(Κανονικά δικαιώματα καί ὑποχρεώσεις, Ἐπισκόπου, Ἡγουμένου, Προϊσταμένων καί Μοναχῶν)
Ἀρχιμανδρίτου Μαξίμου, Καθηγουμένου Ἱ. Μ. Ἁγ. Διονυσίου ἐν Ὀλύμπῳ
Ὁ μοναχικός βίος, ὁ ὁποῖος ἀνέκαθεν ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες ὑπῆρχε στά σπλάγχνα τῆς Ἑκκλησίας, ὡς μιά ἐνδιάθετη ἀσκητική πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀποδεικνύει τήν μοναδική ἀξία τῆς ἀένναης ἐπικοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό.
Στίς ἀρχές τοῦ τετάρτου αἰῶνος, μέ τήν διείσδυση στήν πνευματική ζωή τῆς Ἐκκλησίας στοιχείων ἀμφιβόλου χριστιανικῆς πνευματικότητος, ὁ μοναχικός βίος ὀργανώθηκε στίς ἐρήμους, κατ' ἀρχήν τῆς Αἰγύπτου, ἐν συνεχείᾳ τῆς Παλαιστίνης καί σέ ἄλλα μέρη τῆς Ὀρθοδοξίας, συστηματοποιημένος σέ κοινόβια καί σκῆτες πού ζοῦσαν μακράν τῆς ἐπιδράσεως τῆς κοσμικῆς νοοτροπίας, καί διατηρώντας τήν χαρισματική πλευρά τῆς Ἐκκλησίας τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί τίς ποικῖλες μορφές ἀσκητικῆς πνευματικότητος.
Στίς ἀρχές τοῦ τετάρτου αἰῶνος, μέ τήν διείσδυση στήν πνευματική ζωή τῆς Ἐκκλησίας στοιχείων ἀμφιβόλου χριστιανικῆς πνευματικότητος, ὁ μοναχικός βίος ὀργανώθηκε στίς ἐρήμους, κατ' ἀρχήν τῆς Αἰγύπτου, ἐν συνεχείᾳ τῆς Παλαιστίνης καί σέ ἄλλα μέρη τῆς Ὀρθοδοξίας, συστηματοποιημένος σέ κοινόβια καί σκῆτες πού ζοῦσαν μακράν τῆς ἐπιδράσεως τῆς κοσμικῆς νοοτροπίας, καί διατηρώντας τήν χαρισματική πλευρά τῆς Ἐκκλησίας τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί τίς ποικῖλες μορφές ἀσκητικῆς πνευματικότητος.
Ὁ Μοναχισμός.
Ὁ Μοναχισμός ὑπερβαίνει τά ὅρια μιᾶς φυσικῆς ζωῆς. Θεωρεῖται ἀγγελικό πολίτευμα ἐπί τῆς γῆς. Εἶναι χῶρος μέσα στόν ὁποῖο ἀποβάλλονται ὅλα τά τραγικά ἐπακόλουθα τῆς πτώσεως καί ἐπανέρχονται τά θεῖα στηρίγματα πού εἶχε πάρει ἐξ ἀρχῆς ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν ζωοδότη Θεό.
Ὁ ἄνθρωπος πού ἀκολουθεῖ τόν μοναχικό βίο τό πρῶτο πού προσπαθεῖ νά ἀποβάλη εἶναι ἡ πεποίθηση στήν λογική του κρίση καί τό ἴδιον θέλημά του, διά τοῦ ὁποίου εἰσέρχεται στήν ἐωσφορική πλάνη τῆς αὐτοθεώσεως. Τό δεύτερο πού προσπαθῆ νά ἀποβάλη εἶναι ἡ ζωή τῶν ἡδονῶν τῶν αἰσθήσεων, διά τῆς ὁποίας παρατείνει τήν ζωή στόν θάνατο. Τό τρίτο πού προσπαθεῖ νά ἀποβάλη εἶναι ἡ προσπάθεια νά ἀποκτήση τά ὑλικά ἀγαθά, τά ὁποῖα σκοτίζουν τόν νοῦ καί πετρώνουν τήν καρδιά. Ὁ Μοναχός δέν ἔχει κανονικά λειτουργήματα, ἀλλά στοχεύει στήν ἄρση αὐτῶν τῶν τριῶν ἀλλοτριώσεων καί στό νά ἀποκαταστήση τόν ἄνθρωπο στόν ἀπλανῆ τρόπο ζωῆς. Ἔτσι μέ τίς τρεῖς μοναχικές ἀρετές: τήν ὑπακοή, τήν παρθενία, τήν ἀκτημοσύνη, γίνεται μέτοχος τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Χριστοῦ, πού ἐγκαινίασε ἕνα τρόπο ζωῆς πού ξεπερνᾶ τά πτωτικά καί φυσικά ὅρια τῆς ζωῆς.
Μέ τήν σωφροσύνη ἀποκτᾶ τήν ὑψηλότερη μορφή τῆς παρθενίας πού ἑδράζεται στήν ὑπακοή καί δέν ἀποκτᾶται ἐπ' οὐδενί λόγῳ χωρίς αὐτή. Γίνεται μιμητής τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δέν στήριξε τήν ζωή του σέ φυσική συγγένεια τῶν αἱμάτων, ἀλλά προσέφερε τόν Ἑαυτό Του ὁλόκληρο "ὡς οἶκο τοῦ Πατρός Του". Ἀποκτώντας τήν πνευματική παρθενία, δηλαδή τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ ἀπό ἀκάθαρτα νοήματα, τοῦ λογικοῦ ἀπό ἀκάθαρτους λογισμούς, ἑλκύεται μέ ἄσβεστη δίψα πρός τόν Θεό προσφέροντας τόν ἑαυτό του θυσία ζῶσα. Ὁπότε εἰσερχομένης τῆς χάριτος ἐντός του βαθμηδόν "διαλύει τούς δερμάτινους χιτῶνας καί χαρίζει στόν Μοναχό τήν ἀσάλευτη βασιλεία τῶν ὑποστατικῶν καί τετελειωμένων πνευμάτων".
Μέ τήν ἀκτημοσύνη σάν φυσική συνέπεια καί συμπλήρωση τῆς ὑπακοῆς καί τῆς παρθενίας, ἀποκτᾶ τήν καθαρά προσευχή. "Ζητᾶ πρῶτον τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μή μεριμνῶν εἰς τήν αὔριον" καί θεραπεύει τήν ἀλλοτρίωση πού προκαλεῖ ἡ φιλοκτημοσύνη καί πλουτίζει εἰς Θεόν. Γίνεται "ὁ μηδέν ἔχων καί τά πάντα κατέχων".
Ὁ πρῶτος ὅρος ὅμως καί ἡ βάση τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι ἡ ὑπακοή. Μέ τήν ὑπακοή ὁ μοναχός ἐπιμένει στόν γενικό κανόνα τῆς μοναχικῆς ἀσκήσεως "μή ἐμπιστεύου εἰς σεαὐτόν". Καταφεύγει καί ρωτᾶ τόν πνευματικό του πατέρα καί ὑπερνικᾶ τόν πειρασμό τοῦ διψύχου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐπαμφοτερίζει στήν ἀνεύρεση σταθερῆς ὁδοῦ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Μέ αὐτή ἀποκτᾶ τήν γνώση τοῦ θείου θελήματος καί ἱκανοῦται νά διακρίνη τά νοήματα τοῦ ἐχθροῦ. Γιά νά ἐξασκηθῆ πατερικῶς ἡ ὑπακοή, ἀπαραίτητη προϋπόθεση εἶναι νά γίνεται μέ τήν ἑκούσια συγκατάθεση τοῦ ὑποτακτικοῦ καί ὄχι μέ τήν ἐξουσιαστική ἐπιβολή τοῦ Ἡγουμένου, ἡ ὁποία ἀπέχει πολύ ἀπό τήν ἀληθινή βίωση τῆς ὑπακοῆς.
Μέ τήν ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Γέροντός του ὁ Μοναχός μαθαίνει πῶς νά ὑπακούη στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὑπερβαίνει τό τεῖχος τῆς ἀτομικότητός του, ἀποκτᾶ ἁρμονικά τήν τέλεια ἀγάπη στόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, διευρύνεται ἡ καρδιά του ὥστε νά χωράη ὅλο τόν κόσμο, τόν ὁποῖο ἐν συνεχείᾳ τόν ἀγκαλιάζει μέ τήν προσευχή του. Καθίσταται ἔτσι ἡ ὑπακοή μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Κανένας νόμος ἤ κανόνας δέν ἰσχύει καί δέν ἐνεργεῖ πάνω ἀπό αὐτό τό μυστήριο καί οἱ ἐξασκοῦντες αὐτό ἀποκτοῦν ἀληθινή παγκοσμιότητα, ἀποδεσμεύονται ἀπό ὅλα τά κτιστά καί φθάνουν στήν καθαρότητα τοῦ νοῦ[1]. Ὁ π. Σωφρόνιος ἀναφέρει ὅτι ὁ Μοναχός μέ τήν ὑπακοή ἀποκτᾶ τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ μέ τήν ὁποία γίνεται μέτοχος τῶν ἐνεργειῶν τῆς τρισηλίου Θεότητος[2]. Ἡ δέ τελειότερη μορφή τῆς ὑπακοῆς φανερώνεται -ὅπως σημειώνει ἀλλοῦ- "ὅταν τό πνεῦμα του ἄγεται ἀπό τήν ἐντολή τῆς μείζονος ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἀποκτᾶ τό χάρισμα τῆς θεολογίας καί γίνεται δεκτικός ἀποκαλύψεων".
Ὅλα τά ἀνωτέρω ἰσχύουν γιά ὅλες τίς τάξεις τῶν μοναχῶν δηλαδή τούς Ἐπισκόπους, Ἡγουμένους, Προϊσταμένους καί ἁπλούς μοναχούς.
Ἀπώλεια τῆς ἀληθινῆς ὑπακοῆς - πειθαρχία
Κατά τόν π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ "ἡ ἀπώλεια τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας περί Προσώπου - Ὑποστάσεως ἀφεύκτως θά ὁδηγήσῃ εἰς τήν ἀπόδοσιν πρωτείου εἰς τό "γενικόν" ἐπί τοῦ "μερικοῦ", εἰς τήν ἀναζήτησιν "ὑπέρ-προσωπικῆς (τινος) ἀρχῆς". Ἡ ὑπακοή θά ἀπαιτῆται ἤδη οὐχί ἐν σχέσει πρός τόν ἄνθρωπον - πρόσωπον, ἀλλά πρός τόν "Κανόνα", τόν "Νόμον", τό "Τυπικόν", τήν "Διοίκησιν", τόν "Θεσμόν" κ.τ.τ." μέ ἀποτέλεσμα νά χαθῆ ἡ ὑψίστη ἔννοια τῆς ὑπακοῆς, ἡ περικλειομένη εἰς τάς εὐαγγελικάς ἐντολάς, καί εἰς τήν θέσιν αὐτῆς νά εἰσέλθη ἡ "πειθαρχία". "Καί ἡ τελευταία αὕτη εἶναι ἀναπόφευκτος μέν εἰς τήν ἀπό κοινοῦ ζωήν τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά μόνον μέχρι ὡρισμένου ὁρίου. Ἡ ἀπώλεια τῆς "προσωπικῆς" χριστιανικῆς ὑπακοῆς θά μείνῃ ἄνευ ἀνταμοιβῆς, παρά τάς τυχόν ἐξωτερικάς ἐπιτυχίας τοῦ "ὀργανισμοῦ". Τήν πραγματοποίησιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ ἱστορίᾳ δέν πρέπει νά βλέπῃ τις . . . εἰς τήν ἐπίτευξιν ἁρμονικῆς διαρθρώσεως τοῦ "ὅλου". Ὑψηλότερον καί τελειότερον παντός εἶναι ἡ ἀνύψωσις τῶν πιστῶν εἰς "μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ" (Ἐφεσ. δ' 13) "[3].
Ἀπό τά παραπάνω γίνεται φανερό ὅτι ἡ ὑπακοή διαφέρει ἀπό τήν πειθαρχία, καί ὑπερέχει ἀπό αὐτήν, ὅσο ὁ οὐρανός ἀπό τή γῆ. Ἡ πειθαρχία προβάλλει τό "γενικό" ἀντί τοῦ "μερικοῦ", ἤ τήν πλειονότητα ἀντί τοῦ ἀτόμου. Ἀντίθετα ἡ ὑπακοή ἐξαίρει τόν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο. Ἡ ὑπακοή εἶναι ἐλεύθερη πράξη πίστεως στόν Θεό καί πραγματοποιεῖται πάντοτε στό ὄνομά Του, ἑπομένως δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπιβληθεῖ διά τῆς βίας γιά νά ἐπιτευχθεῖ μιά ἐξωτερική εὐταξία, ἔστω καί ἐκκλησιαστική εὐταξία. Ἄν διαταρραχθῆ ἡ ἐκκλησιαστική εὐταξία μπορεῖ νά ἀπαιτηθῆ ἡ πειθαρχία σέ κάποιον "θεσμό", "τυπικό", "κανόνα" κ.λ.π. ἀλλά θά πρέπει νά γίνει σαφές ὅτι αὐτή ἡ ἀπαίτηση γιά πειθαρχία πόρρω ἀπέχει ἀπό τήν πραγματική ὑπακοή ἀφοῦ ἄλλο εἶναι ἡ ὑπακοή καί ἄλλο ἡ πειθαρχία, ἄλλο ἡ ἐκκλησιαστική εὐταξία καί ἄλλο ἡ πνευματική τελειότητα ἐνῶ συγχρόνως μέ τόν τρόπο αὐτό ὑποβιβάζεται ἡ πνευματική ζωή σέ ἕνα ἐξωτερικό "ἠθικό" ἐπίπεδο εὑρισκόμενο πολύ χαμηλώτερα ἀπό τήν δοθεῖσα σέ ἐμᾶς Ἀποκάλυψη[4].
Ἄλλωστε καί οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν τά διορθωτικά ἐκεῖνα μέτρα μέ τά ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία, ἐκφραζομένη διά τῶν Συνόδων, προσπαθεῖ νά θεραπεύσει τίς παρεκτροπές πού σημειώνονται στό σῶμα της. Ὅπως δηλαδή ὁ ἰατρός δέν ἔγινε γιά νά ἱατρεύσει τόν ὑγιῆ, ἀλλά γιά νά ἱατρεύσει τόν ἀσθενῆ καί πληγωμένο, οὔτε τό χαλινάρι ἔγινε γιά τό ἥμερο καί τακτικό καί ὑποτασσόμενο ἄλογο, γιατί ἐκεῖνο καί χωρίς χαλινάρι ὀρθοποδεῖ, ἀλλά ἔγινε γιά τό ἄγριο καί ἄτακτο καί ἀνυπότακτο ἄλογο, ἔτσι καί οἱ κανόνες καί ὁ νόμος δέν ἐδόθησαν γιά τούς ὑγιεῖς καί εὐτάκτους δικαίους, ἀλλά γιά τούς ἀσθενεῖς καί ἀτάκτους ἁμαρτωλούς[5], διότι καί κατά τόν Ἀπόστολο "δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται"[6].
Στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας "ἡ Ἱερά Παράδοσις ὡς ἡ αἰωνία καί ἀμετάβλητος παραμονή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἶναι τό πλεόν βαθύ θεμέλιον τῆς ὑπάρξεως Αὐτῆς. Διά τοῦτο ἡ Παράδοσις περιλαμβάνει ἐν ἐαυτῇ ἅπασαν τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας,τοσοῦτον ὥστε καί αὐτή ἡ Ἁγία Γραφή νά ἐμφανίζηται μόνον ὡς μία τῶν μορφῶν αὐτῆς . . . Ἀπομεμονωμένη ἐκ τοῦ ρεύματος τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως ἡ Γραφή δέν δύναται νά κατανοηθῆ δεόντως δι' οὐδεμιᾶς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης"[7]. Τό ἴδιο πολλῶ μᾶλλον ἰσχύει καί γιά τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι μποροῦν νά κατανοηθοῦν καί νά ἑρμηνευθοῦν δεόντως μόνο ἀπό ἀνθρώπους πού βιώνουν τήν ὀρθόδοξο παράδοση. Δέν θά πρέπει δηλαδή νά ξεχνοῦμε ὅτι "πᾶσαι αἱ . . .προσπάθειαι ἡμῶν οὐδόλως ἐπαρκοῦν πρός σωτηρίαν"[8] καί νά συνειδητοποιήσουμε αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅτι "τοῦ Θεοῦ δέ μή ἐνεργοῦντος ἐν ἡμῖν, ἁμαρτία πᾶν τό παρ' ἡμῶν γινόμενον"[9]. Μέσα στό ἀνωτέρω πλαίσιο πρέπει νά τοποθετηθοῦν καί οἱ γενικώτερες σχέσεις μεταξύ μοναχῶν καί ἐπισκόπων.
Οἱ ἐπίσκοποι καί οἱ μοναχοί στίς μεταξύ τους σχέσεις θά πρέπει νά ἔχουν σάν πρώτυπο τόν ἴδιο τόν Κύριο ὁ Ὁποῖος δέν ἔσωσε τόν κόσμο μέ τήν παντοδυναμία Του, πού εἶχε τήν δυνατότητα νά τό κάνει, ἀλλά μέ τήν θυσιαστική ἀγάπη πού τόν ἀνέβασε στό Σταυρό καί τέτοιον τύπο καί ὑπογραμμό ἄφησε στούς ἀνθρώπους, τούς ὑποτακτικούς του θά λέγαμε, καί ἔτσι τούς ἥλκυσε πρός τόν ἑαυτό του καί ἐδημιούργησε τήν Ἐκκλησία Του καί ἀποτελεῖ ἡ συμπεριφορά του αὐτή τήν βασική δύναμη συνοχῆς τοῦ Σώματός του. Πρέπει νά καταλάβουμε ὅλοι, ὅτι ἡ σημερινή ἐκκλησιαστική μας ζωή περιστρέφεται πάνω στό ἐπίπεδο τῶν ἠθικῶν ἐννοιῶν καί ἀξιῶν "κειμένων", κατά τόν π. Σωφρόνιο, "κατωτέρω τῶν διαστάσεων τῆς δοθείσης εἰς ἡμᾶς ἀποκαλύψεως"[10].
Τό "Ἐγώ εἰμί ὁ ποιμήν ὁ καλός . . . καί τήν ψυχήν μου τίθημι ὑπέρ τῶν προβάτων»[11] ἀναφέρεται στόν τρόπο πού μᾶς ἀντιμετωπίζει ὁ Χριστός ὡς Θεός, ὄχι ἐξουσιαστικά ἀλλά ἀγαπητικά, θυσιαστικά. Καί τό «Διά τοῦτο ὁ Πατήρ μέ ἀγαπᾶ, ὅτι ἐγώ τίθημι τήν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν[12]» ἀναφέρεται στόν τρόπο πού ἀντιμετωπίζει ὁ Χριστός τόν Πατέρα Του ὡς ἄνθρωπος, πάλι δηλαδή θυσιαστικά. Δέν θά λάβη κανείς τήν ἐν Χριστῷ κυριαρχία, ὅποια ἀξιώματα καί ἄν κατέχη, ἄν δέν ἀκολουθήση ὅλη τήν διαδρομή πού ἀκολούθησε ὁ Χριστός, κυρίως τήν κατάβασή Του ἕως τόν Ἅδη.
Ἡ ἰδανική αὐτή σχέση ὅμως δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπιτευχθεῖ πολλές στήν πράξη καί λόγω ἀδυναμιῶν καί τῶν δύο πλευρῶν ἀλλά καί λόγω ἐξωτερικῶν καταστάσεων, παρεμβάσεων καί ἐπιδράσεων.
Εἰδικώτερα ἡ καθαρότητα τοῦ βίου πού ἐπετύγχαναν οἱ Μοναχοί μέ τήν ἀδιάλειπτη κοινωνία μέ τόν Θεό, ἀποτελοῦσε τήν πηγή πνευματικῆς ἀκτινοβολίας ὄχι μόνον στίς τοπικές, ἀλλά καί στήν οἰκουμενική Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά γίνονται ἀφορμή τῶν ἐγκωμίων τῶν ἀνθρώπων καί μιμήσεως τοῦ βίου τους. Ἡ ἐντυπωσιακή αὐτή ἀπήχηση στό πλήρωμα τῆς Ἑκκλησίας "κατέστησε ἀναγκαία καί τήν ἐπίσημη ἔκφραση τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως γιά τήν ὀργανική ἔνταξη τῶν ποικίλων ἀγωνισμάτων τοῦ Μοναχισμοῦ στήν πνευματική ζωή τῆς τοπικῆς Ἑκκλησίας"[13]. Ἡ διαδικασία αὐτῆς τῆς ἐντάξεως προκάλεσε πολλές φορές, ἀνάμεσα στούς μοναχούς καί τόν ἐπιχώριο Ἐπίσκοπο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τριβές, κυρίως δέ γιατί ἡ ἀκτινοβολία τους στούς πιστούς ἦλθε σέ ἀντιπαράθεση μέ τήν ποιμαντική δράση τοῦ ἐπιχωρίου Ἑπισκόπου καί τοῦ ἱερατείου του. "Οἱ κανόνες τῆς ἐν Γάγγρᾳ Συνόδου (μέσα Δ' αἰ.) περιγράφουν μερικές ἀκραῖες μορφές τῶν προστριβῶν αὐτῶν οἱ ὁποῖες δέν εἶναι ἄγνωστες καί στήν ἐποχή μας"[14].
Κατά τόν καθηγητή κ. Φειδᾶ, ἡ διαφορά κυρίως τῶν δύο αὐτῶν θεσμῶν ἐπικεντρώνετο στήν ἐπιθυμία τῶν Μοναχῶν ἀφ' ἑνός νά ἐξασφαλίσουν τήν ἐσωτερική τους ἀνεξαρτησία καί ἀφ' ἑτέρου στήν εὔλογη ἐπιθυμία τοῦ Ἐπισκόπου νά ἐντάξη στήν ἐπισκοπική του δικαιοδοσία τά Μοναστήρια. Γιά τήν γεφύρωση αὐτῶν τῶν ἑτεροκλήτων ἐπιθυμιῶν ἡ Ἐκκλησία μέ εἰδικούς κανόνες της καθώρισε τά πλαίσια μέσα στά ὁποῖα ὁ κάθε θεσμός θά διατηρῆ καί τίς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις πραγματώσεως τοῦ σκοποῦ του καί τήν ἑνότητα τοῦ σώματος τῆς Ἑκκλησίας. "Ἡ Δ' Οἰκουμενική Σύνοδος (451) καθώρισε στόν δ' κανόνα της τά κανονικά ὅρια διακρίσεως τῶν ἑτεροκέντρων ἐπιθυμιῶν[15]". Ἔτσι οἱ μέν μοναχοί ἀπολαμβάνουν τήν πλήρη ἀνεξαρτησία τους ἐντός τῶν ὁρίων πού δροῦν πνευματικά, δηλαδή τῶν Μοναστηρίων τους, ἀποφεύγοντας νά δημιουργοῦν προσκόμματα μέ τήν δράση τους στήν τοπική Ἐκκλησία, ὁ δέ ἐπιχώριος Ἐπίσκοπος ἀποκτᾶ τό δικαίωμα νά ἐγκρίνη τήν ἵδρυση τῶν Μοναστηρίων, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται ἡ πῆξις μοναστικῶν ἀδελφοτήτων καί νά ἐλέγχη τήν δραστηριότητα τῶν μοναχῶν ἐκτός τῶν Μοναστηρίων τους.
Αὐτή ἡ κανονική ρύθμιση τοῦ κανόνος πού ἀφορᾶ τήν σχέση τοῦ Ἐπισκόπου μέ τά Μοναστήρια τῆς περιφέρειάς του, ἀπετέλεσε "τήν καταστατική βάση τῆς μεταγενέστερης κανονικῆς παραδόσεως (κανόνες μ'-μθ' τῆς πενθέκτης, ιζ' καί κ' τῆς Ζ' Οἰκ. Συνόδου, α'-ζ' τῆς ἐν Κων/λει πρωτοδευτέρας Συνόδου κ.λπ.)"[16]. Στήν πράξη παρατηρήθησαν καί ἄλλες μορφές Μονῶν, ὅπως οἱ Βασιλικές - Αὐτοκρατορικές Μονές, οἱ Αὐτοδέσποτες Μονές, οἱ Σταυροπηγιακές Μονές κ.λ.π.. Τήν ἵδρυση καί τήν κανονική ὑπόσταση τῶν Σταυροπηγιακῶν Μονῶν,παρά τόν γενόμενο γογγυσμό τῶν ἐπιχωρίων ἐπισκόπων, ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία ἐνομιμοποίησε "δια τῆς μακρᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἀγράφου συνηθείας, τῆς ἀντί κανόνων κρατησάσης ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων καί μέχρι τοῦ νῦν"ὅπως ἑρμηνεύσει ὁ Βαλσαμών.[17]
Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό τά Μοναστήρια ἀπολαμβάνουν πάντα τήν ἀνεξαρτησία τοῦ μοναστικοῦ τους βίου, ὁ ὁποῖος καθορίζεται μέσα στά πλαίσια αὐτῆς τῆς παραδόσεως ἀπό ἰδιαίτερο μοναστηριακό τυπικό. Τό τυπικό ἐπί παραδείγματι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Στουδίου ἀπετέλεσε ἀδιαμφισβήτητο πρότυπο τῆς κανονικῆς μοναχικῆς παραδόσεως ἐφαρμοζόμενο στήν πράξη, μέ τό νά διακρίνη ἀφ' ἑνός τήν ἐσωτερική αὐτοτέλεια τοῦ Μοναχισμοῦ καί ἀφ' ἑτέρου τήν κανονική "πρόνοια" τοῦ Ἐπισκόπου.
Τά κύρια στοιχεῖα τῆς ποιμαντικῆς πρόνοιας τοῦ Ἐπισκόπου, πού εἶναι καί τά οὐσιαστικά ἐκκλησιαστικά λειτουργήματα, ὅσον ἀφορᾶ τίς Ἱερές Μονές, εἶναι: α) ἡ παρακολούθηση στό νά μένουν οἱ μοναχοί στά πλαίσια τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, β) νά τηροῦν τίς κανονικές καί λειτουργικές πράξεις, γ) νά σέβωνται τίς καθιερωμένες ἀρχές τῆς μοναχικῆς παραδόσεως καί ἐπίσης ε) νά ἐλέγχωνται στίς ἐκκλησιαστικές ἤ ἄλλες δραστηριότητες ἐκτός τοῦ Μοναστηρίου.
Ὑπό τό πνεῦμα τῶν ἀνωτέρω κανόνων καί ἐκκλησιαστικῶν πράξεων διαμορφώθηκε καί τό περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (νόμος 590/1977 περί τῶν Ἱερῶν Μονῶν), τό ὁποῖο ἀναφέρει τά κανονικά κριτήρια γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἐσωτερικῆς αὐτοτέλειας τῶν Μοναστηρίων, ἡ ὁποία εἶχε καταλυθεῖ ἀπό παλαιότερες αὐθαίρετες καί ἀντιπαραδοσιακές ἐπεμβάσεις πολλῶν Ἐπισκόπων.
Θά ἀναφέρουμε στό σημεῖο αὐτό τήν διάλυση ὑπέρ τῶν τετρακοσίων Μονῶν κατά τά ἔτη 1833 καί 1834 ὑπό τήν ἀνοχή καί συμφωνία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τό ἀπό 19 Αὐγούστου 1833 ἔγγραφο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πρός τήν τότε Κυβέρνηση μέ τό ὁποῖο ἐπρότεινε γιά τά ἀνδρικά μοναστήρια τά ἑξῆς : α) Ὅλα τά ἔρημα μοναστήρια, ὅσα δηλαδή δέν εἶχαν κανένα μοναχό (καί τέτοια ἦσαν 110 ἤ 116) νά ὑπαχθοῦν "ὑπό τήν ἄμεσον κυριαρχίαν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Α.Μ. καί περί αὐτῶν αὕτη (νά) δύναται νά διατάξῃ ὅ,τι κρίνει συμφερώτερον"[18], β) ἄλλα 19 μοναστήρια, πού εἶχαν μοναχούς, νά ὑπαχθοῦν καί αὐτά "εἰς τήν κυριαρχίαν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Α.Μ. λαμβανόντων τῶν ἐν αὐτοῖς μοναζόντων τ' ἀναγκαῖα ἀπό τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου"[19] καί γ) τά ὑπόλοιπα 226 μοναστήρια νά πληρώνουν φόρο. Μέ πολλή θλίψη ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμου ὁ ἐξ Οἰκονόμων παρατηρεῖ πώς, ἐνῶ ἡ Σύνοδος τίς προτάσεις της αὐτές τίς ἔκανε "σκεπτομένη κατά βάθος", ἐν τούτοις "κατά βαθεῖαν σκέψιν παρέβη θείους κανόνας καί καθυπέταξεν ὑπό τήν ἄμεσον Κυριαρχίαν τῆς Κυβερνήσεως τά Θεῷ εἰσάπαξ ἀφιερωθέντα μοναστήρια, τά τε μοναχῶν ἔρημα καί τά ἔχοντα μοναχούς"[20]. Ἐνῶ τό 1834 ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐπρότεινε μεταξύ τῶν ἄλλων γιά τά γυναικεῖα Μοναστήρια τά ἑξῆς α) Νά καταργηθοῦν ὅλα τά γυναικεῖα Μοναστήρια, ἐκτός τριῶν, β) νά παραχωρηθοῦν στό Ἐκκλησιαστικό Ταμεῖο ὅλα τά κτήματα τῶν Μονῶν, γ) νά ἐπιστρέψουν στά σπίτια τους ὅλες οἱ κάτω τῶν 40 ἐτῶν μοναχές, ἐνῶ οἱ ἄνω τῶν 40 ἐτῶν νά συγκεντρωθοῦν στά 3 διατηρούμενα μοναστήρια. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ περίπτωσις τῆς μοναχῆς Ἰαήλ ἀπό τήν Κορινθία, ἡ ὁποία, ὁ ὁποῖος ἐξιστορεῖ ὁ Κων/νος Οἰκονόμου ἐμφανίσθηκε στόν ἐπίσκοπό της καί "ἔκλαιε ζητοῦσα παραμυθίαν καί θρηνοῦσα τήν συμφοράν· ἐπειδή δέ θυμωθείς ὁ Ἀρχιερεύς εἶπε πρός αὐτήν : "ὕπαγε ὑπάνδρευσαι· τοῦτο συγχωρεῖται καί εἰς μοναχάς καί εἰς μοναχούς" φρίξασα ἡ παρθένος· "Σέ τοίνυν (εἶπεν) Ἀρχιερεῦ τοῦ Θεοῦ, ἐκλέγομαι νυμφίον ὅσιον καί καλόν" καί προτείνει προσελθοῦσα τήν δεξιάν. Αἰσχυνθείς δ' ὁ γέρων ἱεράρχης ἰδνώθη, καί συγκαλυψάμενος ἔκλαιε πικρῶς· ἡ δ' ὤχετο φεύγουσα καί θεοκλυτοῦσα"[21]
Θά ἀναφέρουμε ἐπίσης τήν σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ ἔτους 1931, στήν ὁποία ἔγινε συζήτηση γιά τήν ὀργάνωση τοῦ Μοναχισμοῦ καί ἡ ὁποία ἀπεδέχθη παλαιότερη πρόταση τοῦ 1926 τοῦ Μητροπολίτου Καρυστίας Παντελεήμονος. Στήν πρόταση αὐτή φαίνεται καθαρά ἡ ἐπίδραση τοῦ συγκεκριμένου Μητροπολίτου, ἀλλά καί ὅλων τῶν ὑπολοίπων, ἐφ' ὅσον ἀπεδέχθησαν αὐτές τίς προτάσεις, πού εἶχαν ὑποστεῖ ἀπό τίς δυτικές κοινωνικοηθικές νοοτροπίες τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας περί Μοναχισμοῦ. Ὁ ἐν λόγῳ Μητροπολίτης πρότεινε νά ἱδρυθῆ ἕνα ἰδιαίτερο μοναχικό τάγμα μέ ἑνιαία διοίκηση ὑπό τῦπον ἑνός μοναστικοῦ συλλόγου, τό ὁποῖο θά διοικεῖτο ἀπό συμβούλιο ὑπό τήν προεδρία τοῦ ἱεροκήρυκος τῆς ἐπαρχίας ἤ ἄλλου ἀρχιμανδρίτου, ὁ ὁποῖος θά ἔπαιζε τόν ρόλο τοῦ πατρός τῆς ἀδελφότητος καί θά τελοῦσε ὑπό τήν ἄμεση ἐποπτεία κάι ἐπίβλεψη τοῦ Ἐπισκόπου. Πρότεινε ἐπίσης στήν πρωτεύουσα νά ἱδρυθῆ ἕνα γενικό κέντρο πού θά ἐκπροσωποῦσε ὅλα τά μοναχικά τάγματα, ὅπως τά ὠνόμαζε, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στό ὁποῖο θά ἑδρεύη ἡ γενική διοίκηση αὐτῶν καί στό ὁποῖο θά ὑπάρχη καί ἀνωτέρα Σχολή πρός καταρτισμόν Ἡγουμένων καί Μοναχῶν καί Πατέρων τῶν ἐπί μέρους ταγμάτων. Πίστευε ὅτι μ' αὐτό τόν τρόπο οἱ Μονές καί οἱ Μοναχοί "θά ἐπανεύρωσι τόν ἱερώτατον δρόμον των". Ἀνέφερε ἐπίσης σέ κάθε Μητρόπολη νά δημιουργηθῆ μία Ἱερά Μονή, ὅπου θά μετακινηθοῦν οἱ καλύτεροι Μοναχοί ἀπό ὅλες τίς ἄλλες Ἱερές Μονές τῆς Μητροπόλεως, ἡ ὁποία θά ἀποκληθῆ πρότυπη Ἱερά Μονή καί θά εἶχε τόν "προορισμόν φιλανθρώπου δράσεως εἰς τόν λαόν διά τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου καί τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως". Στήν πρότυπη αὐτή Ἱερά Μονή, τό πρῶτο πού θά ἔπρεπε νά δημιουργηθῆ θά ἦταν ἕνα ὀρφανοτροφεῖο, μέσα στό ὁποῖο θά ἐκπαιδεύοντο τά ὀρφανά ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου, τά ὁποῖα μετά τήν στρατιωτική τους θητεία θά ἐπανέρχονταν στό τάγμα καί θά ἐγίνοντο μέλη αὐτοῦ, "καθ' ὅλα ἱκανά ἵνα ἀποβοῦν ἱεραπόστολοι πάσης ὡραίας ἰδέας" κ.λπ. "Τότε -καταλήγει ὁ ἐν λόγῳ Μητροπολίτης- θά δυνάμεθα νά εἴπομεν ὅτι ὁ μοναχικός βίος ἐκτελεῖ τόν προορισμόν του καί ἡ Ἐκκλησία ἀπέκτησε τήν δύναμίν της". Ἕτσι κατανοοῦσε τόν σκοπό τοῦ Μοναχισμοῦ ἡ ἐπηρεασμένη διοίκηση τῆς Ἐκκκλησίας μας ἀπό τά δυτικά πρότυπα.
Στίς συζητήσεις πού ἔγιναν στήν Ἱεραρχία μέ ἀφορμή τήν εἰσήγηση τοῦ Καρυστίας Παντελεήμονος, ἀναφέρω ἁπλῶς τήν γνώμη ἑνός ἄλλου Μητροπολίτου: "Ἔχω τήν γνώμην ὅτι ἐπιβάλλεται βεβαίως ἐπί τό κοινωνικότερον ὀργάνωσις τῶν Ἱερῶν Μονῶν μή περιοριζομένων στόν ἁπλοῦν ἀσκητισμόν...". Ἡ εἰσήγηση καί οἱ συζητήσεις ἀπετέλεσαν τώρα τήν βάση τῆς ἀποστολῆς στίς Ἱερές Μητροπόλεις τῆς ὑπ' ἀριθ. 587/25.2.1932 ἐγκυκλίου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διά τῆς ὁποίας συνιστᾶται ἡ ἵδρυσις Ἱερᾶς Μονῆς, ἡ ὁποία θά λειτουργῆ μέ ἰδιαίτερο ἀποστελλόμενο ὀργανισμό μοναχικοῦ βίου, διά τοῦ ὁποίου ὀργανισμοῦ θά δημιουργῆται ἕνα τάγμα, πού σκοπό θά ἔχη οὐσιαστικά τήν ἐγκυκλοπαιδική μόρφωση τῆς θεολογίας καί τήν ἀνάληψη τοῦ καθήκοντος τῆς διδασκαλίας καί τῆς φιλανθρωπικῆς δράσεως στούς πιστούς, μέ ποικῖλες κοινωφελεῖς λειτουργίες. Θέτει τόν Ἐπίσκοπο ὡς "ἀνώτερο προϊστάμενο τῶν Μοναχῶν" μέ τό δικαίωμα κατά τήν κρίση του νά μεταπέμπη ἕνα Μοναχό ἀπό τήν μία Μονή στήν ἄλλη ἤ σέ ἄλλες ἐκκλησιαστικές διακονίες. Στό ἄρθρο 10 ἀναφέρει καί τήν κεντρική ἀρχή τῶν ἐπί μέρους ἀδελφοτήτων πού εἶναι τό "ἐν Ἀθήναις ἑδρεῦον Συμβούλιον τῆς Ἱεραποστολῆς". Οἱ σχέσεις δέ τῶν Μονῶν καί τοῦ Συμβουλίου θά καθορίζωνται διά τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Στήν ἀπόφαση αὐτή τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας ἔγινε καί σχετική παρουσίαση στήν διορθόδοξη ἐπιτροπή πού συνῆλθε στό Ἅγιον Ὄρος, διαφαίνονται ἔντονα τά στοιχεῖα ἀλλοιώσεως τοῦ παραδοσιακοῦ μοναχικοῦ ὀρθοδόξου πολιτεύματος καί συνιστᾶται καθαρά ἡ ἐκκοσμίκευση τοῦ ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ. Ὅλοι οἱ κανόνες, πού ὥριζαν τά τοῦ μοναχικοῦ βίου καί τίς σχέσεις τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων καί τῶν Μοναχῶν, καταργοῦνται, ὁ δέ ἡσυχαστικός τρόπος ζωῆς καί ἡ νηπτική φιλοκαλική μακραίωνη παράδοση ἀγνοεῖται καί ὑποβαθμίζεται.
Εὐτυχῶς δέν μπόρεσε νά ἐπικρατήση αὐτό τό ἀντιπαραδοσιακό σύστημα Μοναχισμοῦ, οὔτε ἡ ἐγκύκλιος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, γιατί μέ μεταγενέστερες συνοδικές πράξεις ἀναθεωρήθηκαν μέ διάφορους κανονισμούς καί ἀποφάσεις, πού ὑπονοοῦσαν ἕνα ὀρθόδοξο Μοναχισμό, χωρίς στήν πράξη ἀκόμη νά διαφαίνονται οἱ δημιουργίες παραδοσιακῶν μοναχικῶν ἀδελφοτήτων. Τόν ρόλο τοῦτο τόν ἔπαιξαν βέβαια οἱ διάφορες ὀργανώσεις μέ ἀνάλογο ὀργανωτικό καί "πνευματικό" περιεχόμενο καί οἱ ὁποῖες ἔπαιξαν καταλυτικό ρόλο γιά τήν ὑποβάθμιση τοῦ ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ.
Ὅπως εἴπαμε ὁ Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπανέφερε τήν ἀρχαία παράδοση καί ἀποκαταστάθηκε ἡ ἰσοβιότητα τοῦ Ἡγουμένου καί ἡ θεσμική ἀνεξαρτησία τῆς ἐσωτερικῆς ὀργανώσεως, διοικήσεως καί λειτουργίας τῶν Μοναστηρίων (ἄρθρο 39, παρ. 5) μέ τήν κατάργηση τῆς προηγουμένης πράξεως τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ἡγουμένου καί τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου ἀπό τόν ἐπιχώριο Ἐπίσκοπο, καί μέ τήν ἐκλογή του ἀπό τούς ἐγκαταβιοῦντες στήν Ἱερά Μονή Μοναχούς. Χωρίς αἱρετό καί ἰσόβιο Ἡγούμενο, δηλαδή μέ διοριζόμενο ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, θά ἦταν ἀδύνατη ἡ ὁμαλή ἐσωτερική λειτουργία καί αὐτοτέλεια τῶν Μονῶν. Ἔτσι ἀφήνεται, μέ τίς διάφορες διατυπωμένες σχετικές διατάξεις ἡ Μονή, νά λειτουργῆ "ὡς θρησκευτικόν καθίδρυμα διά τήν ἄσκησιν τῶν ἐν αὐτῇ ἐγκαταβιούντων ἀνδρῶν ἤ γυναικῶν συμφώνως πρός τάς μοναχικάς ἐπαγγελίας καί τούς περί μοναχικού βίου ἱερούς κανόνας καί παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (παρ. 1). Τά τῆς ὀργανώσεως τοῦ μοναχικοῦ βίου καί τά τῆς διοικήσεως τῆς Μονῆς, καθορίζονται ὑπό τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, συμφώνως πρός τούς Ἱερούς κανόνας, τάς μοναχικάς παραδόσεις καί τούς νόμους τοῦ κράτους, δι' ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ... (παρ. 4). Ὁ Μητροπολίτης ἀσκεῖ ἐπί τῶν Ἱερῶν Μονῶν τῆς ἐπαρχίας αὐτοῦ τήν κατά τούς ἱερούς κανόνας πνευματικήν ἐποπτείαν... (παρ. 6)"[22]. Γιά νά μήν εἰσάγονται σκόπιμες ἤ μή παρερμηνεῖες καί ἀπό τίς δύο πλευρές, κατά τόν καθηγητή κ. Βλ.ασιο Φειδᾶ, κατέστη ἀναγκαία ἡ ἐξαντλητική περιγραφή στό ἄρθρο 39 παρ. 6, τοῦ περιεχομένου τοῦ συγκεκριμένου ὅρου, ὁ ὁποῖος καλύπτει μόνο τά ρητῶς ἀναγραφόμενα κανονικά δικαιώματα τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου, "ἤτοι α) τήν κανονικήν μνημόνευσιν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἐν ταῖς ἱεραῖς ἀκολουθίαις, β) τήν χειροθεσίαν τοῦ Ἡγουμένου, γ) τήν ἔγκρισιν τῆς κουρᾶς τῶν Μοναχῶν, δ) τήν ἀνάκρισιν τῶν κανονικῶν παραπτωμάτων, ε) τήν μέριμναν διά τήν κατά τούς Ἱερούς Κανόνας λειτουργίαν τῆς Μονῆς καί στ) τόν ἔλεγχον τῆς νομιμότητος τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως αὐτῆς[23]". Ἑπομένως, ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὁ ὅρος "πνευματική ἐποπτεία" περιορίζει τήν εὐχέρεια νά παρεμβαίνει ὁ ἐπιχώριος Ἐπίσκοπος στήν ἐσωτερική λειτουργία τῆς Μονῆς, στίς ἑξῆς δύο μόνον περιπτώσεις: α) στήν περίπτωση ἐπιβεβαιωμένων ἀντικανονικῶν πράξεων τῶν Μοναχῶν καί β) στήν περίπτωση παρεκκλίσεων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν νομιμότητα τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς. Ὡστόσο καί αὐτές δέν μποροῦν νά αἰτιολογηθοῦν ἄν δέν συνεπάγονται παραπομπή τῶν ὑπευθύνων Μοναχῶν στά ἁρμόδια ὄργανα τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοσύνης. Θεωρεῖται δέ καταχρηστική ἡ τάση ὁρισμένων Μητροπολιτῶν νά παρερμηνεύουν τόν ὅρο "πνευματική ἐποπτεία" καί νά τόν ἀντικαθιστοῦν μέ τόν ὅρο "ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία", ἡ ὁποία φυσικῶς ἀσκεῖται στίς ἐνορίες. Εἶναι καταχρηστική, ἐπειδή παραθεωρεῖται ἡ κανονική παράδοση σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν κανονική αὐτοτέλεια τοῦ μοναχικοῦ βίου. Σύμφωνα μέ τήν κανονική ἑρμηνεία τοῦ ὅρου "πνευματική ἐποπτεία" τά Μοναστήρια δέν ἐντάσσονται στά ἐκκλησιολογικά πλαίσια σχέσεων Ἐπισκόπου καί τοπικῆς Ἐκκλησίας, μέ τόν τρόπο πού ἐντάσσονται οἱ ἐνορίες, ὅπως προβάλλονται αὐτές στήν πατερική παράδοση[24].
Ἡ ἐσωτερική πνευματική ζωή τῶν Μοναχῶν τῆς Μονῆς ἀποτελεῖ, κατά τούς ἱερούς κανόνες καί τήν παράδοση τῶν Πατέρων, τήν κυρία ἀποστολή τοῦ Ἡγουμένου, χωρίς ὁ Ἐπίσκοπος νά ἔχη καμμία ἁρμοδιότητα ἐπ' αὐτῆς. Ὁ Ἡγούμενος, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου, "οὐδέν ἕτερον ἐστιν -διά τήν Μονήν του- ἤ τό τοῦ Σωτῆρος ἐπέχων πρόσωπον". Ὁ δέ ἅγιος Συμεών ὁ νέος θεολόγος ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἡγούμενος, γιά νά ὁδηγήση τούς Μοναχούς στήν σωτηρία καί τήν πνευματική προκοπή, πρέπει νά προΐσταται πιστῶς τῶν πατέρων καί ἀδελφῶν του καί νά φροντίζη γι' αὐτούς ὡς μέλη του, νά βάζει δέ τήν ψυχήν του ὑπέρ αὐτῶν καί νά μή προτιμᾶ κανένα ἄλλο πρᾶγμα στόν κόσμο περισσότερο ἀπό τήν ἀγάπη αὐτῶν. Ὡς ἰατρός νά θεραπεύη τά νοσήματα τῶν ἀδελφῶν, ὡς ποιμήν νά ἐπαναφέρη τόν περιπλανώμενον καί τό μέν ὑγιές νά καθιστᾶ πολυτόκο στίς ἀρετές, τό δέ "ψώρας γέμον καί ἀνιάτως ἔχον" νά τό ξεχωρίζη ἀπό τήν λογική του ἀγέλη γιά νά μή μεταδίδεται τό νόσημα καί στούς ὑγιεῖς. Θεωρεῖ ὡς πρώτη καί ἀναγκαία διακονία τοῦ Ἡγουμένου τήν ψυχική ἐπιμέλεια, τίς δέ ἄλλες διακονίες νά μή τίς ἐκτελῆ ὅλες μόνος του, ἀλλά νά τίς κατανέμη στούς ἀδελφούς τοῦ κοινοβίου πού ζοῦν μέ εὐλάβεια καί φόβο Θεοῦ. Θά ἔχη ὅμως τήν τελική ἐξέταση ὅλων καί τήν γνώση τῶν διαπραχθέντων, σύμφωνα μέ τήν παράδοση -ὅπως ἀναφέρει- τοῦ μάρτυρος καί ὁμολογητοῦ π. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, τήν ὁποία παρελάβαμε ὡς πλουσία κληρονομιά "πατροπαραδότως". Ἀφοῦ ἀναφέρει διδακτικῶς ἕνα πλῆθος διδασκαλιῶν πού ἀφοροῦν τίς ἁρμοδιότητες τοῦ Ἡγουμένου πρός τούς Μοναχούς καί μέ λεπτομέρειες τακτοποιεῖ τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο πρέπει νά φέρωνται ὅλοι οἱ Μοναχοί, ὁ καθένας στό διακόνημά του, στήν πνευματική προκοπή του, στήν σχέση του μέ τούς ἔξω κ.λπ., καταλήγει ὅτι ὅλα πρέπει νά τά κάνη ὄχι γιά νά ἀποκομίζη τόν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά γιά νά μιμῆται τόν Χριστό καί Θεό μας, στόν ὁποῖο θά δώση τόν ἀπολογισμό καί γιά τό παραμικρότερο πρᾶγμα.
Ἐάν λοιπόν ὁ Ἡγούμενος φερθῆ σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, πολύς θά εἶναι ὁ μισθός του στούς οὐρανούς καί ἡ κληρονομία του θά εἶναι μαζί μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, ἡ δέ ἀνάπαυσίς του -ἀναφέρει χαρακτηριστικά- κατά τό μέλλον θά εἶναι μαζί μέ τόν Ἀντώνιο, τόν Εὐθύμιο και τόν Θεόδωρο καί τούς λοιπούς μακαρίους Πατέρας.
Ἁρμοδιότητες Προϊσταμένων.
Προϊστάμενοι τῆς Μονῆς δύνανται νά θεωρηθοῦν: τό περί τόν Ἡγούμενον Ἡγουμενοσυμβούλιον, οἱ Ἐπίτροποι καί ἡ Γεροντία.
Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας θέλει τήν διοίκηση τῶν Μοναχῶν ἀπό τόν Ἡγούμενο βοηθούμενο ὑπό τοῦ οἰκονόμου, ὥστε οἱ ὑπόλοιποι Μοναχοί νά μένουν ἀπερίσπαστοι στόν ἱερό ἀγῶνα τους γιά τήν κάθαρση καί τόν ἁγιασμό τους. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι γιά τήν σωστή λειτουργία τῆς Μονῆς, ὅπως ἀνέφερε παραπάνω ὁ Ἅγιος Συμεών, δέν ἀνετίθεντο διακονήματα στούς Μοναχούς τῆς Μονῆς, σύμφωνα μέ τίς ἐφέσεις, τίς δυνατότητες καί τά ἐνδιαφέροντα τοῦ καθενός. Ἀπεφεύγετο νά καθιερωθῆ ἕνα νομικιστικό καθεστώς μέ δημοκρατικές διαδικασίες, ὥστε νά μοιράζεται ἡ διοίκηση σέ πολλά πρόσωπα καί νά γίνεται ὁρατή ἡ φθορά τῶν ἀπείρων κυρίως Μοναχῶν καί νά ἐκτρέπωνται τά πνευματικά ἐνδιαφέροντά τους σέ διοικητικά καί ἡγεμονικά. Ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης ἀναφέρει ὅτι ὁ Καταστατικός Χάρτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὁ ὁποῖος καθιερώνει ἕνα τέτοιο καθεστώς, ἔγινε βάσει τοῦ ἐν "καταπτώσει μοναχικοῦ θεσμοῦ τῆς δευτέρας δεκαετίας τοῦ αἰῶνος μας. Δηλαδή ὁ νομοθέτης καί οἱ συντάκτες του ἁγιορεῖτες ἔλαβαν ὑπ' ὄψιν τήν τότε πραγματικότητα καί θεσμοθέτησαν τήν λειτουργία τῆς ἁγιορειτικῆς πολιτείας μέ κριτήρια ἐγκόσμιας νοοτροπίας, ἀπαραίτητα γιά κάθε ἐποχή πού ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ὄντως μοναχική ζωή".
Μέ τήν ἀνάθεση διοικητικῶν ἐξουσιῶν, κυρίως δέ σέ ἀρχαρίους καί ἀπαίδευτους Μοναχούς, "ἀναξέονται οἱ ψυχικές πληγές τοῦ ὑπό θεραπείαν Μοναχοῦ" καί ὁδηγεῖται μέ τήν εὔλογη πρόφαση τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας στά "σκοτεινά κυκλώματα" τῶν παθῶν του, πού γιγαντώνονται μέσα στό πάθος τῆς φιλαρχίας καί προκαλοῦν τήν μνησικακία τῶν ὑπολοίπων ἀδελφῶν. Αὐτός ἦταν ὁ λόγος κυρίως πού ἀφήνονται ἀπερίσπαστοι οἱ Μοναχοί ἀπό διοικητικές μέριμνες καί ὄχι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἡγουμένου νά διοικῆ μοναρχικά καί αὐταρχικά.
Ἄν στούς ἁπλούς μοναχούς "τό μέν κατάρξασθαι τοῦ μονήρους βίου πολλοῖς ἴσως τετόλμηται· τό δέ ἀξίως ἐπιτελέσθαι ὀλίγοις τάχα που καί πεπόνηται (Μ. Βασίλειος)", πόσῳ μᾶλλον σ' αὐτούς πού ἀναλαμβάνουν ἀκαίρως καί προώρως διοικητικές ἐξουσίες.
Γεγονός ὅμως πού παρελάβαμε ἤδη στίς ἡμέρες μας εἶναι στόν μέν ἁγιορείτικο μοναχισμό οἱ ἰσόβιοι Προϊστάμενοι καί Ἐπίτροποι, στόν δέ ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ Γεροντία καί τό Ἡγουμενοσυμβούλιο.
Ἄν θέλουμε ὁ σύγχρονος Μοναχισμός νά φθάση στά μέτρα τῆς παλαιᾶς πατερικῆς πείρας, πρέπει οἱ πνευματικές κυρίως ἁρμοδιότητες τοῦ Ἡγουμένου νά εἶναι ἀδιαμφισβήτητες, ἐφ' ὅσον βεβαίως ὁ Ἡγούμενος εἶναι φορεύς τῆς πατερικῆς πείρας καί τῆς φιλοκαλικῆς παραδόσεως. Οἱ δέ Ἐπίτροποι, οἱ Προϊστάμενοι, ἡ Γεροντία καί τά Ἡγουμενοσυμβούλια, ἔστω καί ἄν εἶναι θεσμοθετημένα, νά παραμείνουν ὡς συμβουλευτικά ὄργανα τοῦ Ἡγουμένου, πού θά τόν βοηθοῦν στήν καλύτερη λειτουργία τῶν Μοναστηρίων καί ὄχι ὡς ἀνατρεπτικά τοιαῦτα πού θά ἐπιβάλλονται οἱ θελήσεις τῶν πολλῶν καί θά διαιροῦν μέ φατριασμούς καί ὁμαδοποιήσεις τήν συνοχή τῶν ἀδελφοτήτων.
Κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο "ὅπως οἱ γεννήτορες ἀγαποῦν τά τέκνα τους ὡς τά ὡραιότερα τοῦ κόσμου, ἔστω καί ἄν εἶναι τά πλέον κακόμορφα, ἔτσι καί οἱ γεννῶντες λόγους (δηλαδή ἰδίας γνώμας) ἔστω καί ἄν εἶναι πεπλανημένοι. Οἱ σοφοί ὅμως πού δέν ἔχουν ἐμπιστοσύνη στά αἰσθήματά τους, ἐρωτοῦν πάντοτε τούς σοφωτέρους τους". Κατά τήν παραπάνω γνώμη τοῦ Ἁγίου Μαξίμου ἐάν δέν ἀποκτήση κανείς τήν θεία σοφία μέ τήν πολυχρόνια ἄσκηση στήν μοναχική ζωή, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποφύγη τόν πειρασμό τοῦ νά θεωρῆ τήν γνώμη του ὡς τήν μοναδικά ὀρθή, ὁπότε "ζεῖ τῇ ἰδίᾳ φύσει", ὅπως λέει ἀλλοῦ, ἀδιαφορώντας γιά τήν συνοχή και τήν ἑνότητα τῆς Μονῆς.
Ἐπίλογος
Ὁ μοναχισμός ἀποτελεῖ σπανιώτατο ἐρημικό ἄνθος, ἀναπτυσσόμενο μόνον ἐκεῖ, ὅπου πνέει ὁ ζωήρρυτος ἄνεμος τῆς ἐλευθερίας. Ὁ μοναχός δεσμεύη ἑκουσίως τόν ἑαυτόν του διά βίου ὄχι μόνον διά τῆς τηρήσεως ὅλου τοῦ εὔρους τοῦ εὐαγγελικοῦ νόμου, ἀλλά καί πέραν τούτου, δι' ἀκτημοσύνης, ὑπακοῆς, παρθενίας, παρατεταμένων νηστειῶν, ἀγρυπνιῶν καί λοιπῶν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς κακουχιῶν καί δέν δύναται, ὅπως ἀνεχθῆ μικρολόγους πεζάς παρενοχλήσεις. Ὅπου δέ τοιαύται ὑφίστανται προτιμᾶ τήν ἐγκατάλειψιν τοῦ τόπου καί τῶν κόπων του, γιά νά κερδίση τήν φίλη σ' αὐτόν ἡσυχία.[25] Εἶναι χαρακτηριστικό ὄτι ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης ὁ ὁποῖος ἔκτισε τήν Μεγίστη Λαύρα στό Ἅγιον Ὄρος μέ τήν συνδρομή τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου Φωκᾶ, φρόντισε καί συμβούλευσε αὐτόν, ὥστε διά τῆς ἐκδόσεως ἱδρυτικοῦ χρυσοβούλλου του νά καταστήση αὐτήν "ἐλευθέραν εἶναι καί αὐτοδέσποτον". Ἑρμηνεύων δέ ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος τήν ἐνέργειά του αὐτή, σημειώνει : "δι' οὐδέν ἕτερον συμβεβουλεύκαμεν ἐκδεδόσθαι παρά τοῦ τρισμάκαρος βασιλέως, ἤ διά τό μή τήν Λαύραν ὑπό τινος ἑτέρου προσώπου ὑποπεσεῖν· μήτε πατριάρχου, μήτε ζακελλίου, μήτε . . . ἀλλ' εἶναι αὐτήν αὐτοδέσποτον καί αὐτεξούσιον"[26]
Ἐπίσης ὁ καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀρχιμ. Γεώργιος ἀναφέρει: "Οἱ ἔχοντες καί στοιχειώδη μοναχικήν πεῖραν γνωρίζουν ὅτι χωρίς ἐλευθερίαν καί μέ συνεχεῖς ἔξωθεν ἐπεμβάσεις οἱ μοναχοί δέν ἔχουν τήν ἠρεμίαν καί τήν ἀνάπαυσιν διά τήν ἀκώλυτον ἄσκησιν τῶν μοναχικῶν τους καθηκόντων καί τήν ἀπερίσπαστον ἐπίδοσίν των εἰς τήν προσευχήν. . . . Ὅταν κάποτε παρετήρησα εἰς φιλομόναχον πολιόν ἱεράρχην τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅτι οἱ μοναχοί τῆς ἐπαρχίας του εἶναι πλήρως ἀναπαυμένοι ἀπό τήν διακριτικήν ἀπέναντί των στάσιν του, μοῦ ἀπήντησεν ὡς ἐξῆς: Οἱ μοναχοί ἔχουν μεγάλο ἀγῶνα καί βιἀζουν - πιέζουν τόν ἑαυτόν των συνεχῶς (κατά τό βία φύσεως διηηνεκής). Δέν θά πρέπει καί ἐμεῖς οἱ ἐπίσκοποι νά προσθέτωμεν περισσότερον πίεσιν"[27].
Συμπερασματικά θέλουμε νά ἀναφέρουμε τά ἑξῆς: Τά ὀρθόδοξα Κοινόβια εἶναι οἱ μελισσῶνες ἐκεῖνοι ὅπου, μέ τήν ἀένναη, ἀνύστακτη, διακριτική καί ἔμπονη δραστηριότητα τῶν μελῶν τους, κατασκευάζουν τό θεῖο μέλι, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, τόν ὁποῖο ἡ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας μας, θέλει νά προέρχεται ἀπ' αὐτά -ὅπως λέει ἐπί παραδείγματι ὁ Ἅγιος Νικόδημος[28]: "οἱ μέλλοντες γενέσθαι Ἀρχιερεῖς ἐξελέγοντο ἀπό τῶν Μοναχῶν"-, μέχρι τόν τελευταῖο Μοναχό.
Ἀκολουθώντας μέ ἀκρίβεια τό ὑπόδειγμα τοῦ Θείου Λυτρωτοῦ, γίνονται οἰκεῖοι τῶν θείων δωρεῶν καί χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέ τό ὁποῖο θεραπεύουν τίς συνέπειες τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας καί προσφέρουν στόν κόσμο, δηλαδή στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς οἱ μυστικοί ἐκεῖνοι ἀδένες τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ, τήν ἁρμονία καί τήν χάρη πού καθαρίζει τήν καρδιά καί τήν ἑτοιμάζει γιά νά γίνη κατοικητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος.
[1] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ἄσκησις καί Θεωρία, σ. 48-52 καί Ἀρχιμ. Ζαχαρίου Ζάχαρου, Ἀναφορά στήν Θεολογία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, σ. 181-186.
[2] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[3] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, σ. 151 - 152.
[4] Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, Ἀναφορά στήν θεολογία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, σ. 185.
[5] Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τήν Α' πρός Τιμόθεον ἐπιστολή, τ. 3, σελ. 153-154.
[6] Α' Τιμ. 1, 9.
[7] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, σ. 108-109.
[8] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 206.
[9] Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 33, PG 151, 461D-417A.
[10] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, σ. 152.
[11] Ἰωαν. 10, 11.
[12] Ἰωαν. 10, 17.
[13] Βλάσιος Φειδᾶς, Κανονικὀ σημείωμα, 19.8.2000.
[14] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[15] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[16] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[17] Γ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων, τ. Β', σ. 40-41.
[18] Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, Τά σωζόμενα Ἐκκλησιαστικά συγγράμματα, Ἀθῆναι 1824, σ. 232.
[19] Ἔνθ. ἀνωτ. σ. 232.
[20] Ἔνθ. ἀνωτ. σ. 233.
[21] Ἔνθ. ἀνωτ. σ. 265.
[22] Βλάσιος Φειδᾶς, Κανονικὀ σημείωμα, 19.8.2000.
[23] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[24] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[25] Τό καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω, σ. 19.
[26] Ἔνθα ἀνωτέρω, σ.20-21 καί Meyer, Haupturkunden σ. 107 καί 109.
[27] Τό καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω, σ. 134.
[28] Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον, προοίμιον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου