Κύριε μου, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Τά ἐκκλησιαστικά λειτουργήματα ἐν τῷ κοινοβίω

(Κα­νο­νι­κά δι­και­ώ­μα­τα καί ὑ­πο­χρε­ώ­σεις, Ἐ­πι­σκό­που, Ἡ­γου­μέ­νου, Προϊ­στα­μέ­νων καί Μο­να­χῶν)
Ἀρχιμανδρίτου Μαξίμου, Καθηγουμένου Ἱ. Μ. Ἁγ. Διονυσίου ἐν Ὀλύμπῳ
Ὁ μο­να­χι­κός βί­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­πό τούς πρώ­τους αἰ­ῶ­νες ὑ­πῆρ­χε στά σπλάγ­χνα τῆς Ἑκ­κ­λη­σί­ας, ὡς μι­ά ἐν­δι­ά­θε­τη ἀ­σκη­τι­κή πνευ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας, ἀ­πο­δει­κνύ­ει τήν μο­να­δι­κή ἀ­ξί­α τῆς ἀ­έν­να­ης ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Θε­ό.
Στίς ἀρ­χές τοῦ τε­τάρ­του αἰ­ῶ­νος, μέ τήν δι­είσ­δυ­ση στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας στοι­χεί­ων ἀμ­φι­βό­λου χρι­στι­α­νι­κῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τος, ὁ μο­να­χι­κός βί­ος ὀρ­γα­νώ­θη­κε στίς ἐ­ρή­μους, κα­τ' ἀρ­χήν τῆς Αἰ­γύ­πτου, ἐν συ­νε­χεί­ᾳ τῆς Πα­λαι­στί­νης καί σέ ἄλ­λα μέ­ρη τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, συ­στη­μα­το­ποι­η­μέ­νος σέ κοι­νό­βι­α καί σκῆ­τες πού ζοῦ­σαν μα­κράν τῆς ἐ­πι­δρά­σε­ως τῆς κο­σμι­κῆς νο­ο­τρο­πί­ας, καί δι­α­τη­ρώ­ντας τήν χα­ρι­σμα­τι­κή πλευ­ρά τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῶν τρι­ῶν πρώ­των αἰ­ώ­νων μέ τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή καί τίς ποι­κῖ­λες μορ­φές ἀ­σκη­τι­κῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τος.

Ὁ Μο­να­χι­σμός.
Ὁ Μο­να­χι­σμός ὑ­περ­βαί­νει τά ὅ­ρι­α μι­ᾶς φυ­σι­κῆς ζω­ῆς. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀγ­γε­λι­κό πο­λί­τευ­μα ἐ­πί τῆς γῆς. Εἶ­ναι χῶ­ρος μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­βάλ­λο­νται ὅ­λα τά τρα­γι­κά ἐ­πα­κό­λου­θα τῆς πτώ­σε­ως καί ἐ­πα­νέρ­χο­νται τά θεῖ­α στη­ρί­γμα­τα πού εἶ­χε πά­ρει ἐξ ἀρ­χῆς ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πό τόν ζω­ο­δό­τη Θε­ό.
Ὁ ἄν­θρω­πος πού ἀ­κο­λου­θεῖ τόν μο­να­χι­κό βί­ο τό πρῶ­το πού προ­σπα­θεῖ νά ἀ­πο­βά­λη εἶ­ναι ἡ πε­ποί­θη­ση στήν λο­γι­κή του κρί­ση καί τό ἴ­δι­ον θέ­λη­μά του, δι­ά τοῦ ὁ­ποί­ου εἰ­σέρ­χε­ται στήν ἐ­ω­σφο­ρι­κή πλά­νη τῆς αὐ­το­θε­ώ­σε­ως. Τό δεύ­τε­ρο πού προ­σπα­θῆ νά ἀ­πο­βά­λη εἶ­ναι ἡ ζω­ή τῶν ἡ­δο­νῶν τῶν αἰ­σθή­σε­ων, δι­ά τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρα­τεί­νει τήν ζω­ή στόν θά­να­το. Τό τρί­το πού προ­σπα­θεῖ νά ἀ­πο­βά­λη εἶ­ναι ἡ προ­σπά­θει­α νά ἀ­πο­κτή­ση τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, τά ὁ­ποῖ­α σκο­τί­ζουν τόν νοῦ καί πε­τρώ­νουν τήν καρ­δι­ά. Ὁ Μο­να­χός δέν ἔ­χει κα­νο­νι­κά λει­τουρ­γή­μα­τα, ἀλ­λά στο­χεύ­ει στήν ἄρ­ση αὐ­τῶν τῶν τρι­ῶν ἀλ­λο­τρι­ώ­σε­ων καί στό νά ἀ­πο­κα­τα­στή­ση τόν ἄν­θρω­πο στόν ἀ­πλα­νῆ τρό­πο ζω­ῆς. Ἔ­τσι μέ τίς τρεῖς μο­να­χι­κές ἀ­ρε­τές: τήν ὑ­πα­κο­ή, τήν παρ­θε­νί­α, τήν ἀ­κτη­μο­σύ­νη, γί­νε­ται μέ­το­χος τοῦ νέ­ου Ἀ­δάμ, τοῦ Χρι­στοῦ, πού ἐ­γκαι­νί­α­σε ἕ­να τρό­πο ζω­ῆς πού ξε­περ­νᾶ τά πτω­τι­κά καί φυ­σι­κά ὅ­ρι­α τῆς ζω­ῆς.
Μέ τήν σω­φρο­σύ­νη ἀ­πο­κτᾶ τήν ὑ­ψη­λό­τε­ρη μορ­φή τῆς παρ­θε­νί­ας πού ἑ­δρά­ζε­ται στήν ὑ­πα­κο­ή καί δέν ἀ­πο­κτᾶ­ται ἐ­π' οὐ­δε­νί λό­γῳ χω­ρίς αὐ­τή. Γί­νε­ται μι­μη­τής τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος δέν στή­ρι­ξε τήν ζω­ή του σέ φυ­σι­κή συγ­γέ­νει­α τῶν αἱ­μά­των, ἀλ­λά προ­σέ­φε­ρε τόν Ἑ­αυ­τό Του ὁ­λό­κλη­ρο "ὡς οἶ­κο τοῦ Πα­τρός Του". Ἀ­πο­κτώ­ντας τήν πνευ­μα­τι­κή παρ­θε­νί­α, δη­λα­δή τήν κα­θα­ρό­τη­τα τοῦ νοῦ ἀ­πό ἀ­κά­θαρ­τα νο­ή­μα­τα, τοῦ λο­γι­κοῦ ἀ­πό ἀ­κά­θαρ­τους λο­γι­σμούς, ἑλ­κύ­ε­ται μέ ἄ­σβε­στη δί­ψα πρός τόν Θε­ό προ­σφέ­ρο­ντας τόν ἑ­αυ­τό του θυ­σί­α ζῶ­σα. Ὁ­πό­τε εἰ­σερ­χο­μέ­νης τῆς χά­ρι­τος ἐ­ντός του βα­θμη­δόν "δι­α­λύ­ει τούς δερ­μά­τι­νους χι­τῶ­νας καί χα­ρί­ζει στόν Μο­να­χό τήν ἀ­σά­λευ­τη βα­σι­λεί­α τῶν ὑ­πο­στα­τι­κῶν καί τε­τε­λει­ω­μέ­νων πνευ­μά­των".

Μέ τήν ἀ­κτη­μο­σύ­νη σάν φυ­σι­κή συ­νέ­πει­α καί συ­μπλή­ρω­ση τῆς ὑ­πα­κο­ῆς καί τῆς παρ­θε­νί­ας, ἀ­πο­κτᾶ τήν κα­θα­ρά προ­σευ­χή. "Ζη­τᾶ πρῶ­τον τήν βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν, μή με­ρι­μνῶν εἰς τήν αὔ­ρι­ον" καί θε­ρα­πεύ­ει τήν ἀλ­λο­τρί­ω­ση πού προ­κα­λεῖ ἡ φι­λο­κτη­μο­σύ­νη καί πλου­τί­ζει εἰς Θε­όν. Γί­νε­ται "ὁ μη­δέν ἔ­χων καί τά πά­ντα κα­τέ­χων".
Ὁ πρῶ­τος ὅ­ρος ὅ­μως καί ἡ βά­ση τοῦ μο­να­χι­σμοῦ εἶ­ναι ἡ ὑ­πα­κο­ή. Μέ τήν ὑ­πα­κο­ή ὁ μο­να­χός ἐ­πι­μέ­νει στόν γε­νι­κό κα­νό­να τῆς μο­να­χι­κῆς ἀ­σκή­σε­ως "μή ἐ­μπι­στεύ­ου εἰς σε­αὐ­τόν". Κα­τα­φεύ­γει καί ρω­τᾶ τόν πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα καί ὑ­περ­νι­κᾶ τόν πει­ρα­σμό τοῦ δι­ψύ­χου ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­παμ­φο­τε­ρί­ζει στήν ἀ­νεύ­ρε­ση στα­θε­ρῆς ὁ­δοῦ τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς. Μέ αὐ­τή ἀ­πο­κτᾶ τήν γνώ­ση τοῦ θεί­ου θε­λή­μα­τος καί ἱ­κα­νοῦ­ται νά δι­α­κρί­νη τά νο­ή­μα­τα τοῦ ἐ­χθροῦ. Γι­ά νά ἐ­ξα­σκη­θῆ πα­τε­ρι­κῶς ἡ ὑ­πα­κο­ή, ἀ­πα­ραί­τη­τη προϋ­πό­θε­ση εἶ­ναι νά γί­νε­ται μέ τήν ἑ­κού­σι­α συ­γκα­τά­θε­ση τοῦ ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ καί ὄ­χι μέ τήν ἐ­ξου­σι­α­στι­κή ἐ­πι­βο­λή τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πέ­χει πο­λύ ἀ­πό τήν ἀ­λη­θι­νή βί­ω­ση τῆς ὑ­πα­κο­ῆς.
Μέ τήν ὑ­πα­κο­ή στό θέ­λη­μα τοῦ Γέ­ρο­ντός του ὁ Μο­να­χός μα­θαί­νει πῶς νά ὑ­πα­κού­η στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ὑ­περ­βαί­νει τό τεῖ­χος τῆς ἀ­το­μι­κό­τη­τός του, ἀ­πο­κτᾶ ἁρ­μο­νι­κά τήν τέ­λει­α ἀ­γά­πη στόν Θε­ό καί τούς ἀν­θρώ­πους, δι­ευ­ρύ­νε­ται ἡ καρ­δι­ά του ὥ­στε νά χω­ρά­η ὅ­λο τόν κό­σμο, τόν ὁ­ποῖ­ο ἐν συ­νε­χεί­ᾳ τόν ἀ­γκα­λι­ά­ζει μέ τήν προ­σευ­χή του. Κα­θί­στα­ται ἔ­τσι ἡ ὑ­πα­κο­ή μυ­στή­ρι­ο τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας. Κα­νέ­νας νό­μος ἤ κα­νό­νας δέν ἰ­σχύ­ει καί δέν ἐ­νερ­γεῖ πά­νω ἀ­πό αὐ­τό τό μυ­στή­ρι­ο καί οἱ ἐ­ξα­σκοῦ­ντες αὐ­τό ἀ­πο­κτοῦν ἀ­λη­θι­νή πα­γκο­σμι­ό­τη­τα, ἀ­πο­δε­σμεύ­ο­νται ἀ­πό ὅ­λα τά κτι­στά καί φθά­νουν στήν κα­θα­ρό­τη­τα τοῦ νοῦ[1]. Ὁ π. Σω­φρό­νι­ος ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ὁ Μο­να­χός μέ τήν ὑ­πα­κο­ή ἀ­πο­κτᾶ τήν κα­θα­ρό­τη­τα τοῦ νοῦ μέ τήν ὁ­ποί­α γί­νε­ται μέ­το­χος τῶν ἐ­νερ­γει­ῶν τῆς τρι­ση­λί­ου Θε­ό­τη­τος[2]. Ἡ δέ τε­λει­ό­τε­ρη μορ­φή τῆς ὑ­πα­κο­ῆς φα­νε­ρώ­νε­ται -ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ἀλ­λοῦ- "ὅ­ταν τό πνεῦ­μα του ἄ­γε­ται ἀ­πό τήν ἐ­ντο­λή τῆς μεί­ζο­νος ἀ­γά­πης τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ­πό­τε ἀ­πο­κτᾶ τό χά­ρι­σμα τῆς θε­ο­λο­γί­ας καί γί­νε­ται δε­κτι­κός ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ων".
Ὅ­λα τά ἀ­νω­τέ­ρω ἰ­σχύ­ουν γι­ά ὅ­λες τίς τά­ξεις τῶν μο­να­χῶν δη­λα­δή τούς Ἐ­πι­σκό­πους, Ἡ­γου­μέ­νους, Προϊ­στα­μέ­νους καί ἁ­πλούς μο­να­χούς.

Ἀ­πώ­λει­α τῆς ἀ­λη­θι­νῆς ὑ­πα­κο­ῆς - πει­θαρ­χί­α
Κα­τά τόν π. Σω­φρό­νι­ο Σα­χά­ρωφ "ἡ ἀ­πώ­λει­α τῆς ὀρ­θο­δό­ξου θε­ο­λο­γί­ας πε­ρί Προ­σώ­που - Ὑ­πο­στά­σε­ως ἀ­φεύ­κτως θά ὁ­δη­γή­σῃ εἰς τήν ἀ­πό­δο­σιν πρω­τεί­ου εἰς τό "γε­νι­κόν" ἐ­πί τοῦ "με­ρι­κοῦ", εἰς τήν ἀ­να­ζή­τη­σιν "ὑ­πέρ-προ­σω­πι­κῆς (τι­νος) ἀρ­χῆς". Ἡ ὑ­πα­κο­ή θά ἀ­παι­τῆ­ται ἤ­δη οὐ­χί ἐν σχέ­σει πρός τόν ἄν­θρω­πον - πρό­σω­πον, ἀλ­λά πρός τόν "Κα­νό­να", τόν "Νό­μον", τό "Τυ­πι­κόν", τήν "Δι­οί­κη­σιν", τόν "Θε­σμόν" κ.τ.τ." μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά χα­θῆ ἡ ὑ­ψί­στη ἔν­νοι­α τῆς ὑ­πα­κο­ῆς, ἡ πε­ρι­κλει­ο­μέ­νη εἰς τάς εὐ­αγ­γε­λι­κάς ἐ­ντο­λάς, καί εἰς τήν θέ­σιν αὐ­τῆς νά εἰ­σέλ­θη ἡ "πει­θαρ­χί­α". "Καί ἡ τε­λευ­ταί­α αὕ­τη εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτος μέν εἰς τήν ἀ­πό κοι­νοῦ ζω­ήν τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά μό­νον μέ­χρι ὡ­ρι­σμέ­νου ὁ­ρί­ου. Ἡ ἀ­πώ­λει­α τῆς "προ­σω­πι­κῆς" χρι­στι­α­νι­κῆς ὑ­πα­κο­ῆς θά μεί­νῃ ἄ­νευ ἀ­ντα­μοι­βῆς, πα­ρά τάς τυ­χόν ἐ­ξω­τε­ρι­κάς ἐ­πι­τυ­χί­ας τοῦ "ὀρ­γα­νι­σμοῦ". Τήν πρα­γμα­το­ποί­η­σιν τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ ἐν τῇ ἱ­στο­ρί­ᾳ δέν πρέ­πει νά βλέ­πῃ τις . . . εἰς τήν ἐ­πί­τευ­ξιν ἁρ­μο­νι­κῆς δι­αρ­θρώ­σε­ως τοῦ "ὅ­λου". Ὑ­ψη­λό­τε­ρον καί τε­λει­ό­τε­ρον πα­ντός εἶ­ναι ἡ ἀ­νύ­ψω­σις τῶν πι­στῶν εἰς "μέ­τρον ἡ­λι­κί­ας τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ" (Ἐ­φεσ. δ' 13) "[3]

Ἀ­πό τά πα­ρα­πά­νω γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅ­τι ἡ ὑ­πα­κο­ή δι­α­φέ­ρει ἀ­πό τήν πει­θαρ­χί­α, καί ὑ­πε­ρέ­χει ἀ­πό αὐ­τήν, ὅ­σο ὁ οὐ­ρα­νός ἀ­πό τή γῆ. Ἡ πει­θαρ­χί­α προ­βάλ­λει τό "γε­νι­κό" ἀ­ντί τοῦ "με­ρι­κοῦ", ἤ τήν πλει­ο­νό­τη­τα ἀ­ντί τοῦ ἀ­τό­μου. Ἀ­ντί­θε­τα ἡ ὑ­πα­κο­ή ἐ­ξαί­ρει τόν ἄν­θρω­πο ὡς πρό­σω­πο. Ἡ ὑ­πα­κο­ή εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη πρά­ξη πί­στε­ως στόν Θε­ό καί πρα­γμα­το­ποι­εῖ­ται πά­ντο­τε στό ὄ­νο­μά Του, ἑ­πο­μέ­νως δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἐ­πι­βλη­θεῖ δι­ά τῆς βί­ας γι­ά νά ἐ­πι­τευ­χθεῖ μι­ά ἐ­ξω­τε­ρι­κή εὐ­τα­ξί­α, ἔ­στω καί ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κή εὐ­τα­ξί­α. Ἄν δι­α­ταρ­ρα­χθῆ ἡ ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κή εὐ­τα­ξί­α μπο­ρεῖ νά ἀ­παι­τη­θῆ ἡ πει­θαρ­χί­α σέ κά­ποι­ον "θε­σμό", "τυ­πι­κό", "κα­νό­να" κ.λ.π. ἀλ­λά θά πρέ­πει νά γί­νει σα­φές ὅ­τι αὐ­τή ἡ ἀ­παί­τη­ση γι­ά πει­θαρ­χί­α πόρ­ρω ἀ­πέ­χει ἀ­πό τήν πρα­γμα­τι­κή ὑ­πα­κο­ή ἀ­φοῦ ἄλ­λο εἶ­ναι ἡ ὑ­πα­κο­ή καί ἄλ­λο ἡ πει­θαρ­χί­α, ἄλ­λο ἡ ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κή εὐ­τα­ξί­α καί ἄλ­λο ἡ πνευ­μα­τι­κή τε­λει­ό­τη­τα ἐ­νῶ συγ­χρό­νως μέ τόν τρό­πο αὐ­τό ὑ­πο­βι­βά­ζε­ται ἡ πνευ­μα­τι­κή ζω­ή σέ ἕ­να ἐ­ξω­τε­ρι­κό "ἠ­θι­κό" ἐ­πί­πε­δο εὑ­ρι­σκό­με­νο πο­λύ χα­μη­λώ­τε­ρα ἀ­πό τήν δο­θεῖ­σα σέ ἐ­μᾶς Ἀ­πο­κά­λυ­ψη[4].
Ἄλ­λω­στε καί οἱ κα­νό­νες τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας ἀ­πο­τε­λοῦν τά δι­ορ­θω­τι­κά ἐ­κεῖ­να μέ­τρα μέ τά ὁ­ποῖ­α ἡ Ἐκ­κ­λη­σί­α, ἐκ­φρα­ζο­μέ­νη δι­ά τῶν Συ­νό­δων, προ­σπα­θεῖ νά θε­ρα­πεύ­σει τίς πα­ρε­κτρο­πές πού ση­μει­ώ­νο­νται στό σῶ­μα της. Ὅ­πως δη­λα­δή ὁ ἰ­α­τρός δέν ἔ­γι­νε γι­ά νά ἱ­α­τρεύ­σει τόν ὑ­γι­ῆ, ἀλ­λά γι­ά νά ἱ­α­τρεύ­σει τόν ἀ­σθε­νῆ καί πλη­γω­μέ­νο, οὔ­τε τό χα­λι­νά­ρι ἔ­γι­νε γι­ά τό ἥ­με­ρο καί τα­κτι­κό καί ὑ­πο­τασ­σό­με­νο ἄ­λο­γο, γι­α­τί ἐ­κεῖ­νο καί χω­ρίς χα­λι­νά­ρι ὀρ­θο­πο­δεῖ, ἀλ­λά ἔ­γι­νε γι­ά τό ἄ­γρι­ο καί ἄ­τα­κτο καί ἀ­νυ­πό­τα­κτο ἄ­λο­γο, ἔ­τσι καί οἱ κα­νό­νες καί ὁ νό­μος δέν ἐ­δό­θη­σαν γι­ά τούς ὑ­γι­εῖς καί εὐ­τά­κτους δι­καί­ους, ἀλ­λά γι­ά τούς ἀ­σθε­νεῖς καί ἀ­τά­κτους ἁ­μαρ­τω­λούς[5], δι­ό­τι καί κα­τά τόν Ἀ­πό­στο­λο "δι­καί­ῳ νό­μος οὐ κεῖ­ται"[6].
Στήν Ὀρ­θό­δο­ξο Ἐκ­κ­λη­σί­α μας "ἡ Ἱ­ε­ρά Πα­ρά­δο­σις ὡς ἡ αἰ­ω­νί­α καί ἀ­με­τά­βλη­τος πα­ρα­μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἐν τῇ Ἐκ­κ­λη­σί­ᾳ εἶ­ναι τό πλε­όν βα­θύ θε­μέ­λι­ον τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως Αὐ­τῆς. Δι­ά τοῦ­το ἡ Πα­ρά­δο­σις πε­ρι­λαμ­βά­νει ἐν ἐ­αυ­τῇ ἅ­πα­σαν τήν ζω­ήν τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας,το­σοῦ­τον ὥ­στε καί αὐ­τή ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή νά ἐμ­φα­νί­ζη­ται μό­νον ὡς μί­α τῶν μορ­φῶν αὐ­τῆς . . . Ἀ­πο­με­μο­νω­μέ­νη ἐκ τοῦ ρεύ­μα­τος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Πα­ρα­δό­σε­ως ἡ Γρα­φή δέν δύ­να­ται νά κα­τα­νο­η­θῆ δε­ό­ντως δι­' οὐ­δε­μι­ᾶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς ἐ­ρεύ­νης"[7]. Τό ἴ­δι­ο πολ­λῶ μᾶλ­λον ἰ­σχύ­ει καί γι­ά τούς κα­νό­νες τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι μπο­ροῦν νά κα­τα­νο­η­θοῦν καί νά ἑρ­μη­νευ­θοῦν δε­ό­ντως μό­νο ἀ­πό ἀν­θρώ­πους πού βι­ώ­νουν τήν ὀρ­θό­δο­ξο πα­ρά­δο­ση. Δέν θά πρέ­πει δη­λα­δή νά ξε­χνοῦ­με ὅ­τι "πᾶ­σαι αἱ . . .προ­σπά­θει­αι ἡ­μῶν οὐ­δό­λως ἐ­παρ­κοῦν πρός σω­τη­ρί­αν"[8] καί νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅ­τι "τοῦ Θε­οῦ δέ μή ἐ­νερ­γοῦ­ντος ἐν ἡ­μῖν, ἁ­μαρ­τί­α πᾶν τό πα­ρ' ἡ­μῶν γι­νό­με­νον"[9]. Μέ­σα στό ἀ­νω­τέ­ρω πλαί­σι­ο πρέ­πει νά το­πο­θε­τη­θοῦν καί οἱ γε­νι­κώ­τε­ρες σχέ­σεις με­τα­ξύ μο­να­χῶν καί ἐ­πι­σκό­πων.

Οἱ ἐ­πί­σκο­ποι καί οἱ μο­να­χοί στίς με­τα­ξύ τους σχέ­σεις θά πρέ­πει νά ἔ­χουν σάν πρώ­τυ­πο τόν ἴ­δι­ο τόν Κύ­ρι­ο ὁ Ὁ­ποῖ­ος δέν ἔ­σω­σε τόν κό­σμο μέ τήν πα­ντο­δυ­να­μί­α Του, πού εἶ­χε τήν δυ­να­τό­τη­τα νά τό κά­νει, ἀλ­λά μέ τήν θυ­σι­α­στι­κή ἀ­γά­πη πού τόν ἀ­νέ­βα­σε στό Σταυ­ρό καί τέ­τοι­ον τύ­πο καί ὑ­πο­γραμ­μό ἄ­φη­σε στούς ἀν­θρώ­πους, τούς ὑ­πο­τα­κτι­κούς του θά λέ­γα­με, καί ἔ­τσι τούς ἥλ­κυ­σε πρός τόν ἑ­αυ­τό του καί ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε τήν Ἐκ­κ­λη­σί­α Του καί ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ συ­μπε­ρι­φο­ρά του αὐ­τή τήν βα­σι­κή δύ­να­μη συ­νο­χῆς τοῦ Σώ­μα­τός του. Πρέ­πει νά κα­τα­λά­βου­με ὅ­λοι, ὅ­τι ἡ ση­με­ρι­νή ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κή μας ζω­ή πε­ρι­στρέ­φε­ται πά­νω στό ἐ­πί­πε­δο τῶν ἠ­θι­κῶν ἐν­νοι­ῶν καί ἀ­ξι­ῶν "κει­μέ­νων", κα­τά τόν π. Σω­φρό­νι­ο, "κα­τω­τέ­ρω τῶν δι­α­στά­σε­ων τῆς δο­θεί­σης ε­ἰς ἡ­μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως"[10].
Τό "Ἐ­γώ εἰ­μί ὁ ποι­μήν ὁ κα­λός . . . καί τήν ψυ­χήν μου τί­θη­μι ὑ­πέρ τῶν προ­βά­των»[11] ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν τρό­πο πού μᾶς ἀ­ντι­με­τω­πί­ζει ὁ Χρι­στός ὡς Θε­ός, ὄ­χι ἐ­ξου­σι­α­στι­κά ἀλ­λά ἀ­γα­πη­τι­κά, θυ­σι­α­στι­κά. Καί τό «Δι­ά τοῦ­το ὁ Πα­τήρ μέ ἀ­γα­πᾶ, ὅ­τι ἐ­γώ τί­θη­μι τήν ψυ­χήν μου, ἵ­να πά­λιν λά­βω αὐ­τήν[12]» ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν τρό­πο πού ἀ­ντι­με­τω­πί­ζει ὁ Χρι­στός τόν Πα­τέ­ρα Του ὡς ἄν­θρω­πος, πά­λι δη­λα­δή θυ­σι­α­στι­κά. Δέν θά λά­βη κα­νείς τήν ἐν Χρι­στῷ κυ­ρι­αρ­χί­α, ὅ­ποι­α ἀ­ξι­ώ­μα­τα καί ἄν κα­τέ­χη, ἄν δέν ἀ­κο­λου­θή­ση ὅ­λη τήν δι­α­δρο­μή πού ἀ­κο­λού­θη­σε ὁ Χρι­στός, κυ­ρί­ως τήν κα­τά­βα­σή Του ἕ­ως τόν Ἅ­δη.
Ἡ ἰ­δα­νι­κή αὐ­τή σχέ­ση ὅ­μως δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἐ­πι­τευ­χθεῖ πολ­λές στήν πρά­ξη καί λό­γω ἀ­δυ­να­μι­ῶν καί τῶν δύ­ο πλευ­ρῶν ἀλ­λά καί λό­γω ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων, πα­ρεμ­βά­σε­ων καί ἐ­πι­δρά­σε­ων.
Εἰ­δι­κώ­τε­ρα ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τοῦ βί­ου πού ἐ­πε­τύγ­χα­ναν οἱ Μο­να­χοί μέ τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τήν πη­γή πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­κτι­νο­βο­λί­ας ὄ­χι μό­νον στίς το­πι­κές, ἀλ­λά καί στήν οἰ­κου­με­νι­κή Ἐκ­κ­λη­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ὥ­στε νά γί­νο­νται ἀ­φορ­μή τῶν ἐ­γκω­μί­ων τῶν ἀν­θρώ­πων καί μι­μή­σε­ως τοῦ βί­ου τους. Ἡ ἐ­ντυ­πω­σι­α­κή αὐ­τή ἀ­πή­χη­ση στό πλή­ρω­μα τῆς Ἑκ­κ­λη­σί­ας "κα­τέ­στη­σε ἀ­να­γκαί­α καί τήν ἐ­πί­ση­μη ἔκ­φρα­ση τῆς ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κῆς συ­νει­δή­σε­ως γι­ά τήν ὀρ­γα­νι­κή ἔ­ντα­ξη τῶν ποι­κί­λων ἀ­γω­νι­σμά­των τοῦ Μο­να­χι­σμοῦ στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή τῆς το­πι­κῆς Ἑκ­κ­λη­σί­ας"[13]. Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τῆς τῆς ἐ­ντά­ξε­ως προ­κά­λε­σε πολ­λές φο­ρές, ἀ­νά­με­σα στούς μο­να­χούς καί τόν ἐ­πι­χώ­ρι­ο Ἐ­πί­σκο­πο τῆς το­πι­κῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας, τρι­βές, κυ­ρί­ως δέ γι­α­τί ἡ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τους στούς πι­στούς ἦλ­θε σέ ἀ­ντι­πα­ρά­θε­ση μέ τήν ποι­μα­ντι­κή δρά­ση τοῦ ἐ­πι­χω­ρί­ου Ἑ­πι­σκό­που καί τοῦ ἱ­ε­ρα­τεί­ου του. "Οἱ κα­νό­νες τῆς ἐν Γάγ­γ­ρᾳ Συ­νό­δου (μέ­σα Δ' αἰ.) πε­ρι­γρά­φουν με­ρι­κές ἀ­κραῖ­ες μορ­φές τῶν προ­στρι­βῶν αὐ­τῶν οἱ ὁ­ποῖ­ες δέν εἶ­ναι ἄ­γνω­στες καί στήν ἐ­πο­χή μας"[14].
Κατά τόν καθηγητή κ. Φειδᾶ, ἡ δι­α­φο­ρά κυ­ρί­ως τῶν δύ­ο αὐ­τῶν θε­σμῶν ἐ­πι­κε­ντρώ­νε­το στήν ἐ­πι­θυ­μί­α τῶν Μο­να­χῶν ἀ­φ' ἑ­νός νά ἐ­ξα­σφα­λί­σουν τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή τους ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α καί ἀ­φ' ἑ­τέ­ρου στήν εὔ­λο­γη ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Ἐ­πι­σκό­που νά ἐ­ντά­ξη στήν ἐ­πι­σκο­πι­κή του δι­και­ο­δο­σί­α τά Μο­να­στή­ρι­α. Γι­ά τήν γε­φύ­ρω­ση αὐ­τῶν τῶν ἑ­τε­ρο­κλή­των ἐ­πι­θυ­μι­ῶν ἡ Ἐκ­κ­λη­σί­α μέ εἰ­δι­κούς κα­νό­νες της κα­θώ­ρι­σε τά πλαί­σι­α μέ­σα στά ὁ­ποῖ­α ὁ κά­θε θε­σμός θά δι­α­τη­ρῆ καί τίς ἀ­να­γκαῖ­ες προϋ­πο­θέ­σεις πρα­γμα­τώ­σε­ως τοῦ σκο­ποῦ του καί τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ σώ­μα­τος τῆς Ἑκ­κ­λη­σί­ας. "Ἡ Δ' Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος (451) κα­θώ­ρι­σε στόν δ' κα­νό­να της τά κα­νο­νι­κά ὅ­ρι­α δι­α­κρί­σε­ως τῶν ἑ­τε­ρο­κέ­ντρων ἐ­πι­θυ­μι­ῶν[15]". Ἔ­τσι οἱ μέν μο­να­χοί ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τήν πλή­ρη ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α τους ἐ­ντός τῶν ὁ­ρί­ων πού δροῦν πνευ­μα­τι­κά, δη­λα­δή τῶν Μο­να­στη­ρί­ων τους, ἀ­πο­φεύ­γο­ντας νά δη­μι­ουρ­γοῦν προ­σκόμ­μα­τα μέ τήν δρά­ση τους στήν το­πι­κή Ἐκ­κ­λη­σί­α, ὁ δέ ἐ­πι­χώ­ρι­ος Ἐ­πί­σκο­πος ἀ­πο­κτᾶ τό δι­καί­ω­μα νά ἐ­γκρί­νη τήν ἵ­δρυ­ση τῶν Μο­να­στη­ρί­ων, ἄ­νευ τῆς ὁ­ποί­ας ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἡ πῆ­ξις μο­να­στι­κῶν ἀ­δελ­φο­τή­των καί νά ἐ­λέγ­χη τήν δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τῶν μο­να­χῶν ἐ­κτός τῶν Μο­να­στη­ρί­ων τους.
Αὐ­τή ἡ κα­νο­νι­κή ρύ­θμι­ση τοῦ κα­νό­νος πού ἀ­φο­ρᾶ τήν σχέ­ση τοῦ Ἐ­πι­σκό­που μέ τά Μο­να­στή­ρι­α τῆς πε­ρι­φέ­ρει­άς του, ἀ­πε­τέ­λε­σε "τήν κα­τα­στα­τι­κή βά­ση τῆς με­τα­γε­νέ­στε­ρης κα­νο­νι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως (κα­νό­νες μ'-μ­θ' τῆς πεν­θέ­κτης, ι­ζ' καί κ' τῆς Ζ' Οἰκ. Συ­νό­δου, α­'-ζ' τῆς ἐν Κων/λει πρω­το­δευ­τέ­ρας Συ­νό­δου κ.λ­π.)"[16]. Στήν πρά­ξη πα­ρα­τη­ρή­θη­σαν καί ἄλ­λες μορ­φές Μο­νῶν, ὅ­πως οἱ Βα­σι­λι­κές - Αὐ­το­κρα­το­ρι­κές Μο­νές, οἱ Αὐ­το­δέ­σπο­τες Μο­νές, οἱ Σταυ­ρο­πη­γι­α­κές Μο­νές κ.λ.π.. Τήν ἵ­δρυ­ση καί τήν κα­νο­νι­κή ὑ­πό­στα­ση τῶν Σταυ­ρο­πη­γι­α­κῶν Μο­νῶν,πα­ρά τόν γε­νό­με­νο γογ­γυ­σμό τῶν ἐ­πι­χω­ρί­ων ἐ­πι­σκό­πων, ἡ Με­γά­λη Ἐκ­κ­λη­σί­α ἐ­νο­μι­μο­ποί­η­σε "δι­α τῆς μα­κρᾶς ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κῆς ἀ­γρά­φου συ­νη­θεί­ας, τῆς ἀ­ντί κα­νό­νων κρα­τη­σά­σης ἐξ ἀ­μνη­μο­νεύ­των χρό­νων καί μέ­χρι τοῦ νῦν"ὅ­πως ἑρ­μη­νεύ­σει ὁ Βαλ­σα­μών.[17]

Ὑ­πό τό πνεῦ­μα αὐ­τό τά Μο­να­στή­ρι­α ἀ­πο­λαμ­βά­νουν πά­ντα τήν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α τοῦ μο­να­στι­κοῦ τους βί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θο­ρί­ζε­ται μέ­σα στά πλαί­σι­α αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­δό­σε­ως ἀ­πό ἰ­δι­αί­τε­ρο μο­να­στη­ρι­α­κό τυ­πι­κό. Τό τυ­πι­κό ἐ­πί πα­ρα­δεί­γμα­τι τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς τοῦ Στου­δί­ου ἀ­πε­τέ­λε­σε ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το πρό­τυ­πο τῆς κα­νο­νι­κῆς μο­να­χι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως ἐ­φαρ­μο­ζό­με­νο στήν πρά­ξη, μέ τό νά δι­α­κρί­νη ἀ­φ' ἑ­νός τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή αὐ­το­τέ­λει­α τοῦ Μο­να­χι­σμοῦ καί ἀ­φ' ἑ­τέ­ρου τήν κα­νο­νι­κή "πρό­νοι­α" τοῦ Ἐ­πι­σκό­που.
Τά κύ­ρι­α στοι­χεῖ­α τῆς ποι­μα­ντι­κῆς πρό­νοι­ας τοῦ Ἐ­πι­σκό­που, πού εἶ­ναι καί τά οὐ­σι­α­στι­κά ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κά λει­τουρ­γή­μα­τα, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τίς Ἱ­ε­ρές Μο­νές, εἶ­ναι: α) ἡ πα­ρα­κο­λού­θη­ση στό νά μέ­νουν οἱ μο­να­χοί στά πλαί­σι­α τῆς ὀρ­θο­δό­ξου πα­ρα­δό­σε­ως, β) νά τη­ροῦν τίς κα­νο­νι­κές καί λει­τουρ­γι­κές πρά­ξεις, γ) νά σέ­βω­νται τίς κα­θι­ε­ρω­μέ­νες ἀρ­χές τῆς μο­να­χι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως καί ἐ­πί­σης ε) νά ἐ­λέγ­χω­νται στίς ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κές ἤ ἄλ­λες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ἐ­κτός τοῦ Μο­να­στη­ρί­ου.
Ὑ­πό τό πνεῦ­μα τῶν ἀ­νω­τέ­ρω κα­νό­νων καί ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κῶν πρά­ξε­ων δι­α­μορ­φώ­θη­κε καί τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ἄρ­θρου 39 τοῦ Κα­τα­στα­τι­κοῦ Χάρ­του τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος (νό­μος 590/1977 πε­ρί τῶν Ἱ­ε­ρῶν Μο­νῶν), τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φέ­ρει τά κα­νο­νι­κά κρι­τή­ρι­α γι­ά τήν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς αὐ­το­τέ­λει­ας τῶν Μο­να­στη­ρί­ων, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε κα­τα­λυ­θεῖ ἀ­πό πα­λαι­ό­τε­ρες αὐ­θαί­ρε­τες καί ἀ­ντι­πα­ρα­δο­σι­α­κές ἐ­πεμ­βά­σεις πολ­λῶν Ἐ­πι­σκό­πων.
Θά ἀ­να­φέ­ρου­με στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό τήν δι­ά­λυ­ση ὑ­πέρ τῶν τε­τρα­κο­σί­ων Μο­νῶν κα­τά τά ἔ­τη 1833 καί 1834 ὑ­πό τήν ἀ­νο­χή καί συμ­φω­νί­α τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου. Ἐν­δει­κτι­κά ἀ­να­φέ­ρου­με τό ἀ­πό 19 Αὐ­γού­στου 1833 ἔγ­γ­ρα­φο τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου πρός τήν τό­τε Κυ­βέρ­νη­ση μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πρό­τει­νε γι­ά τά ἀν­δρι­κά μο­να­στή­ρι­α τά ἑ­ξῆς : α) Ὅ­λα τά ἔ­ρη­μα μο­να­στή­ρι­α, ὅ­σα δη­λα­δή δέν εἶ­χαν κα­νέ­να μο­να­χό (καί τέ­τοι­α ἦ­σαν 110 ἤ 116) νά ὑ­πα­χθοῦν "ὑ­πό τήν ἄ­με­σον κυ­ρι­αρ­χί­αν τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως τῆς Α.Μ. καί πε­ρί αὐ­τῶν αὕ­τη (νά) δύ­να­ται νά δι­α­τά­ξῃ ὅ,τι κρί­νει συμ­φε­ρώ­τε­ρον"[18], β) ἄλ­λα 19 μο­να­στή­ρι­α, πού εἶ­χαν μο­να­χούς, νά ὑ­πα­χθοῦν καί αὐ­τά "εἰς τήν κυ­ρι­αρ­χί­αν τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως τῆς Α.Μ. λαμ­βα­νό­ντων τῶν ἐν αὐ­τοῖς μο­να­ζό­ντων τ' ἀ­να­γκαῖ­α ἀ­πό τοῦ Ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κοῦ Τα­μεί­ου"[19] καί γ) τά ὑ­πό­λοι­πα 226 μο­να­στή­ρι­α νά πλη­ρώ­νουν φό­ρο. Μέ πολ­λή θλί­ψη ὁ Κων­στα­ντῖ­νος Οἰ­κο­νό­μου ὁ ἐξ Οἰ­κο­νό­μων πα­ρα­τη­ρεῖ πώς, ἐ­νῶ ἡ Σύ­νο­δος τίς προ­τά­σεις της αὐ­τές τίς ἔ­κα­νε "σκε­πτο­μέ­νη κα­τά βά­θος", ἐν τού­τοις "κα­τά βα­θεῖ­αν σκέ­ψιν πα­ρέ­βη θεί­ους κα­νό­νας καί κα­θυ­πέ­τα­ξεν ὑ­πό τήν ἄ­με­σον Κυ­ρι­αρ­χί­αν τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως τά Θε­ῷ εἰ­σά­παξ ἀ­φι­ε­ρω­θέ­ντα μο­να­στή­ρι­α, τά τε μο­να­χῶν ἔ­ρη­μα καί τά ἔ­χο­ντα μο­να­χούς"[20]. Ἐ­νῶ τό 1834 ἡ Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δος ἐ­πρό­τει­νε με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων γι­ά τά γυ­ναι­κεῖ­α Μο­να­στή­ρι­α τά ἑ­ξῆς α) Νά κα­ταρ­γη­θοῦν ὅ­λα τά γυ­ναι­κεῖ­α Μο­να­στή­ρι­α, ἐ­κτός τρι­ῶν, β) νά πα­ρα­χω­ρη­θοῦν στό Ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κό Τα­μεῖ­ο ὅ­λα τά κτή­μα­τα τῶν Μο­νῶν, γ) νά ἐ­πι­στρέ­ψουν στά σπί­τι­α τους ὅ­λες οἱ κά­τω τῶν 40 ἐ­τῶν μο­να­χές, ἐ­νῶ οἱ ἄ­νω τῶν 40 ἐ­τῶν νά συ­γκε­ντρω­θοῦν στά 3 δι­α­τη­ρού­με­να μο­να­στή­ρι­α. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ἡ πε­ρί­πτω­σις τῆς μο­να­χῆς Ἰ­αήλ ἀ­πό τήν Κο­ριν­θί­α, ἡ ὁ­ποί­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­ξι­στο­ρεῖ ὁ Κων/νος Οἰ­κο­νό­μου ἐμ­φα­νί­σθη­κε στόν ἐ­πί­σκο­πό της καί "ἔ­κλαι­ε ζη­τοῦ­σα πα­ρα­μυ­θί­αν καί θρη­νοῦ­σα τήν συμ­φο­ράν· ἐ­πει­δή δέ θυ­μω­θείς ὁ Ἀρ­χι­ε­ρεύς εἶ­πε πρός αὐ­τήν : "ὕ­πα­γε ὑ­πάν­δρευ­σαι· τοῦ­το συγ­χω­ρεῖ­ται καί εἰς μο­να­χάς καί εἰς μο­να­χούς" φρί­ξα­σα ἡ παρ­θέ­νος· "Σέ τοί­νυν (εἶ­πεν) Ἀρ­χι­ε­ρεῦ τοῦ Θε­οῦ, ἐ­κλέ­γο­μαι νυμ­φί­ον ὅ­σι­ον καί κα­λόν" καί προ­τεί­νει προ­σελ­θοῦ­σα τήν δε­ξι­άν. Αἰ­σχυν­θείς δ' ὁ γέ­ρων ἱ­ε­ράρ­χης ἰδ­νώ­θη, καί συ­γκα­λυ­ψά­με­νος ἔ­κλαι­ε πι­κρῶς· ἡ δ' ὤ­χε­το φεύ­γου­σα καί θε­ο­κλυ­τοῦ­σα"[21]

Θά ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­πί­σης τήν σύ­γκλη­ση τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τοῦ ἔ­τους 1931, στήν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε συ­ζή­τη­ση γι­ά τήν ὀρ­γά­νω­ση τοῦ Μο­να­χι­σμοῦ καί ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πε­δέ­χθη πα­λαι­ό­τε­ρη πρό­τα­ση τοῦ 1926 τοῦ Μη­τρο­πο­λί­του Κα­ρυ­στί­ας Πα­ντε­λε­ή­μο­νος. Στήν πρό­τα­ση αὐ­τή φαί­νε­ται κα­θα­ρά ἡ ἐ­πί­δρα­ση τοῦ συ­γκε­κρι­μέ­νου Μη­τρο­πο­λί­του, ἀλ­λά καί ὅ­λων τῶν ὑ­πο­λοί­πων, ἐ­φ' ὅ­σον ἀ­πε­δέ­χθη­σαν αὐ­τές τίς προ­τά­σεις, πού εἶ­χαν ὑ­πο­στεῖ ἀ­πό τίς δυ­τι­κές κοι­νω­νι­κο­η­θι­κές νο­ο­τρο­πί­ες τῆς δυ­τι­κῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας πε­ρί Μο­να­χι­σμοῦ. Ὁ ἐν λό­γῳ Μη­τρο­πο­λί­της πρό­τει­νε νά ἱ­δρυ­θῆ ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο μο­να­χι­κό τά­γμα μέ ἑ­νι­αί­α δι­οί­κη­ση ὑ­πό τῦ­πον ἑ­νός μο­να­στι­κοῦ συλ­λό­γου, τό ὁ­ποῖ­ο θά δι­οι­κεῖ­το ἀ­πό συμ­βού­λι­ο ὑ­πό τήν προ­ε­δρί­α τοῦ ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κος τῆς ἐ­παρ­χί­ας ἤ ἄλ­λου ἀρ­χι­μαν­δρί­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος θά ἔ­παι­ζε τόν ρό­λο τοῦ πα­τρός τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τος καί θά τε­λοῦ­σε ὑ­πό τήν ἄ­με­ση ἐ­πο­πτεί­α κάι ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Ἐ­πι­σκό­που. Πρό­τει­νε ἐ­πί­σης στήν πρω­τεύ­ου­σα νά ἱ­δρυ­θῆ ἕ­να γε­νι­κό κέ­ντρο πού θά ἐκ­προ­σω­ποῦ­σε ὅ­λα τά μο­να­χι­κά τά­γμα­τα, ὅ­πως τά ὠ­νό­μα­ζε, τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, στό ὁ­ποῖ­ο θά ἑ­δρεύ­η ἡ γε­νι­κή δι­οί­κη­ση αὐ­τῶν καί στό ὁ­ποῖ­ο θά ὑ­πάρ­χη καί ἀ­νω­τέ­ρα Σχο­λή πρός κα­ταρ­τι­σμόν Ἡ­γου­μέ­νων καί Μο­να­χῶν καί Πα­τέ­ρων τῶν ἐ­πί μέ­ρους τα­γμά­των. Πί­στευ­ε ὅ­τι μ' αὐ­τό τόν τρό­πο οἱ Μο­νές καί οἱ Μο­να­χοί "θά ἐ­πα­νεύ­ρω­σι τόν ἱ­ε­ρώ­τα­τον δρό­μον των". Ἀ­νέ­φε­ρε ἐ­πί­σης σέ κά­θε Μη­τρό­πο­λη νά δη­μι­ουρ­γη­θῆ μί­α Ἱ­ε­ρά Μο­νή, ὅ­που θά με­τα­κι­νη­θοῦν οἱ κα­λύ­τε­ροι Μο­να­χοί ἀ­πό ὅ­λες τίς ἄλ­λες Ἱ­ε­ρές Μο­νές τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως, ἡ ὁ­ποί­α θά ἀ­πο­κλη­θῆ πρό­τυ­πη Ἱ­ε­ρά Μο­νή καί θά εἶ­χε τόν "προ­ο­ρι­σμόν φι­λαν­θρώ­που δρά­σε­ως εἰς τόν λα­όν δι­ά τοῦ κη­ρύ­γμα­τος τοῦ θεί­ου λό­γου καί τῆς ἱ­ε­ρᾶς ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως". Στήν πρό­τυ­πη αὐ­τή Ἱ­ε­ρά Μο­νή, τό πρῶ­το πού θά ἔ­πρε­πε νά δη­μι­ουρ­γη­θῆ θά ἦ­ταν ἕ­να ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο, μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο θά ἐκ­παι­δεύ­ο­ντο τά ὀρ­φα­νά ἐν παι­δεί­ᾳ καί νου­θε­σί­ᾳ Κυ­ρί­ου, τά ὁ­ποῖ­α με­τά τήν στρα­τι­ω­τι­κή τους θη­τεί­α θά ἐ­πα­νέρ­χο­νταν στό τά­γμα καί θά ἐ­γί­νο­ντο μέ­λη αὐ­τοῦ, "κα­θ' ὅ­λα ἱ­κα­νά ἵ­να ἀ­πο­βοῦν ἱ­ε­ρα­πό­στο­λοι πά­σης ὡ­ραί­ας ἰ­δέ­ας" κ.λ­π. "Τό­τε -κα­τα­λή­γει ὁ ἐν λό­γῳ Μη­τρο­πο­λί­της- θά δυ­νά­με­θα νά εἴ­πο­μεν ὅ­τι ὁ μο­να­χι­κός βί­ος ἐ­κτε­λεῖ τόν προ­ο­ρι­σμόν του καί ἡ Ἐκ­κ­λη­σί­α ἀ­πέ­κτη­σε τήν δύ­να­μίν της". Ἕ­τσι κα­τα­νο­οῦ­σε τόν σκο­πό τοῦ Μο­να­χι­σμοῦ ἡ ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νη δι­οί­κη­ση τῆς Ἐκ­κ­κλη­σί­ας μας ἀ­πό τά δυ­τι­κά πρό­τυ­πα.
Στίς συ­ζη­τή­σεις πού ἔ­γι­ναν στήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α μέ ἀ­φορ­μή τήν εἰ­σή­γη­ση τοῦ Κα­ρυ­στί­ας Πα­ντε­λε­ή­μο­νος, ἀ­να­φέ­ρω ἁ­πλῶς τήν γνώ­μη ἑ­νός ἄλ­λου Μη­τρο­πο­λί­του: "Ἔ­χω τήν γνώ­μην ὅ­τι ἐ­πι­βάλ­λε­ται βε­βαί­ως ἐ­πί τό κοι­νω­νι­κό­τε­ρον ὀρ­γά­νω­σις τῶν Ἱ­ε­ρῶν Μο­νῶν μή πε­ρι­ο­ρι­ζο­μέ­νων στόν ἁ­πλοῦν ἀ­σκη­τι­σμόν...". Ἡ εἰ­σή­γη­ση καί οἱ συ­ζη­τή­σεις ἀ­πε­τέ­λε­σαν τώ­ρα τήν βά­ση τῆς ἀ­πο­στο­λῆς στίς Ἱ­ε­ρές Μη­τρο­πό­λεις τῆς ὑ­π' ἀ­ριθ. 587/25.2.1932 ἐ­γκυ­κλί­ου τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, δι­ά τῆς ὁ­ποί­ας συ­νι­στᾶ­ται ἡ ἵ­δρυ­σις Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς, ἡ ὁ­ποί­α θά λει­τουρ­γῆ μέ ἰ­δι­αί­τε­ρο ἀ­πο­στελ­λό­με­νο ὀρ­γα­νι­σμό μο­να­χι­κοῦ βί­ου, δι­ά τοῦ ὁ­ποί­ου ὀρ­γα­νι­σμοῦ θά δη­μι­ουρ­γῆ­ται ἕ­να τά­γμα, πού σκο­πό θά ἔ­χη οὐ­σι­α­στι­κά τήν ἐ­γκυ­κλο­παι­δι­κή μόρ­φω­ση τῆς θε­ο­λο­γί­ας καί τήν ἀ­νά­λη­ψη τοῦ κα­θή­κο­ντος τῆς δι­δα­σκα­λί­ας καί τῆς φι­λαν­θρω­πι­κῆς δρά­σε­ως στούς πι­στούς, μέ ποι­κῖ­λες κοι­νω­φε­λεῖς λει­τουρ­γί­ες. Θέ­τει τόν Ἐ­πί­σκο­πο ὡς "ἀ­νώ­τε­ρο προϊ­στά­με­νο τῶν Μο­να­χῶν" μέ τό δι­καί­ω­μα κα­τά τήν κρί­ση του νά με­τα­πέ­μπη ἕ­να Μο­να­χό ἀ­πό τήν μί­α Μο­νή στήν ἄλ­λη ἤ σέ ἄλ­λες ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κές δι­α­κο­νί­ες. Στό ἄρ­θρο 10 ἀ­να­φέ­ρει καί τήν κε­ντρι­κή ἀρ­χή τῶν ἐ­πί μέ­ρους ἀ­δελ­φο­τή­των πού εἶ­ναι τό "ἐν Ἀ­θή­ναις ἑ­δρεῦ­ον Συμ­βού­λι­ον τῆς Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς". Οἱ σχέ­σεις δέ τῶν Μο­νῶν καί τοῦ Συμ­βου­λί­ου θά κα­θο­ρί­ζω­νται δι­ά τῆς ἀ­πο­φά­σε­ως τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου. Στήν ἀ­πό­φα­ση αὐ­τή τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, τῆς ὁ­ποί­ας ἔ­γι­νε καί σχε­τι­κή πα­ρου­σί­α­ση στήν δι­ορ­θό­δο­ξη ἐ­πι­τρο­πή πού συ­νῆλ­θε στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος, δι­α­φαί­νο­νται ἔ­ντο­να τά στοι­χεῖ­α ἀλ­λοι­ώ­σε­ως τοῦ πα­ρα­δο­σι­α­κοῦ μο­να­χι­κοῦ ὀρ­θο­δό­ξου πο­λι­τεύ­μα­τος καί συ­νι­στᾶ­ται κα­θα­ρά ἡ ἐκ­κο­σμί­κευ­ση τοῦ ὀρ­θο­δό­ξου Μο­να­χι­σμοῦ. Ὅ­λοι οἱ κα­νό­νες, πού ὥ­ρι­ζαν τά τοῦ μο­να­χι­κοῦ βί­ου καί τίς σχέ­σεις τῶν ἐ­πι­χω­ρί­ων Ἐ­πι­σκό­πων καί τῶν Μο­να­χῶν, κα­ταρ­γοῦ­νται, ὁ δέ ἡ­συ­χα­στι­κός τρό­πος ζω­ῆς καί ἡ νη­πτι­κή φι­λο­κα­λι­κή μα­κραί­ω­νη πα­ρά­δο­ση ἀ­γνο­εῖ­ται καί ὑ­πο­βα­θμί­ζε­ται.

Εὐ­τυ­χῶς δέν μπό­ρε­σε νά ἐ­πι­κρα­τή­ση αὐ­τό τό ἀ­ντι­πα­ρα­δο­σι­α­κό σύ­στη­μα Μο­να­χι­σμοῦ, οὔ­τε ἡ ἐ­γκύ­κλι­ος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου, γι­α­τί μέ με­τα­γε­νέ­στε­ρες συ­νο­δι­κές πρά­ξεις ἀ­να­θε­ω­ρή­θη­καν μέ δι­ά­φο­ρους κα­νο­νι­σμούς καί ἀ­πο­φά­σεις, πού ὑ­πο­νο­οῦ­σαν ἕ­να ὀρ­θό­δο­ξο Μο­να­χι­σμό, χω­ρίς στήν πρά­ξη ἀ­κό­μη νά δι­α­φαί­νο­νται οἱ δη­μι­ουρ­γί­ες πα­ρα­δο­σι­α­κῶν μο­να­χι­κῶν ἀ­δελ­φο­τή­των. Τόν ρό­λο τοῦ­το τόν ἔ­παι­ξαν βέ­βαι­α οἱ δι­ά­φο­ρες ὀρ­γα­νώ­σεις μέ ἀ­νά­λο­γο ὀρ­γα­νω­τι­κό καί "πνευ­μα­τι­κό" πε­ρι­ε­χό­με­νο καί οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­παι­ξαν κα­τα­λυ­τι­κό ρό­λο γι­ά τήν ὑ­πο­βά­θμι­ση τοῦ ὀρ­θο­δό­ξου Μο­να­χι­σμοῦ.
Ὅ­πως εἴ­πα­με ὁ Κα­τα­στα­τι­κός Χάρ­της τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος ἐ­πα­νέ­φε­ρε τήν ἀρ­χαί­α πα­ρά­δο­ση καί ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε ἡ ἰ­σο­βι­ό­τη­τα τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου καί ἡ θε­σμι­κή ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ὀρ­γα­νώ­σε­ως, δι­οι­κή­σε­ως καί λει­τουρ­γί­ας τῶν Μο­να­στη­ρί­ων (ἄρ­θρο 39, παρ. 5) μέ τήν κα­τάρ­γη­ση τῆς προ­η­γου­μέ­νης πρά­ξε­ως τοῦ δι­ο­ρι­σμοῦ τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου καί τοῦ Ἡ­γου­με­νο­συμ­βου­λί­ου ἀ­πό τόν ἐ­πι­χώ­ρι­ο Ἐ­πί­σκο­πο, καί μέ τήν ἐ­κλο­γή του ἀ­πό τούς ἐ­γκα­τα­βι­οῦ­ντες στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Μο­να­χούς. Χω­ρίς αἱ­ρε­τό καί ἰ­σό­βι­ο Ἡ­γού­με­νο, δη­λα­δή μέ δι­ο­ρι­ζό­με­νο ἀ­πό τόν Ἐ­πί­σκο­πο, θά ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τη ἡ ὁ­μα­λή ἐ­σω­τε­ρι­κή λει­τουρ­γί­α καί αὐ­το­τέ­λει­α τῶν Μο­νῶν. Ἔ­τσι ἀ­φή­νε­ται, μέ τίς δι­ά­φο­ρες δι­α­τυ­πω­μέ­νες σχε­τι­κές δι­α­τά­ξεις ἡ Μο­νή, νά λει­τουρ­γῆ "ὡς θρη­σκευ­τι­κόν κα­θί­δρυ­μα δι­ά τήν ἄ­σκη­σιν τῶν ἐν αὐ­τῇ ἐ­γκα­τα­βι­ού­ντων ἀν­δρῶν ἤ γυ­ναι­κῶν συμ­φώ­νως πρός τάς μο­να­χι­κάς ἐ­παγ­γε­λί­ας καί τούς πε­ρί μο­να­χι­κού βί­ου ἱ­ε­ρούς κα­νό­νας καί πα­ρα­δό­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κ­λη­σί­ας (παρ. 1). Τά τῆς ὀρ­γα­νώ­σε­ως τοῦ μο­να­χι­κοῦ βί­ου καί τά τῆς δι­οι­κή­σε­ως τῆς Μο­νῆς, κα­θο­ρί­ζο­νται ὑ­πό τοῦ Ἡ­γου­με­νο­συμ­βου­λί­ου, συμ­φώ­νως πρός τούς Ἱ­ε­ρούς κα­νό­νας, τάς μο­να­χι­κάς πα­ρα­δό­σεις καί τούς νό­μους τοῦ κρά­τους, δι­' ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ κα­νο­νι­σμοῦ... (παρ. 4). Ὁ Μη­τρο­πο­λί­της ἀ­σκεῖ ἐ­πί τῶν Ἱ­ε­ρῶν Μο­νῶν τῆς ἐ­παρ­χί­ας αὐ­τοῦ τήν κα­τά τούς ἱ­ε­ρούς κα­νό­νας πνευ­μα­τι­κήν ἐ­πο­πτεί­αν... (παρ. 6)"[22]. Γι­ά νά μήν εἰ­σά­γο­νται σκό­πι­μες ἤ μή πα­ρερ­μη­νεῖ­ες καί ἀ­πό τίς δύ­ο πλευ­ρές, κατά τόν καθηγητή κ. Βλ.ασιο Φειδᾶ, κα­τέ­στη ἀ­να­γκαί­α ἡ ἐ­ξα­ντλη­τι­κή πε­ρι­γρα­φή στό ἄρ­θρο 39 παρ. 6, τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου τοῦ συ­γκε­κρι­μέ­νου ὅ­ρου, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­λύ­πτει μό­νο τά ρη­τῶς ἀ­να­γρα­φό­με­να κα­νο­νι­κά δι­και­ώ­μα­τα τοῦ ἐ­πι­χω­ρί­ου Ἐ­πι­σκό­που, "ἤ­τοι α) τήν κα­νο­νι­κήν μνη­μό­νευ­σιν τοῦ ὀ­νό­μα­τος αὐ­τοῦ ἐν ταῖς ἱ­ε­ραῖς ἀ­κο­λου­θί­αις, β) τήν χει­ρο­θε­σί­αν τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου, γ) τήν ἔ­γκρι­σιν τῆς κου­ρᾶς τῶν Μο­να­χῶν, δ) τήν ἀ­νά­κρι­σιν τῶν κα­νο­νι­κῶν πα­ρα­πτω­μά­των, ε) τήν μέ­ρι­μναν δι­ά τήν κα­τά τούς Ἱ­ε­ρούς Κα­νό­νας λει­τουρ­γί­αν τῆς Μο­νῆς καί στ) τόν ἔ­λεγ­χον τῆς νο­μι­μό­τη­τος τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς δι­α­χει­ρί­σε­ως αὐ­τῆς[23]". Ἑ­πο­μέ­νως, ὑ­πό τήν ἔν­νοι­α αὐ­τή, ὁ ὅ­ρος "πνευ­μα­τι­κή ἐ­πο­πτεί­α" πε­ρι­ο­ρί­ζει τήν εὐ­χέ­ρει­α νά πα­ρεμ­βαί­νει ὁ ἐ­πι­χώ­ρι­ος Ἐ­πί­σκο­πος στήν ἐ­σω­τε­ρι­κή λει­τουρ­γί­α τῆς Μο­νῆς, στίς ἑ­ξῆς δύ­ο μό­νον πε­ρι­πτώ­σεις: α) στήν πε­ρί­πτω­ση ἐ­πι­βε­βαι­ω­μέ­νων ἀντικα­νο­νικῶν πρά­ξε­ων τῶν Μο­να­χῶν καί β) στήν πε­ρί­πτω­ση πα­ρεκ­κ­λί­σε­ων σέ ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ τήν νο­μι­μό­τη­τα τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς δι­α­χει­ρί­σε­ως τῆς πε­ρι­ου­σί­ας τῆς Μο­νῆς. Ὡ­στό­σο καί αὐ­τές δέν μπο­ροῦν νά αἰ­τι­ο­λο­γη­θοῦν ἄν δέν συ­νε­πά­γο­νται πα­ρα­πο­μπή τῶν ὑ­πευ­θύ­νων Μο­να­χῶν στά ἁρ­μό­δι­α ὄρ­γα­να τῆς ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης. Θε­ω­ρεῖ­ται δέ κα­τα­χρη­στι­κή ἡ τά­ση ὁ­ρι­σμέ­νων Μη­τρο­πο­λι­τῶν νά πα­ρερ­μη­νεύ­ουν τόν ὅ­ρο "πνευ­μα­τι­κή ἐ­πο­πτεί­α" καί νά τόν ἀ­ντι­κα­θι­στοῦν μέ τόν ὅ­ρο "ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κή δι­και­ο­δο­σί­α", ἡ ὁ­ποί­α φυ­σι­κῶς ἀ­σκεῖ­ται στίς ἐ­νο­ρί­ες. Εἶ­ναι κα­τα­χρη­στι­κή, ἐ­πει­δή πα­ρα­θε­ω­ρεῖ­ται ἡ κα­νο­νι­κή πα­ρά­δο­ση σέ ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ τήν κα­νο­νι­κή αὐ­το­τέ­λει­α τοῦ μο­να­χι­κοῦ βί­ου. Σύμ­φω­να μέ τήν κα­νο­νι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ὅ­ρου "πνευ­μα­τι­κή ἐ­πο­πτεί­α" τά Μο­να­στή­ρι­α δέν ἐ­ντάσ­σο­νται στά ἐκ­κ­λη­σι­ο­λο­γι­κά πλαί­σι­α σχέ­σε­ων Ἐ­πι­σκό­που καί το­πι­κῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας, μέ τόν τρό­πο πού ἐ­ντάσ­σο­νται οἱ ἐ­νο­ρί­ες, ὅ­πως προ­βάλ­λο­νται αὐ­τές στήν πα­τε­ρι­κή πα­ρά­δο­ση[24]

Ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή πνευ­μα­τι­κή ζω­ή τῶν Μο­να­χῶν τῆς Μο­νῆς ἀ­πο­τε­λεῖ, κα­τά τούς ἱ­ε­ρούς κα­νό­νες καί τήν πα­ρά­δο­ση τῶν Πα­τέ­ρων, τήν κυ­ρί­α ἀ­πο­στο­λή τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου, χω­ρίς ὁ Ἐ­πί­σκο­πος νά ἔ­χη καμ­μί­α ἁρ­μο­δι­ό­τη­τα ἐ­π' αὐ­τῆς. Ὁ Ἡ­γού­με­νος, σύμ­φω­να μέ τήν δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Μ. Βα­σι­λεί­ου, "οὐ­δέν ἕτερον ἐ­στιν -δι­ά τήν Μονήν του- ἤ τό τοῦ Σω­τῆ­ρος ἐ­πέ­χων πρό­σω­πον". Ὁ δέ ἅ­γι­ος Συ­με­ών ὁ νέ­ος θε­ο­λό­γος ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ὁ Ἡγούμενος, γι­ά νά ὁ­δη­γή­ση τούς Μο­να­χούς στήν σω­τη­ρί­α καί τήν πνευ­μα­τι­κή προ­κο­πή, πρέ­πει νά προΐ­στα­ται πι­στῶς τῶν πα­τέ­ρων καί ἀ­δελ­φῶν του καί νά φρο­ντί­ζη γι­' αὐ­τούς ὡς μέ­λη του, νά βά­ζει δέ τήν ψυ­χήν του ὑ­πέρ αὐ­τῶν καί νά μή προ­τι­μᾶ κα­νέ­να ἄλ­λο πρᾶ­γμα στόν κό­σμο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη αὐ­τῶν. Ὡς ἰ­α­τρός νά θε­ρα­πεύ­η τά νο­σή­μα­τα τῶν ἀ­δελ­φῶν, ὡς ποι­μήν νά ἐ­πα­να­φέ­ρη τόν πε­ρι­πλα­νώ­με­νον καί τό μέν ὑ­γι­ές νά κα­θι­στᾶ πο­λυ­τό­κο στίς ἀ­ρε­τές, τό δέ "ψώ­ρας γέ­μον καί ἀ­νι­ά­τως ἔ­χον" νά τό ξε­χω­ρί­ζη ἀ­πό τήν λο­γι­κή του ἀ­γέ­λη γι­ά νά μή με­τα­δί­δε­ται τό νό­ση­μα καί στούς ὑ­γι­εῖς. Θε­ω­ρεῖ ὡς πρώ­τη καί ἀ­να­γκαί­α δι­α­κο­νί­α τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου τήν ψυ­χι­κή ἐ­πι­μέ­λει­α, τίς δέ ἄλ­λες δι­α­κο­νί­ες νά μή τίς ἐ­κτε­λῆ ὅ­λες μό­νος του, ἀλ­λά νά τίς κα­τα­νέ­μη στούς ἀ­δελ­φούς τοῦ κοι­νο­βί­ου πού ζοῦν μέ εὐ­λά­βει­α καί φό­βο Θε­οῦ. Θά ἔ­χη ὅ­μως τήν τε­λι­κή ἐ­ξέ­τα­ση ὅ­λων καί τήν γνώ­ση τῶν δι­α­πρα­χθέ­ντων, σύμ­φω­να μέ τήν πα­ρά­δο­ση -ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει- τοῦ μάρ­τυ­ρος καί ὁ­μο­λο­γη­τοῦ π. Θε­ο­δώ­ρου τοῦ Στου­δί­του, τήν ὁ­ποί­α πα­ρε­λά­βα­με ὡς πλου­σί­α κλη­ρο­νο­μι­ά "πα­τρο­πα­ρα­δό­τως". Ἀ­φοῦ ἀ­να­φέ­ρει δι­δα­κτι­κῶς ἕ­να πλῆ­θος δι­δα­σκα­λι­ῶν πού ἀ­φο­ροῦν τίς ἁρ­μο­δι­ό­τη­τες τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου πρός τούς Μο­να­χούς καί μέ λε­πτο­μέ­ρει­ες τα­κτο­ποι­εῖ τόν τρό­πο, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει νά φέ­ρω­νται ὅ­λοι οἱ Μο­να­χοί, ὁ κα­θέ­νας στό δι­α­κό­νη­μά του, στήν πνευ­μα­τι­κή προ­κο­πή του, στήν σχέ­ση του μέ τούς ἔ­ξω κ.λ­π., κα­τα­λή­γει ὅ­τι ὅ­λα πρέ­πει νά τά κά­νη ὄ­χι γι­ά νά ἀ­πο­κο­μί­ζη τόν ἔ­παι­νο τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά γι­ά νά μι­μῆ­ται τόν Χρι­στό καί Θε­ό μας, στόν ὁ­ποῖ­ο θά δώ­ση τόν ἀ­πο­λο­γι­σμό καί γι­ά τό πα­ρα­μι­κρό­τε­ρο πρᾶ­γμα.
Ἐ­άν λοι­πόν ὁ Ἡ­γού­με­νος φερ­θῆ σύμ­φω­να μέ τήν δι­δα­σκα­λί­α τῶν Πα­τέ­ρων, πο­λύς θά εἶ­ναι ὁ μι­σθός του στούς οὐ­ρα­νούς καί ἡ κλη­ρο­νο­μί­α του θά εἶ­ναι μα­ζί μέ τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ἡ δέ ἀ­νά­παυ­σίς του -ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά- κα­τά τό μέλ­λον θά εἶ­ναι μα­ζί μέ τόν Ἀ­ντώ­νι­ο, τόν Εὐ­θύ­μι­ο και τόν Θε­ό­δω­ρο καί τούς λοι­πούς μα­κα­ρί­ους Πα­τέ­ρας.

Ἁρ­μο­δι­ό­τη­τες Προϊ­στα­μέ­νων.
Προϊ­στά­με­νοι τῆς Μο­νῆς δύ­να­νται νά θε­ω­ρη­θοῦν: τό πε­ρί τόν Ἡ­γού­με­νον Ἡ­γου­με­νο­συμ­βού­λι­ον, οἱ Ἐ­πί­τρο­ποι καί ἡ Γε­ρο­ντί­α.
Ἡ πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας θέ­λει τήν δι­οί­κη­ση τῶν Μο­να­χῶν ἀ­πό τόν Ἡ­γού­με­νο βο­η­θού­με­νο ὑ­πό τοῦ οἰ­κο­νό­μου, ὥ­στε οἱ ὑ­πό­λοι­ποι Μο­να­χοί νά μέ­νουν ἀ­πε­ρί­σπα­στοι στόν ἱ­ε­ρό ἀ­γῶ­να τους γι­ά τήν κά­θαρ­ση καί τόν ἁ­γι­α­σμό τους. Αὐ­τό δέν ση­μαί­νει ὅ­τι γι­ά τήν σω­στή λει­τουρ­γί­α τῆς Μο­νῆς, ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρε πα­ρα­πά­νω ὁ Ἅ­γι­ος Συ­με­ών, δέν ἀ­νε­τί­θε­ντο δι­α­κο­νή­μα­τα στούς Μο­να­χούς τῆς Μο­νῆς, σύμ­φω­να μέ τίς ἐ­φέ­σεις, τίς δυ­να­τό­τη­τες καί τά ἐν­δι­α­φέ­ρο­ντα τοῦ κα­θε­νός. Ἀ­πε­φεύ­γε­το νά κα­θι­ε­ρω­θῆ ἕ­να νο­μι­κι­στι­κό κα­θε­στώς μέ δη­μο­κρα­τι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες, ὥ­στε νά μοι­ρά­ζε­ται ἡ δι­οί­κη­ση σέ πολ­λά πρό­σω­πα καί νά γί­νε­ται ὁ­ρα­τή ἡ φθο­ρά τῶν ἀ­πεί­ρων κυ­ρί­ως Μο­να­χῶν καί νά ἐκτρέπωνται τά πνευματικά ἐνδιαφέροντά τους σέ διοικητικά καί ἡγεμονικά. Ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης ἀναφέρει ὅτι ὁ Καταστατικός Χάρτης τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θι­ε­ρώ­νει ἕνα τέτοιο καθεστώς, ἔ­γι­νε βάσει τοῦ ἐν "κα­τα­πτώ­σει μο­να­χι­κοῦ θε­σμοῦ τῆς δευ­τέ­ρας δε­κα­ε­τί­ας τοῦ αἰ­ῶ­νος μας. Δη­λα­δή ὁ νο­μο­θέ­της καί οἱ συ­ντά­κτες του ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες ἔ­λα­βαν ὑ­π' ὄ­ψιν τήν τό­τε πρα­γμα­τι­κό­τη­τα καί θε­σμο­θέ­τη­σαν τήν λει­τουρ­γί­α τῆς ἁ­γι­ο­ρει­τι­κῆς πο­λι­τεί­ας μέ κρι­τή­ρι­α ἐ­γκό­σμι­ας νο­ο­τρο­πί­ας, ἀ­πα­ραί­τη­τα γι­ά κά­θε ἐ­πο­χή πού ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πό τήν ὄ­ντως μο­να­χι­κή ζω­ή".
Μέ τήν ἀ­νά­θε­ση δι­οι­κη­τι­κῶν ἐ­ξου­σι­ῶν, κυ­ρί­ως δέ σέ ἀρ­χα­ρί­ους καί ἀ­παί­δευ­τους Μο­να­χούς, "ἀ­να­ξέ­ο­νται οἱ ψυ­χι­κές πλη­γές τοῦ ὑ­πό θε­ρα­πεί­αν Μο­να­χοῦ" καί ὁ­δη­γεῖ­ται μέ τήν εὔ­λο­γη πρό­φα­ση τῆς ἀ­σκή­σε­ως τῆς ἐ­ξου­σί­ας στά "σκο­τει­νά κυ­κλώ­μα­τα" τῶν πα­θῶν του, πού γι­γα­ντώ­νο­νται μέ­σα στό πά­θος τῆς φι­λαρ­χί­ας καί προ­κα­λοῦν τήν μνη­σι­κα­κί­α τῶν ὑ­πο­λοί­πων ἀ­δελ­φῶν. Αὐ­τός ἦ­ταν ὁ λό­γος κυ­ρί­ως πού ἀ­φή­νο­νται ἀ­πε­ρί­σπα­στοι οἱ Μο­να­χοί ἀ­πό δι­οι­κη­τι­κές μέ­ρι­μνες καί ὄ­χι ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου νά δι­οι­κῆ μο­ναρ­χι­κά καί αὐ­ταρ­χι­κά.
Ἄν στούς ἁ­πλούς μο­να­χούς "τό μέν κα­τάρ­ξα­σθαι τοῦ μο­νή­ρους βί­ου πολ­λοῖς ἴ­σως τε­τόλ­μη­ται· τό δέ ἀ­ξί­ως ἐ­πι­τε­λέ­σθαι ὀ­λί­γοις τά­χα που καί πε­πό­νη­ται (Μ. Βα­σί­λει­ος)", πό­σῳ μᾶλ­λον σ' αὐ­τούς πού ἀ­να­λαμ­βά­νουν ἀ­καί­ρως καί προ­ώ­ρως δι­οι­κη­τι­κές ἐ­ξου­σί­ες.
Γε­γο­νός ὅ­μως πού πα­ρε­λά­βα­με ἤ­δη στίς ἡ­μέ­ρες μας εἶ­ναι στόν μέν ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κο μο­να­χι­σμό οἱ ἰ­σό­βι­οι Προϊ­στά­με­νοι καί Ἐ­πί­τρο­ποι, στόν δέ ἐν τῷ κό­σμῳ, ἡ Γε­ρο­ντί­α καί τό Ἡ­γου­με­νο­συμ­βού­λι­ο.
Ἄν θέ­λου­με ὁ σύγ­χρο­νος Μο­να­χι­σμός νά φθά­ση στά μέ­τρα τῆς πα­λαι­ᾶς πα­τε­ρι­κῆς πεί­ρας, πρέ­πει οἱ πνευ­μα­τι­κές κυ­ρί­ως ἁρ­μο­δι­ό­τη­τες τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου νά εἶ­ναι ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τες, ἐ­φ' ὅ­σον βε­βαί­ως ὁ Ἡ­γού­με­νος εἶ­ναι φο­ρεύς τῆς πα­τε­ρι­κῆς πεί­ρας καί τῆς φι­λο­κα­λι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως. Οἱ δέ Ἐ­πί­τρο­ποι, οἱ Προϊ­στά­με­νοι, ἡ Γε­ρο­ντί­α καί τά Ἡ­γου­με­νο­συμ­βού­λι­α, ἔ­στω καί ἄν εἶ­ναι θε­σμο­θε­τη­μέ­να, νά πα­ρα­μεί­νουν ὡς συμ­βου­λευ­τι­κά ὄρ­γα­να τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου, πού θά τόν βο­η­θοῦν στήν κα­λύ­τε­ρη λει­τουρ­γί­α τῶν Μο­να­στη­ρί­ων καί ὄ­χι ὡς ἀ­να­τρε­πτι­κά τοι­αῦ­τα πού θά ἐ­πι­βάλ­λο­νται οἱ θε­λή­σεις τῶν πολ­λῶν καί θά δι­αι­ροῦν μέ φα­τρι­α­σμούς καί ὁ­μα­δο­ποι­ή­σεις τήν συ­νο­χή τῶν ἀ­δελ­φο­τή­των.
Κα­τά τόν Ἅ­γι­ο Μά­ξι­μο "ὅ­πως οἱ γεν­νή­το­ρες ἀ­γα­ποῦν τά τέ­κνα τους ὡς τά ὡ­ραι­ό­τε­ρα τοῦ κό­σμου, ἔ­στω καί ἄν εἶ­ναι τά πλέ­ον κα­κό­μορ­φα, ἔ­τσι καί οἱ γεν­νῶ­ντες λό­γους (δη­λα­δή ἰ­δί­ας γνώ­μας) ἔ­στω καί ἄν εἶ­ναι πε­πλα­νη­μέ­νοι. Οἱ σο­φοί ὅ­μως πού δέν ἔ­χουν ἐ­μπι­στο­σύ­νη στά αἰ­σθή­μα­τά τους, ἐ­ρω­τοῦν πά­ντο­τε τούς σο­φω­τέ­ρους τους". Κα­τά τήν πα­ρα­πά­νω γνώ­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου ἐ­άν δέν ἀ­πο­κτή­ση κα­νείς τήν θεί­α σο­φί­α μέ τήν πο­λυ­χρό­νι­α ἄ­σκη­ση στήν μο­να­χι­κή ζω­ή, δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἀ­πο­φύ­γη τόν πει­ρα­σμό τοῦ νά θε­ω­ρῆ τήν γνώ­μη του ὡς τήν μο­να­δι­κά ὀρ­θή, ὁ­πό­τε "ζεῖ τῇ ἰ­δί­ᾳ φύ­σει", ὅ­πως λέ­ει ἀλ­λοῦ, ἀ­δι­α­φο­ρώ­ντας γι­ά τήν συ­νο­χή και τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Μο­νῆς.

Ἐ­πί­λο­γος
Ὁ μο­να­χι­σμός ἀ­πο­τε­λεῖ σπα­νι­ώ­τα­το ἐ­ρη­μι­κό ἄν­θος, ἀ­να­πτυσ­σό­με­νο μό­νον ἐ­κεῖ, ὅ­που πνέ­ει ὁ ζω­ήρ­ρυ­τος ἄ­νε­μος τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ὁ μο­να­χός δε­σμεύ­η ἑ­κου­σί­ως τόν ἑ­αυ­τόν του δι­ά βί­ου ὄ­χι μό­νον δι­ά τῆς τη­ρή­σε­ως ὅ­λου τοῦ εὔ­ρους τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­κοῦ νό­μου, ἀλ­λά καί πέ­ραν τού­του, δι­' ἀ­κτη­μο­σύ­νης, ὑ­πα­κο­ῆς, παρ­θε­νί­ας, πα­ρα­τε­τα­μέ­νων νη­στει­ῶν, ἀ­γρυ­πνι­ῶν καί λοι­πῶν τῆς ἀ­σκη­τι­κῆς ζω­ῆς κα­κου­χι­ῶν καί δέν δύ­να­ται, ὅ­πως ἀ­νε­χθῆ μι­κρο­λό­γους πε­ζάς πα­ρε­νο­χλή­σεις. Ὅ­που δέ τοι­αύ­ται ὑ­φί­στα­νται προ­τι­μᾶ τήν ἐ­γκα­τά­λει­ψιν τοῦ τό­που καί τῶν κό­πων του, γι­ά νά κερ­δί­ση τήν φί­λη σ' αὐ­τόν ἡ­συ­χί­α.[25] Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὄ­τι ὁ Ἅ­γι­ος Ἀ­θα­νά­σι­ος ὁ Ἀ­θω­νί­της ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­κτι­σε τήν Με­γί­στη Λαύ­ρα στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος μέ τήν συν­δρο­μή τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος Νι­κη­φό­ρου Φω­κᾶ, φρό­ντι­σε καί συμ­βού­λευ­σε αὐ­τόν, ὥ­στε δι­ά τῆς ἐκ­δό­σε­ως ἱ­δρυ­τι­κοῦ χρυ­σο­βούλ­λου του νά κα­τα­στή­ση αὐ­τήν "ἐ­λευ­θέ­ραν εἶ­ναι καί αὐ­το­δέ­σπο­τον". Ἑρ­μη­νεύ­ων δέ ὁ ἴ­δι­ος ὁ Ὅ­σι­ος τήν ἐ­νέρ­γει­ά του αὐ­τή, ση­μει­ώ­νει : "δι­' οὐ­δέν ἕ­τε­ρον συμ­βε­βου­λεύ­κα­μεν ἐκ­δε­δό­σθαι πα­ρά τοῦ τρι­σμά­κα­ρος βα­σι­λέ­ως, ἤ δι­ά τό μή τήν Λαύ­ραν ὑ­πό τι­νος ἑ­τέ­ρου προ­σώ­που ὑ­πο­πε­σεῖν· μή­τε πα­τρι­άρ­χου, μή­τε ζα­κελ­λί­ου, μή­τε . . . ἀλ­λ' εἶ­ναι αὐ­τήν αὐ­το­δέ­σπο­τον καί αὐ­τε­ξού­σι­ον"[26]
Ἐ­πί­σης ὁ κα­θη­γού­με­νος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Ὁ­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, ἀρ­χιμ. Γε­ώρ­γι­ος ἀ­να­φέ­ρει: "Οἱ ἔ­χο­ντες καί στοι­χει­ώ­δη μο­να­χι­κήν πεῖ­ραν γνω­ρί­ζουν ὅ­τι χω­ρίς ἐ­λευ­θε­ρί­αν καί μέ συ­νε­χεῖς ἔ­ξω­θεν ἐ­πεμ­βά­σεις οἱ μο­να­χοί δέν ἔ­χουν τήν ἠ­ρε­μί­αν καί τήν ἀ­νά­παυ­σιν δι­ά τήν ἀ­κώ­λυ­τον ἄ­σκη­σιν τῶν μο­να­χι­κῶν τους κα­θη­κό­ντων καί τήν ἀ­πε­ρί­σπα­στον ἐ­πί­δο­σίν των εἰς τήν προ­σευ­χήν. . . . Ὅ­ταν κά­πο­τε πα­ρε­τή­ρη­σα εἰς φι­λο­μό­να­χον πο­λι­όν ἱ­ε­ράρ­χην τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, ὅ­τι οἱ μο­να­χοί τῆς ἐ­παρ­χί­ας του εἶ­ναι πλή­ρως ἀ­να­παυ­μέ­νοι ἀ­πό τήν δι­α­κρι­τι­κήν ἀ­πέ­να­ντί των στά­σιν του, μοῦ ἀ­πή­ντη­σεν ὡς ἐ­ξῆς: Οἱ μο­να­χοί ἔ­χουν με­γά­λο ἀ­γῶ­να καί βι­ἀ­ζουν - πι­έ­ζουν τόν ἑ­αυ­τόν των συ­νε­χῶς (κα­τά τό βί­α φύ­σε­ως δι­ηη­νε­κής). Δέν θά πρέ­πει καί ἐ­μεῖς οἱ ἐ­πί­σκο­ποι νά προ­σθέ­τω­μεν πε­ρισ­σό­τε­ρον πί­ε­σιν"[27].
Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά θέ­λου­με νά ἀ­να­φέ­ρου­με τά ἑ­ξῆς: Τά ὀρ­θό­δο­ξα Κοι­νό­βι­α εἶ­ναι οἱ με­λισ­σῶ­νες ἐ­κεῖ­νοι ὅ­που, μέ τήν ἀ­έν­να­η, ἀ­νύ­στα­κτη, δι­α­κρι­τι­κή καί ἔ­μπο­νη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τῶν με­λῶν τους, κα­τα­σκευ­ά­ζουν τό θεῖ­ο μέ­λι, ἀρ­χῆς γε­νο­μέ­νης ἀ­πό τόν Ἐ­πί­σκο­πο, τόν ὁ­ποῖ­ο ἡ πα­ρά­δο­σις τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας, θέ­λει νά προ­έρ­χε­ται ἀ­π' αὐ­τά -ὅ­πως λέ­ει ἐ­πί πα­ρα­δεί­γμα­τι ὁ Ἅ­γι­ος Νι­κό­δη­μος[28]: "οἱ μέλ­λο­ντες γε­νέ­σθαι Ἀρ­χι­ε­ρεῖς ἐ­ξε­λέ­γο­ντο ἀ­πό τῶν Μο­να­χῶν"-, μέ­χρι τόν τε­λευ­ταῖ­ο Μο­να­χό.
Ἀ­κο­λου­θώ­ντας μέ ἀ­κρί­βει­α τό ὑ­πό­δει­γμα τοῦ Θεί­ου Λυ­τρω­τοῦ, γί­νο­νται οἰ­κεῖ­οι τῶν θεί­ων δω­ρε­ῶν καί χα­ρι­σμά­των τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μέ τό ὁ­ποῖ­ο θε­ρα­πεύ­ουν τίς συ­νέ­πει­ες τῆς προ­πα­το­ρι­κῆς ἁ­μαρ­τί­ας καί προ­σφέ­ρουν στόν κό­σμο, δη­λα­δή στό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας, ὡς οἱ μυ­στι­κοί ἐ­κεῖ­νοι ἀ­δέ­νες τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου ὀρ­γα­νι­σμοῦ, τήν ἁρ­μο­νί­α καί τήν χά­ρη πού κα­θα­ρί­ζει τήν καρ­δι­ά καί τήν ἑ­τοι­μά­ζει γι­ά νά γί­νη κα­τοι­κη­τή­ρι­ο τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος.

[1] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ἄσκησις καί Θεωρία, σ. 48-52 καί Ἀρχιμ. Ζαχαρίου Ζάχαρου, Ἀναφορά στήν Θεολογία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, σ. 181-186.
[2] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[3] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ ἅ­γι­ος Σι­λου­α­νός ὁ Ἀ­θω­νί­της, σ. 151 - 152.
[4] Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου, Ἀ­να­φο­ρά στήν θε­ο­λο­γί­α τοῦ Γέ­ρο­ντος Σω­φρο­νί­ου, σ. 185.
[5] Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τήν Α' πρός Τιμόθεον ἐπιστολή, τ. 3, σελ. 153-154.
[6] Α' Τιμ. 1, 9.
[7] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, σ. 108-109.
[8] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 206.
[9] Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 33, PG 151, 461D-417A.
[10] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, σ. 152.
[11] Ἰωαν. 10, 11.
[12] Ἰωαν. 10, 17.
[13] Βλάσιος Φειδᾶς, Κανονικὀ σημείωμα, 19.8.2000.
[14] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[15] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[16] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[17] Γ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων, τ. Β', σ. 40-41.
[18] Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, Τά σωζόμενα Ἐκκλησιαστικά συγγράμματα, Ἀθῆναι 1824, σ. 232.
[19] Ἔνθ. ἀνωτ. σ. 232.
[20] Ἔνθ. ἀνωτ. σ. 233.
[21] Ἔνθ. ἀνωτ. σ. 265.
[22] Βλάσιος Φειδᾶς, Κανονικὀ σημείωμα, 19.8.2000.
[23] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[24] Ἔνθα ἀνωτέρω.
[25] Τό καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω, σ. 19.
[26] Ἔνθα ἀνωτέρω, σ.20-21 καί Meyer, Haupturkunden σ. 107 καί 109.
[27] Τό καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω, σ. 134.
[28] Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον, προοίμιον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου