Κύριε μου, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Ανέκδοτο μαρτύριο του Αγιορείτη Νεομάρτυρος Αθανασίου του Λήμνιου (†1846)

Ὁ νεομάρτυρας Ἀθανάσιος ὁ Λήμνιος, ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ὄ­ψι­­μους νεομάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ τὸ μαρτύριό του ἐπισυ­νέ­βη δυόμισυ δεκαετίες μετὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, κατέστη γνω­στὸς ἀπὸ μία σύντομη νεομαρτυρολογικὴ διήγηση ποὺ περιλαμ­βά­νεται στὸν ἁγιορειτικὸκώδικα ἁγ. Παντελεήμονος 608[1]. Πρό­σφα­τα, ὡστό­σο, ἐντοπίσαμε ἕνα μετρίας ἐκτάσεως Μαρ­τύ­ριό του, στὸ ὁποῖο πα­ρέ­χονται ἐπιπλέον στοιχεῖα τόσο γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Ἀθανασίου κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία, τὴν ἐξωμοσία του, τὴ μεταστροφή του στὴ χρι­στιανικὴ πίστη καὶ τὸ μαρτυρικό του τέλος,ὅσο καὶ γιὰ τὰ πρό­σω­πα τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴ γνωστοποίηση τοῦμαρτυρίου του καὶ τὴ συγγραφὴ αὐτοῦ τοῦ νεομαρ­τυ­ρο­λο­γικοῦ κειμένου. ΤὸΜαρ­τύ­ριο αὐ­τὸ κα­ταλαμβάνει τὶς σελίδες 169-173 τοῦ κώδ. Ἁγ. Παν­τε­λεή­μονος 716 (Λάμ­προς 6223), τοῦ 19ου αἰώνα[2], καὶ κατακλεί­ε­ται μὲ τὸἀπολυ­τί­κιο τοῦ Νεο­μάρ­­τυ­ρος, πιθανότατα σύνθεση κά­ποι­ου ἀπὸ τοὺς γνω­στοὺς ἁγιο­ρεῖ­τες ὑμνο­γρά­φους αὐτῆς τῆς περιόδου.
Σύμφωνα μὲ τὸ ἀνέκδοτο Μαρτύριό του, ὁ Ἀθανάσιος κατα­γό­ταν ἀπὸτὴ Λῆμνο. Ἔλαβε τὴ στοι­χει­ώ­δη παιδεία τῆς ἐποχῆς του στὴ γενέτειρά του καὶἐν συ­νε­χεία, κι­νού­μενος ἀπὸ θεῖο ζῆλο με­τέ­βη στὸ Ἅ­γιον Ὄρος, στὸν παραγωγικὸ χῶρο τοῦ ὁποίου ἀνῆκε ἡ Λῆμνοςἤδη ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ ἐποχή[3], καὶ εἰσῆλθε στὴ Mε­γίστη Λαύ­ρα, τε­θεὶς ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση κάποιου γέροντος. Kατὰ τὴν περίοδο τῆς ὀδυνηρῆς γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος πε­ριό­δου τῆς Ἐπα­να­στά­σεως τοῦ 1821[4], ὁἈθανάσιος, ὅπως καὶ ἄλλοι Ἁ­γιο­ρεῖτες, αἰχμα­λω­τίσθηκε καὶ μεταφέρθηκε, μαζὶ μὲ ἄλλα ἑβδο­μήν­τα «παιδία», ἀρ­χι­κὰστὴ Θεσσαλονίκη[5] καὶ ἐν συνε­χεί­α στὴν Aἴ­γυ­πτο, ὅπου καὶ ἐξι­σλα­μί­σθη­κε. Ὁ συντάκτης τοῦ Μαρ­τυρίου προσ­θέ­τειὅτι μόνο ἕνας λαϊ­κός, ποὺ ὀνομαζόταν Ζαφείρης, δὲν ὑπέ­κυ­ψε στὶς πιέσεις νὰ ἐξω­μό­σει καὶ τελικὰ μαρτύρησε[6].
Στὴν Αἴγυπτο, πιθα­νό­τα­τα στὸ Κάϊρο, ποὺ μνημονεύεται στὸ ὅραμα τοῦ Μαρ­­τυρίου ὡς «μέγα Κάερον»[7], ὁἈθανάσιος ἔζησε ἀρ­χι­κὰ ὡς δοῦ­λος, ἐνῶ λίγο ἀργότερα νυμφεύθηκε μία γυναίκα ποὺ εἶχε ἐπίσης ἐξω­μό­σει καὶἀπέκτησε ἀρκετὰ μεγάλη περιουσία. Ἡ τριττή, ὅμως, θαυ­μα­στὴ ἐμ­φάνιση καὶ παρέμβαση τοῦ Mεγά­λου Ἀ­θα­­νασίου, ἡὁποία συνοδεύτηκε καὶ ἀπὸ μία ὅ­ρα­ση[8], ἡ ὁποία ἐντάσ­σε­ται στὸ πλαίσιο τῆς ἀποκαλυπτικῆς καὶ χρησμο­λο­γικῆς γραμ­μα­τεί­ας τῆς Τουρκοκρατίας[9], τὸν ὁδήγησε τελι­κὰ σὲ με­­τά­νοια καὶ στὴν ἀ­πό­φαση, μὲ τὴν καταλυτικὴ παρέμ­βα­ση καὶ τῆς συζύγου του, ἡ ὁποί­α τὸν προέτρεψε νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρώα πίστη του[10], νὰ ἐγκα­τα­λείψει τὴν οἰκογένεια καὶ τὰ πλούτη ποὺ εἶχε ἀποκτήσει καὶ νὰ ἐπι­στρέψει μὲ πλοῖο στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου διέμει­νε στὸ Kελλὶτοῦ Ἁγί­ου Ἀντωνίου, «κα­λούμενον Σεράγιον πλησίον τῶν Kαρυῶν». Πρό­κει­ται γιὰ τὴ σημε­ρι­νὴ Σκήτη τοῦ ἁγίουἈνδρέα, ὅπως μετο­νο­μά­σθη­κε μετὰ τὴν ἀγορά του καὶ τὴν ἀνέγερση τοῦ νεότερου ἐπιβλητικοῦ κα­θο­λι­κοῦ του ἀπὸτοὺς Ρώ­σους τὸ 1849, τὸ Βατο­πε­δι­νὸ Κελλὶ τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀνα­συ­στήσει ὁ ἐξό­ρι­στος πατριάρχης Σερα­φεὶμ Β΄[11]. Ἐκεῖ ἐξο­μο­λογήθηκε σὲ κά­ποι­ον πνευματικό, ποὺ εἶ­ναι πι­θα­νὸ νὰ ταυτίζεται μὲ τὸν ἱερο­μό­ναχο Σά­βα τὸν πνευματικό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑπῆρξε ὁ τελευ­ταῖ­ος ἑλλη­νι­κῆς κα­τα­γωγῆς ἀγοραστὴς τοῦ ἐν λό­γωKελλίου[12], κα­τη­χήθηκε, νή­στευ­σε καὶ ἔλαβε τὸ ἅγιο χρίσμα, ἀνα­κτών­τας πλέον τὴ χρι­στιανική του ἰδιό­τη­τα.Ὑποδηλώνεται, μά­λι­στα, ἐδῶ, μὲ τὴ φράση «τοῦ ἀνέγνωσε τὰς ἐ­ξι­λα­στι­κὰς εὐ­χάς», τὸ καθιε­ρω­μένο καὶ ἀπο­δι­δό­μενοἀπὸ τὶς πη­γὲς στὸν πα­τρι­άρ­χη Με­θό­διο τυ­πι­κὸ τῆς ἐπανεισ­δο­χῆς στοὺς κόλ­πους τῆς Ἐκ­κλη­σίας τῶν ἀρ­νη­­σι­χρί­στων[13], μέσα σὲ ἕνα πλαίσιο τὸ ὁποῖο δὲν ἀ­παι­­τοῦσε τὴν ὁμο­λο­γία τῆς πίστεώς τους ἐνώπιον τῶν Τούρ­κων. Ἡ πε­ρίπτωση δηλαδὴ τοῦ Ἀθανασίου δὲν ἐντάσσεται στὴν εὐ­ρύ­τατα διαδεδομένη κατὰ τοὺς προγενέστερους αἰῶνες ἐν­θου­σια­στι­κὴ πα­ρά­δοση, ποὺ καλλιερ­γή­θηκε ἰδιαίτερα καὶ ἀπὸ τοὺς Κολ­λυ­βά­δες κα­τὰ τὰ τέλη τοῦ 18ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰώνα, τῆς προε­τοι­­μα­σίας πρώην ἀρνη­σι­χρί­στων γιὰ τὸ μαρτύριο[14], ἀλλὰ στὴν πα­ράλ­ληλη ἐκκλησιαστικὴπαρά­δο­ση ποὺ ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ ἐκ­κλη­σιαστικὰ πρόσωπα τῆς ἴδιας πε­ριόδου, ὅπως ὁ πατριάρχης Καλ­λί­νικος Γ´ ἀπὸτὴ Ζαγορά[15].
Φεύγοντας ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ Ἀθανάσιος μετέβη ἀρχικὰ στὶς ἀπελευθερωμένες πλέον περιοχές τῆςἙλλάδος, ἀλλὰ τελικὰ ἐγκατα­στά­θη­κε στὴν τουρκοκρατούμενη ἀκόμη γενέ­τει­ρά του Λῆμνο, λαμ­βά­νοντας θάρροςἀπὸ κάποια συνθήκη ποὺ ὑπογράφηκε με­τα­ξὺ τῶν μεγάλων δυνάμεων τῆς Εὐρώπης καὶ τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους καὶδιασφάλιζε τὴ θρη­σκευτικὴ ἐλευθερία τῶν ὀθωμανῶν ὑπηκόων, ἀ­να­φορὰ ποὺ πι­θα­νότατα ὑπονοεῖ τὴ σχετικὴ συνθήκη ποὺ ὑπο­γράφηκε μετὰ τὴ ναυ­μα­χία τοῦ Ναυαρίνου τὸ 1827 ἢ ἴσως μετὰ τὴν ἧττα καὶ συνθη­κο­λόγηση τῶν Τούρκων στὴν Ἀδριανού­πο­λη κατὰ τὸ Ρωσο­τουρ­κι­κὸ πόλεμο τοῦ 1829[16]. Ἐκεῖ ὅμως οἱ Tοῦρκοι κάτοικοι τοῦ νησιοῦ τὸν ἀ­να­γνώρισαν καὶ ἀναζη­τοῦσαν τρόπο γιὰ νὰ τὸν φο­νεύσουν[17]. Προ­φα­σι­ζόμενοι λοιπὸν κά­ποι­α ἐμπο­ρι­κὴ συν­ερ­γα­σία, τὸν ἔπνι­ξαν, ρί­χνοντάς τον ἀπὸ τὸ πλοῖο στὴ θάλασσα τοῦ Ἑλλή­σπον­­του.
Tὰ περιστατικὰ συγγραφῆς τοῦ Μαρτυρίου τοῦ νεομάρτυρος Ἀ­θα­νασίου καὶ ἡ διάσωση τῆς μνήμης του σὲ δύο κώδικες τῆς μονῆς Ἁγ. Παντελεήμονος στὸ Ἅγιον Ὄρος, καθίστανται ἐν μέρει γνω­στὰ ἀπὸ τὴν ἐπιγραφή του, ὅπου σημειώνεται ὅτι συντάχθηκε «προτροπῇ καὶ εἰσηγήσει τοῦ πανοσιωτάτου Θωμᾶ ἱερομονάχου, διατελοῦντος ἐν τῇἹερᾷ Mονῇ τοῦ ῾Ρωσσικοῦ». Πρόκειται προφανῶς γιὰ τὸν ἱερο­μό­να­χο Θωμᾶ Γερμανό, ὁ ὁποῖος προσωνυμεῖται σὲκάποια σημειώ­μα­τα κωδί­κων τῆς μονῆς ἁγίου Παντελεήμονος ὡς «ὁ ἀγράμ­μα­τος»[18] καὶ ἐγ­καταβίωνε, τουλάχιστονὣς τὸ 1860, στὴ μονὴ τοῦ ἁ­γί­ου Παν­τε­λεήμονος, ἡ ὁποία κατὰ τὰ μέ­σα τοῦ 19ου αἰώνα δια­κρι­νόταν γιὰ τὴ συν­οί­κη­ση μο­ναχῶν ἑλληνικῆς καὶ σλαβικῆς κατα­γω­γῆς, ἂν καὶ σὲ ἕνα κλίμα ἀνερχόμενου ἐθνικι­σμοῦ[19]. Φαίνεται πὼς ὁσυντά­κτης τοῦ Μαρτυρίου ἢ ὁ ἱερομόναχος Θωμᾶς Γερμανὸς εἶχε γνω­ρί­σει τὸ νεομάρτυρα Ἀθανάσιο κατὰ τὴδεύτερη ἔλευσή του στὸ Ἅγιον Ὄ­ρος, ἀφοῦ τὸν ἐπικα­λεῖ­ται ὡς πηγή του σὲ δύο σημεῖα[20].
Στὴ συγγραφὴ τοῦ Μαρτυρίου δὲν εἶναι ἀπίθανο νὰ ἐμπλέ­κον­ται καὶ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διέμεναν στὴν ἐν λόγω Μονὴ κατὰ τὴν πε­ρίο­δο αὐτή, ὅπως ὁ λόγιος ἱερομόναχος Προκόπιος Δενδρι­νὸς[21] καὶ ὁ διάκονος Βενιαμὶν ὁΣυμιακός, συνθέτης τῆς Ἀκολουθίας στὴν ἐφέστιο εἰκόνα τοῦ “Ἄξιόν ἐστι” καὶ ἄλλων ὑμνογραφημάτων[22]. Δὲν γνωρίζουμε ἐπίσης ἂν στὴν ἴδια Μονὴ ἐγκαταβιοῦσε καὶ ὁ συν­θέ­της τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ὁσιομάρτυρος Παύλου τοῦ ἐν Τριπό­λει, μοναχὸς Χριστοφόρος ὁ Λήμνιος[23], γεγονὸς ποὺ θὰ δικαιολογοῦσε ἀφενὸς τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ ἕνα συμπατριώτη του νεομάρτυρα καὶ ἀφετέρου τὴ σύνθεση τοῦ ἀπολυτικίου τοῦ Ἀθανασίου ὡς κατακλεί­δα τοῦΜαρτυρίου του.
Συμεὼν Ἀ. Πασχαλίδη, Ἀν. Kαθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ AΠΘ.
Πηγή: agioritikoslogos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου