τῶν ἐπουρανίων τοῦ ἀγαθῶν. ΑΜΗΝ.
Ἕνα νέο στοιχεῖο ἀπὸ τὴ ζωή του. Τὸν ἐπεσκέφθη ἕνας θεοσεβὴς καὶ τοῦ ἔδωσε δύο εἰκονίδια. «Πάρτα γιὰ τὰ παιδιά σου». «Μὰ δὲν ἔχω δύο παιδιά, ἕνα ἔχω», «Πάρτα, πάρτα»…. Μετὰ ἕνα ἔτος, ἀπέκτησε καὶ δεύτερο παιδί.
ΠΗΓΗ: vatopaidi.wordpress

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου