Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Το χειρόγραφο Αγιορείτη μοναχού με την άγνωστη ιστορία του Ιούδα

Στην Καινή Διαθήκη δεν υπάρχουν πραγματικά τόσες πληροφορίες όσες θα ήθελαν οι άνθρωποι να γνωρίζουν για την καταγωγή του και την οικογένειά του. Όπως, δεν υπάρχει και εξήγηση για το πώς τον επέλεξε ο Ιησούς ως μαθητή του.
Το μόνο που μπορούμε να αλιεύσουμε είναι σημεία από διαλόγους μέσα στην Καινή διαθήκη και πράξεις που μπορούν να ερμηνευτούν. Στο κατά Ιωάννην υπάρχει ένας διάλογος μεταξύ του Ιησού και του Ιούδα που δίνει ένα μικρό δείγμα του χαρακτήρα του: Την ώρα που η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου έπλενε με το πιο ακριβό μύρο τα πόδια του Χριστού, ο Ιούδας αναρωτήθηκε αν ήξεραν ότι αν πουλούσαν το μύρο θα κέρδιζαν τουλάχιστον 300 δηνάρια, τα οποία θα μπορούσαν να τα μοιράσουν στους φτωχούς. Η απάντηση του Ιησού ήταν άμεση: για τους φτωχούς θα έχουν τη δυνατότητα να φροντίζουν για πάντα, για τον ίδιο όμως όχι.

Το χειρόγραφο του Αγιορείτη για την ιστορία του Ιούδα
Συγγραφείσα το πρώτον υπό Ιουδαίου τινός Αινέα, συγχρόνου του Σωτήρος. Μεταφρασθείσα δε εις την Λατινίδα γλώσσαν υπό Νικοδήμου τοπάρχου του εκ Ρώμης. Σώζεται εν τινι χειρογράφω εν τω Αγίω Όρει. Εκδίδοται νυν συμφώνως τη Δευτέρα εκδόσει του Αβερκίου Ιερομονάχου Αγιορείτου. 

Ένα κείμενο που προέρχεται από χειρόγραφο της Ιεράς Μονής Ιβήρων, αντίγραφο του οποίου απόκειται στο Κελί του Αγίου Γοβδελά του Πέρσου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, το οποίο αντέγραψε και εξέδωσε ο Αγιορείτης και Ιερομόναχος Αβέρκιος το 1895 και το 1896 στη Βάρνα, μιλάει για τον Ιούδα.

Σύμφωνα με αυτό, ο Ιούδας καταγόταν από την Ισκάρια και ο πατέρας του ονομάζονταν Ρόβελ. Μια νύχτα η μητέρα του ξύπνησε έντρομη από έναν εφιάλτη που είχε δει στον ύπνο της, σύμφωνα με τον οποίον εάν συλλάμβανε παιδί αρσενικό θα ήταν ο χαλασμός της γενιάς των Εβραίων. Τη νύχτα εκείνη συνέλαβε και γέννησε μετά από καιρό αγόρι. Φοβούμενοι ότι ο εφιάλτης θα βγει αληθινός, κατασκεύασαν ένα κιβώτιο, σαν αυτό που είχαν φτιάξει στην Αίγυπτο για τον Μωϋσή, τοποθέτησαν το παιδί τους μέσα σε αυτό και το άφησαν στη θάλασσα της Γαλιλαίας.

Απέναντι από την Ισκαρία, υπήρχε ένα νησάκι όπου ξεχεμώνιαζαν οι ποιμένες με τα κοπάδια τους. Μάζεψαν το παιδί, το μεγάλωσαν, του έδωσαν το όνομα Ιούδας και το έστειλαν στην Ισκαρία για να το αναλάβει κάποια οικογένεια.Συμπτωματικά, το ανέλαβε η φυσική του οικογένεια, η οποία είχε ήδη αποκτήσει άλλο ένα παιδί. Ο Ιούδας σύμφωνα με το χειρόγραφο κακοποιούσε συχνά τον αδελφό του, αναλογιζόμενος πονηρά την διανομή της πατρικής περιουσίας. Κάποια ημέρα τον σκότωσε, χτυπώντας τον με πέτρα στο κεφάλι και έφυγε για τα Ιεροσόλυμα, αφήνοντας τους γονείς απαρηγόρητους να αναζητούν και τα δυο παιδιά.

Στα Ιεροσόλυμα γνώρισε τον Ηρώδη, ο οποίος τον τοποθέτησε επιμελητή στην υπηρεσία του με αποστολή να προμηθεύεται τα αναγκαία προϊόντα και πράγματα για τα ανάκτορα. Κατόπιν πολλών χρόνων, οι γονείς του Ιούδα, πούλησαν την περιουσία τους στην Ισκάρια και εγκαταστάθηκαν στα Ιεροσόλυμα δίπλα στο παλάτι του Ηρώδη σε μια εξαιρετική κατοικία με κήπους. 

Ο Ηρώδης, που απολάμβανε την ομορφιά των κήπων του Ρόβελ, δέχθηκε πρόταση από τον Ιούδα να πάει και να του φέρει καρπούς και άνθη από τον κήπο του Ροβελ, χωρίς να γνωρίζει ότι εκεί ήταν οι γονείς του. Πράγματι, πήδηξε και μπήκε παράνομα στους κήπους του πατέρα του, έκοψε άνθη και καρπούς, επιστρέφοντας όμως έπεσε πάνω στον Ρόβελ, ο οποίος του έκανε παρατήρηση, χωρίς να καταλάβει ότι ήταν ο χαμένος γιός του. Τότε ο Ιούδας τον σκότωσε με τον ίδιο τρόπο που είχε σκοτώσει και τον μικρό του αδελφό. Διηγήθηκε τα συμβάντα στον Ηρώδη, αλλά ο βασιλιάς σιώπησε για τον θάνατο του Ρόβελ και διέταξε τον Ιούδα να παντρευτεί τη χήρα του Ρόβελ, για να γίνει κληρονόμος της περιουσίας της. Εκείνη δέχθηκε από φόβο, χωρίς να γνωρίζει ότι πρόκειται για τον χαμένο γιό της. Με το πέρασμα του χρόνου ο Ιούδας απέκτησε μαζί της παιδί. 

Μία ημέρα, που αυτή έκλαιγε για όσα είχε ζήσει, τα διηγήθηκε στον Ιούδα, ο οποίος συνειδητοποίησε ποια είναι και της αποκάλυψε την ταυτότητά του. Εκείνη διέρρηξε τα ιμάτιά της, θρήνησε απαρηγόρητη για την αμαρτία της και ο Ιούδας, αναλογιζόμενος τα μεγάλα κακουργήματα που είχε διαπράξει, έφυγε και πήγε να συναντήσει τον Χριστό, για τον οποίον είχε ακούσει, προκειμένου να εξιλεωθεί η ψυχή του. Ο Χριστός τον δέχθηκε και τον έκανε μαθητή του,αναθέτοντάς του το ταμείο, τα χρήματα που κάλυπταν τις ανάγκες της ιεράς συνοδείας του Χριστού και των Αποστόλων του.

Υπάρχει ακόμα η θεωρία πως ο Ιούδας ήταν μέρος ενός ευρύτερου θεϊκού σχεδίου

Το πάθος της φιλαργυρίας τον οδήγησε να πουλήσει τον Διδάσκαλό του και Θεό για τριάκοντα αργύρια. Μετά την ανίερη πράξη του επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους Γραμματείς και Φαρισαίους, και απελπισμένος κρεμάστηκε. Ως πονηρός, κρεμάσθηκε, για να προλάβει να κατέβει στον Άδη, πριν κατέλθει ο Κύριος, και να ελευθερωθεί κι αυτός μαζί με τους προπάτορες. Έμεινε όμως, κρεμασμένος στο δέντρο ως την στιγμή που αναστήθηκε ο Κύριος και τότε ξεψύχησε.

Ακολουθεί απόσπασμα από αυτό το χειρόγραφο:

Ο παράνομος Ιούδας κατήγετο από την χώραν Ισκαρία, είχε δε και πατέρα ονόματι Ρόβελ, όστις είχε γυναίκα, ήτις μιαν νύκτα είδε όνειρον φοβερόν, και διαλογιζόμενη και εντρόμος ήρχισε να φωνάζει δυνατά από τον φόβον της. Ηρώτησε αυτήν ο άνδρας, τι έχει και τι κακόν έπαθε και φωνάζειΑυτή δε του λέγει: όνειρον είδα φοβερόν, ότι εαν συλλάβω και κάμω παιδίον αρσενικόν, αυτό θέλει είσθαι ο χαλασμός της γενεάς των Εβραίων. 

Ο δε άνδρας της, την ωνείδησε ότι επίστευε εις τα ονείρατα και ούτως εσιώπησεν.Σύμπτωσις δε την αυτήν νύκτα συνέλαβεν η γυνή αυτή, και μετά τον ωρισμένον καιρόν εγέννησεν παιδίον άρρεν. Τότε δε φοβούμενοι ούτοι, μη πραγματοποιηθεί το όνειρο της γυναικός και καταστραφή το γένος των Εβραίων, διότι και ούτοι εκ της φυλής αυτής ήσαν, συννενοηθέντες αμφότεροι κατασκευάζουσι κιβώτιον, και πισσώσαντες αυτό εναποθέτουσι το τέκνον τους εντός αυτού, και έρριψαν εις την θάλασσαν της Γαλιλαίας, καθώς το πάλαι των Μωυσήν εις ποταμόν Νείλον. 

Εις το απέναντι δε μέρος της Ισκαρίας ήτο νήσος μικρά εις την οποία ποιμένες έμεναν και εφύλαττον τα ευατών πρόβατα εν καιρώ χειμωνος, το δε κιβώτιον πλέον άνωθεν των κυμάτων έφτασεν πλησίον της νήσου. Οι δε ποιμένες ειδόντες το κιβώτιον πλέον εν τη θαλάσση, έφεραν αυτό εις την ξηράν δια τινός πλοιαρίου και ανοίξαντες αυτό, εύρον το κλαυθμηρίζον παιδίον εις το οποίο έδωσα γάλα εκ των προβάτων των. 

Μετά δε τούτο εις τίνα γυναίκα του χωριού έδωσαν, η οποία το εγαλούχησε και το ωνόμασαν Ιούδαν. Αναπτυχθέν το παιδίον ήρχισε να περπατή, και το οι ποιμένες το έφερον εις την πόλην Ισκαρίαν,δια να εύρουν άνθρωπον να παραδώσουν αυτό ώστε να το αναθρέψη. Κατά σύμπτωσιν, ευρέθη έμπροσθεν των, ο γνήσιος πατέρας του ο Ρόβελ,εις τον οποίον έδωσαν το παιδί, δίχως να γνωρίζουν ότι ούτος ήταν ο γνήσιός του πατήρ.Το δε παιδίον, ήτον φύσει ωράιον και το ηγάπησαν πάρα πολύ, έτι δε περισσότεροι ενθυμούμενοι το ιδικόν των το οποίο προ πολλού είχαν ρίψει δια του κιβωτίου εις την θάλασσαν. 
Η δε μήτηρ του μετά την γέννησιν του Ιούδα εγέννησεν και άλλον υιόν, μετά του οποίου τον ανέτρεφεν. Αλλ΄ ο Ιούδας φύσεως πονηράς και καρδίας φιλαργύρου ών, έδερνε καθεκάστην τον αδερφόν του αναλογιζόμενος την μετ ΄αυτού διανομήν της πατρικής των περιουσίας. 

Οι γονείς του πολλάκις τον επέπληξαν και τον ενουθέτησαν ίνα πάψει να δέρη τον αδερφόν του αλλά ο πονηρός και κακόβουλος Ιούδας από την αγάπην των χρημάτων φλεγόμενος και αποφάσισε να αποκτείνη τον αδερφόν του. 

Και μιαν ημέραν ενώ ευρίσκοντο εις μακρινόν τόπον και μακράν των γονέων των, έπραξε ότι η αιμοβόρος ψυχή του επεθύμει: δηλάδη καθώ μεγαλύτερος του αδερφού του και δυνατότερος αυτού απέκτεινεν αυτόν δια τινός λίθου εις την κεφαλήν. 

Μετά την αδερφοκτονίαν, και φοβηθείς τους γονείς του, ανεχώρησεν δια την Ιερουσαλήμ,οι δε γονείς του έκλεον απαρηγόρητα και ματαίως ζητήσαντες αυτούς δεν τους ανεύρουν.Ο δε Ιούδας πονηρός ών και λάτρης των χρημάτων ελθών εις Ιερουσαλήμ έγινε γνωστός του Βασιλέως Ηρώδου. Ιδών δε ο βασιλεύς τον Ιούδα, ότι ήτο νέος, ωραίος και δυνατός, τον έβαλεν εις την υπηρεσίαν του ως επιμελητήν του,ινά πωλή και αγοράζει ό, τι ελάμβανεν ανάγκη εις τα ανάκτορά τού. Μετά δε πολύ χρόνον εις την πατρίδαν του Ιούδα την Ισκαρίαν συνέβησεν σκάνδαλα και ταραχαί μεγάλαι, ο πατήρ του Ρόβελ συνάψαν την περιουσίαν του και και λαβών μεθ ΄αυτού την γυναίκαν του ανεχώρησεν εις Ιερουσαλήμ και καθ ο πλούσιος ηγόρασεν εις ωραίαν τοποθεσίαν μια οικίαν πλησίον των ανακτόρων του βασιλέως ΄, μετά ωραίων κήπων,οι οποίοι είχαν άνθη και καρποφόρα δέντρα. 

Μια δε των ημερών κύψας ο βασιλεύς εκ του παραθύρου των ανακτόρων του έβλεπε τους κήπους του Ρόβελ, οι οποίοι ήσαν εστολισμένοι με ωραίους καρπούς και διάφορα άνθη,ιστάμενος δε ο Ιούδας εκεί μετ ΄αυτού πλησίον και ιδών τον βασιλέα να παρατηρεί μετά περιεργίας τους κήπους του Ρόβελ λέγει πρός αυτόν. 

Εαν θέλετε Βασιλεύ δύναμαι να φέρω από αυτά τα άνθη και τους καρπούς και αμέσως κατέβη εκ του παραθύρου εις τον κήπον, και αφού έκοψε διάφορα άνθη και καρπούς εκ του κήπου εκείνου, ηθέλησεν έπειτα να εξέλθη αλλά κατά τύχην αλλά κατά τύχη τον απάντησε ο πατήρ του ο Ρόβελ και του λέει, διατί καλέ μου νέε, ετόλμησας και εμβήκες εις τους κήπους χωρίς εγώ να ήμαι παρών δια να κόψης καρπούς χωρίς την άδειάν μου, εγώ αφού ήτον δια τον βασιλέαν θα σου έκοβα δια τα εκλεκτότερα και καλύτερα και ήθελον σοι βοηθήσει. 
Αυτός δε μετά προσοχής δια να μην τον ιδεί κανείς,απέκτεινεν τον πατέραν του μετά λίθον εις την κεφαλήν, καθώς έπραξεν και εις τον αδερφόν του. Τότε δε λαβών τα άνθη και τους καρπούς,επήγε εις τον βασιλέαν και του είπεν και τον θάνατον του Ρόβελ, ότι αυτός τον εθανάτωσεν.Ακούσας δε ο βασιλεύς, τον θάνατον του Ρόβελ ελυπήθη πολύ αλλά εσιώπησεν την υπόθεσιν δια τον θάνατον του πατρός του Ιούδα. 

Μετά δε παρέλευσιν ολίγου καιρού, λέγει ο βασιλεύς πρός τον Ιούδαν, θέλω ταύτην την χήραν λάβης ως σύζηγος σου και κληρονομήσης την περιουσίαν της, μετά ταύτα έστειλεν προσταγήν πρός την χήραν Ρόβελ και της λέγει, ότι η βασιλείαν μου ορίζει να πάρεις ως δεύτερον σύζηγον σου τον Ιούδα, ειδάλως εαν παρουκούσης τις διαταγές μου, η περουσίαν σου θα γίνη βασιλικήν. Η δε γυνή, ακούσασα την προσταγήν του βασιλεώς, φοβηθείσα αμέσως εδέχθη αυτήν και υπανδρεύθη χωρίς να γνωρίζει τον Ιούδαν, το ίδιον αυτής τέκνον. 

Παρελθόντος δε πολλού καιρού ετεκνοποίησε μετ ΄αυτής, μιαν δε τον ημερών έκλαιε η γυνή αυτού ενθυμούμενη τα παρελθόντα. Τότε δε η ταλαίπωρος αύτη άρχισε να του αφηγείται μετά πολλάσης της καρδίας όλα όσα έπαθε εις το διάστημα της υπανδρείας της και πολύ περισσότερον έκλαιε ενθυμούμενη τον χαμό του υιού της και τον άδικο θάνατο του συζήγου της. Ο δε Ιούδας είχε ακούσει από τους ποιμένας πως τον εβρήκαν εις την θάλασσαν εις ένα κιβώτιον πισσωμένον,ενθυμήθη τον άδικο θάνατο του αδερφού του καθώς και του πατρός του και τότε λέγει προς την γυναίκα και μητέραν του. 

Εγώ είμι ο υιός σου που έριψες εις την θάλασσαν καθώς και εγώ είμι ός σκότωσα τον αδερφόν μου και υιόν σου και τον σύζηγον σου και πατέραν μου. Η δε γυνή ακούσασα τούτους τους λόγους, είπε πρός τον Ιούδα, μετά τούδε δεν δύναμαι να εβρισκόμαι εις την ίδιαν στέγην μετά σου. Ο δε Ιούδας κατανοήσας τα ύψιστα κακουργήματα τα οποία διέπραξεν εις τον ευατόν του ένεκεν της φιλαργυρίας του και γνωρίζων ότι ο Κύριος ημών,εβρίσκεται εις την Ιερουσαλήμ ώστε ίσως να επιτύχει την σωτηρίαν της ψυχής του. 
Μα καθώς επρόδωσε τον διδάσκαλον Του μετά καιρού και έριψε τα αργύρια εντός του Ναού εις τον οποίο ευρίσκοντο οι αρχιερείς, έφυγαν και εγύρισε πάλιν εις τον εαυτού οίκον, ώστε να ποιήσει αγχόνην δια σχηνίου ώστε κρεμασθήναι. 

Εύρε δε την σύζηγον του και μητέραν του καθημένην και ψήνουσα αλέκτορα εις την πυράν και λέγει αυτήν, γύναι ετοίμασον με σχοινίον ώστε να κρεμασθώ ως εμοί πρέπει. 

Η δε λέγει τι άρα λέγεις τα ρήματα ταύτα Και οι Ιούδας λέγει αυτή, γίνωσκε ότι παρέδωκα, εις Αρχιερεύσι ώστε θανατώσει αυτόν και ούτος αναστηθεί εις τρίτην μέραν και ουαί ημίν! Εκείνη δε λέγει, μη λέγε μηδέ νόμιζε ούτως, ότι ώσπερ ο αλέκτωρ ψηνόμενος εν τη ανθρακία, ουδέ φωνήσαι, ου δύναται ζήσαι ούτε και ο Ιησούς μπορεί να αναστηθή ως συ λέγεις. 

Και ευθύς κατά τον λόγον αυτής ο αλέκτωρ ετίναξεν τας πτερύγας αυτού και έκραξεν τρίτον της φωνής αυτού. Εκ τούτου και έτι πλέον πεισθής ο Ιούδας ποιήσας την αγχόνην εκρεμάσθην και δεν απέθανεν ώστε να μη κατέλθη εις τον Άδην και σωθεί, αλλά έμεινε εκεί ως την Ανάσταση του Κυρίου ημών και τότε απέθανεν.
Επιμέλεια κειμένου Χώρα Του Αχωρήτου
Πηγές: thetoc.gr - atheatignosi - atheatignosi

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου