Ὁ νεομάρτυρας Ἀθανάσιος ὁ Λήμνιος, ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ὄψιμους νεομάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ τὸ μαρτύριό του ἐπισυνέβη δυόμισυ δεκαετίες μετὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, κατέστη γνωστὸς ἀπὸ μία σύντομη νεομαρτυρολογικὴ διήγηση ποὺ περιλαμβάνεται στὸν ἁγιορειτικὸκώδικα ἁγ. Παντελεήμονος 608[1]. Πρόσφατα, ὡστόσο, ἐντοπίσαμε ἕνα μετρίας ἐκτάσεως Μαρτύριό του, στὸ ὁποῖο παρέχονται ἐπιπλέον στοιχεῖα τόσο γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Ἀθανασίου κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία, τὴν ἐξωμοσία του, τὴ μεταστροφή του στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ τὸ μαρτυρικό του τέλος,ὅσο καὶ γιὰ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴ γνωστοποίηση τοῦμαρτυρίου του καὶ τὴ συγγραφὴ αὐτοῦ τοῦ νεομαρτυρολογικοῦ κειμένου. ΤὸΜαρτύριο αὐτὸ καταλαμβάνει τὶς σελίδες 169-173 τοῦ κώδ. Ἁγ. Παντελεήμονος 716 (Λάμπρος 6223), τοῦ 19ου αἰώνα[2], καὶ κατακλείεται μὲ τὸἀπολυτίκιο τοῦ Νεομάρτυρος, πιθανότατα σύνθεση κάποιου ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς ἁγιορεῖτες ὑμνογράφους αὐτῆς τῆς περιόδου.
Σύμφωνα μὲ τὸ ἀνέκδοτο Μαρτύριό του, ὁ Ἀθανάσιος καταγόταν ἀπὸτὴ Λῆμνο. Ἔλαβε τὴ στοιχειώδη παιδεία τῆς ἐποχῆς του στὴ γενέτειρά του καὶἐν συνεχεία, κινούμενος ἀπὸ θεῖο ζῆλο μετέβη στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὸν παραγωγικὸ χῶρο τοῦ ὁποίου ἀνῆκε ἡ Λῆμνοςἤδη ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ ἐποχή[3], καὶ εἰσῆλθε στὴ Mεγίστη Λαύρα, τεθεὶς ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση κάποιου γέροντος. Kατὰ τὴν περίοδο τῆς ὀδυνηρῆς γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος περιόδου τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821[4], ὁἈθανάσιος, ὅπως καὶ ἄλλοι Ἁγιορεῖτες, αἰχμαλωτίσθηκε καὶ μεταφέρθηκε, μαζὶ μὲ ἄλλα ἑβδομήντα «παιδία», ἀρχικὰστὴ Θεσσαλονίκη[5] καὶ ἐν συνεχεία στὴν Aἴγυπτο, ὅπου καὶ ἐξισλαμίσθηκε. Ὁ συντάκτης τοῦ Μαρτυρίου προσθέτειὅτι μόνο ἕνας λαϊκός, ποὺ ὀνομαζόταν Ζαφείρης, δὲν ὑπέκυψε στὶς πιέσεις νὰ ἐξωμόσει καὶ τελικὰ μαρτύρησε[6].
Στὴν Αἴγυπτο, πιθανότατα στὸ Κάϊρο, ποὺ μνημονεύεται στὸ ὅραμα τοῦ Μαρτυρίου ὡς «μέγα Κάερον»[7], ὁἈθανάσιος ἔζησε ἀρχικὰ ὡς δοῦλος, ἐνῶ λίγο ἀργότερα νυμφεύθηκε μία γυναίκα ποὺ εἶχε ἐπίσης ἐξωμόσει καὶἀπέκτησε ἀρκετὰ μεγάλη περιουσία. Ἡ τριττή, ὅμως, θαυμαστὴ ἐμφάνιση καὶ παρέμβαση τοῦ Mεγάλου Ἀθανασίου, ἡὁποία συνοδεύτηκε καὶ ἀπὸ μία ὅραση[8], ἡ ὁποία ἐντάσσεται στὸ πλαίσιο τῆς ἀποκαλυπτικῆς καὶ χρησμολογικῆς γραμματείας τῆς Τουρκοκρατίας[9], τὸν ὁδήγησε τελικὰ σὲ μετάνοια καὶ στὴν ἀπόφαση, μὲ τὴν καταλυτικὴ παρέμβαση καὶ τῆς συζύγου του, ἡ ὁποία τὸν προέτρεψε νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρώα πίστη του[10], νὰ ἐγκαταλείψει τὴν οἰκογένεια καὶ τὰ πλούτη ποὺ εἶχε ἀποκτήσει καὶ νὰ ἐπιστρέψει μὲ πλοῖο στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου διέμεινε στὸ Kελλὶτοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, «καλούμενον Σεράγιον πλησίον τῶν Kαρυῶν». Πρόκειται γιὰ τὴ σημερινὴ Σκήτη τοῦ ἁγίουἈνδρέα, ὅπως μετονομάσθηκε μετὰ τὴν ἀγορά του καὶ τὴν ἀνέγερση τοῦ νεότερου ἐπιβλητικοῦ καθολικοῦ του ἀπὸτοὺς Ρώσους τὸ 1849, τὸ Βατοπεδινὸ Κελλὶ τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀνασυστήσει ὁ ἐξόριστος πατριάρχης Σεραφεὶμ Β΄[11]. Ἐκεῖ ἐξομολογήθηκε σὲ κάποιον πνευματικό, ποὺ εἶναι πιθανὸ νὰ ταυτίζεται μὲ τὸν ἱερομόναχο Σάβα τὸν πνευματικό, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ τελευταῖος ἑλληνικῆς καταγωγῆς ἀγοραστὴς τοῦ ἐν λόγωKελλίου[12], κατηχήθηκε, νήστευσε καὶ ἔλαβε τὸ ἅγιο χρίσμα, ἀνακτώντας πλέον τὴ χριστιανική του ἰδιότητα.Ὑποδηλώνεται, μάλιστα, ἐδῶ, μὲ τὴ φράση «τοῦ ἀνέγνωσε τὰς ἐξιλαστικὰς εὐχάς», τὸ καθιερωμένο καὶ ἀποδιδόμενοἀπὸ τὶς πηγὲς στὸν πατριάρχη Μεθόδιο τυπικὸ τῆς ἐπανεισδοχῆς στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἀρνησιχρίστων[13], μέσα σὲ ἕνα πλαίσιο τὸ ὁποῖο δὲν ἀπαιτοῦσε τὴν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους ἐνώπιον τῶν Τούρκων. Ἡ περίπτωση δηλαδὴ τοῦ Ἀθανασίου δὲν ἐντάσσεται στὴν εὐρύτατα διαδεδομένη κατὰ τοὺς προγενέστερους αἰῶνες ἐνθουσιαστικὴ παράδοση, ποὺ καλλιεργήθηκε ἰδιαίτερα καὶ ἀπὸ τοὺς Κολλυβάδες κατὰ τὰ τέλη τοῦ 18ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰώνα, τῆς προετοιμασίας πρώην ἀρνησιχρίστων γιὰ τὸ μαρτύριο[14], ἀλλὰ στὴν παράλληλη ἐκκλησιαστικὴπαράδοση ποὺ ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα τῆς ἴδιας περιόδου, ὅπως ὁ πατριάρχης Καλλίνικος Γ´ ἀπὸτὴ Ζαγορά[15].
Φεύγοντας ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ Ἀθανάσιος μετέβη ἀρχικὰ στὶς ἀπελευθερωμένες πλέον περιοχές τῆςἙλλάδος, ἀλλὰ τελικὰ ἐγκαταστάθηκε στὴν τουρκοκρατούμενη ἀκόμη γενέτειρά του Λῆμνο, λαμβάνοντας θάρροςἀπὸ κάποια συνθήκη ποὺ ὑπογράφηκε μεταξὺ τῶν μεγάλων δυνάμεων τῆς Εὐρώπης καὶ τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους καὶδιασφάλιζε τὴ θρησκευτικὴ ἐλευθερία τῶν ὀθωμανῶν ὑπηκόων, ἀναφορὰ ποὺ πιθανότατα ὑπονοεῖ τὴ σχετικὴ συνθήκη ποὺ ὑπογράφηκε μετὰ τὴ ναυμαχία τοῦ Ναυαρίνου τὸ 1827 ἢ ἴσως μετὰ τὴν ἧττα καὶ συνθηκολόγηση τῶν Τούρκων στὴν Ἀδριανούπολη κατὰ τὸ Ρωσοτουρκικὸ πόλεμο τοῦ 1829[16]. Ἐκεῖ ὅμως οἱ Tοῦρκοι κάτοικοι τοῦ νησιοῦ τὸν ἀναγνώρισαν καὶ ἀναζητοῦσαν τρόπο γιὰ νὰ τὸν φονεύσουν[17]. Προφασιζόμενοι λοιπὸν κάποια ἐμπορικὴ συνεργασία, τὸν ἔπνιξαν, ρίχνοντάς τον ἀπὸ τὸ πλοῖο στὴ θάλασσα τοῦ Ἑλλήσποντου.
Tὰ περιστατικὰ συγγραφῆς τοῦ Μαρτυρίου τοῦ νεομάρτυρος Ἀθανασίου καὶ ἡ διάσωση τῆς μνήμης του σὲ δύο κώδικες τῆς μονῆς Ἁγ. Παντελεήμονος στὸ Ἅγιον Ὄρος, καθίστανται ἐν μέρει γνωστὰ ἀπὸ τὴν ἐπιγραφή του, ὅπου σημειώνεται ὅτι συντάχθηκε «προτροπῇ καὶ εἰσηγήσει τοῦ πανοσιωτάτου Θωμᾶ ἱερομονάχου, διατελοῦντος ἐν τῇἹερᾷ Mονῇ τοῦ ῾Ρωσσικοῦ». Πρόκειται προφανῶς γιὰ τὸν ἱερομόναχο Θωμᾶ Γερμανό, ὁ ὁποῖος προσωνυμεῖται σὲκάποια σημειώματα κωδίκων τῆς μονῆς ἁγίου Παντελεήμονος ὡς «ὁ ἀγράμματος»[18] καὶ ἐγκαταβίωνε, τουλάχιστονὣς τὸ 1860, στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος, ἡ ὁποία κατὰ τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα διακρινόταν γιὰ τὴ συνοίκηση μοναχῶν ἑλληνικῆς καὶ σλαβικῆς καταγωγῆς, ἂν καὶ σὲ ἕνα κλίμα ἀνερχόμενου ἐθνικισμοῦ[19]. Φαίνεται πὼς ὁσυντάκτης τοῦ Μαρτυρίου ἢ ὁ ἱερομόναχος Θωμᾶς Γερμανὸς εἶχε γνωρίσει τὸ νεομάρτυρα Ἀθανάσιο κατὰ τὴδεύτερη ἔλευσή του στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀφοῦ τὸν ἐπικαλεῖται ὡς πηγή του σὲ δύο σημεῖα[20].
Στὴ συγγραφὴ τοῦ Μαρτυρίου δὲν εἶναι ἀπίθανο νὰ ἐμπλέκονται καὶ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διέμεναν στὴν ἐν λόγω Μονὴ κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, ὅπως ὁ λόγιος ἱερομόναχος Προκόπιος Δενδρινὸς[21] καὶ ὁ διάκονος Βενιαμὶν ὁΣυμιακός, συνθέτης τῆς Ἀκολουθίας στὴν ἐφέστιο εἰκόνα τοῦ “Ἄξιόν ἐστι” καὶ ἄλλων ὑμνογραφημάτων[22]. Δὲν γνωρίζουμε ἐπίσης ἂν στὴν ἴδια Μονὴ ἐγκαταβιοῦσε καὶ ὁ συνθέτης τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ὁσιομάρτυρος Παύλου τοῦ ἐν Τριπόλει, μοναχὸς Χριστοφόρος ὁ Λήμνιος[23], γεγονὸς ποὺ θὰ δικαιολογοῦσε ἀφενὸς τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ ἕνα συμπατριώτη του νεομάρτυρα καὶ ἀφετέρου τὴ σύνθεση τοῦ ἀπολυτικίου τοῦ Ἀθανασίου ὡς κατακλείδα τοῦΜαρτυρίου του.
Συμεὼν Ἀ. Πασχαλίδη, Ἀν. Kαθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ AΠΘ.
Πηγή: agioritikoslogos
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου